Ήταν ένα δύσκολο διαζύγιο, μετά από ένα δύσκολο γάμο και για χρόνια δεν είχε περάσει απ’ το μυαλό της να βρει κάτι καινούριο στη ζωή της. Όταν όμως ηρέμησε κάπως η κυματώδης θάλασσα την οποία κλήθηκε να παλεύει, άρχισε να σκέφτεται πως ίσως θα έπρεπε να κάνει μια καινούρια γνωριμία, να βρει έναν σύντροφο, να ξεφύγει λιγάκι απ’ το τέλμα που είχε πέσει. Είχε και τις φίλες της να την ξεσηκώνουν και να της θυμίζουν συνεχώς πως τα χρόνια περνάνε και θα έπρεπε να αρχίσει επιτέλους να ζει, να της λένε πως δεν τελειώνουν όλα μ’ ένα χωρισμό, πως δεν πρέπει να θαφτεί μέσα σε τέσσερις τοίχους. Κι είχαν κι αυτές το δίκιο τους, μιας κι Λένα αφότου χώρισε, δεν άλλαξε εκατοστό απ’ το δρομολόγιο σπίτι-δουλειά και τούμπαλιν. Έβγαινε βέβαια συχνά βολτούλες με τα παιδιά της, αλλά δεν ήταν το ίδιο, είχε ανάγκη την συναναστροφή με καινούριους ανθρώπους, ενδιαφέροντες και… ενήλικες! Η ίδια δεν ένιωθε πως ήταν έτοιμη για κάτι τέτοιο. Αν είναι να συμβεί, θα συμβεί από μόνο του, σκεφτόταν. Και κάποια στιγμή συνέβη…
Τον Αναστάση τον γνώρισε 3 χρόνια περίπου μετά την έκδοση του διαζυγίου της. Ένα μικρό ατύχημα με το αυτοκίνητο, από δική της απροσεξία, τον έβαλε στη ζωή της. Όταν τον είδε να βγαίνει απ’ την εντυπωσιακή ομολογουμένως Mercedes του, δεν τον πρόσεξε καν. Είχε τρομάξει αρκετά και αυτό που την ενδιέφερε ήταν πρωτίστως να μην χτύπησε κανείς και δευτερευόντως να μην του προκάλεσε μεγάλη ζημιά. Τίποτα απ’ τα δύο δεν είχε συμβεί, για την ακρίβεια το δικό του αυτοκίνητο δεν είχε γρατζουνιά, ενώ απ’ το δικό της είχε απλά σπάσει το δεξί φανάρι, οπότε ουσιαστικά μόνο η τρομάρα της έμεινε και της φάνηκε πολύ ευγενικό από μέρους του που της πρότεινε να πιουν ένα καφέ κάπου εκεί κοντά για να ηρεμήσει απ’ την ταραχή. Κι εκείνος ο καφές ήταν η αρχή των πάντων…
Ο Αναστάσης σαν άντρας, δεν της είχε κάνει καμία εντύπωση. Όχι ότι εκείνη ένιωθε καλλονή ή είχε υψηλά στάνταρντς, αλλά ο Αναστάσης δεν ήταν ο άντρας που σε καμία περίπτωση θα πρόσεχε ποτέ. Ψηλός, με κοιλιά, αρχή φαλάκρας, 10 χρόνια μεγαλύτερός της και μάλλον άσχημος. Κι ίσως όλα αυτά να μην είχαν καμία σημασία για τη Λένα, αν ο άνθρωπος αυτός είχε κάτι στη συμπεριφορά του για να την κερδίσει, μα ούτε κι αυτό… πιο φλατ από καρδιογράφημα νεκρού.
Γιατί αποφάσισε να προχωρήσει τη γνωριμία της μαζί του; Μάλλον ήταν αυτή η επιμονή του, που από μόνη της βάφτισε “διεκδίκηση” και πίστεψε πως ίσως πίσω απ’ ό,τι έβλεπε, κρυβόταν ένας άντρας που ήξερε τι ήθελε και πώς να το κάνει δικό του. Δεν είχε και πολλές εμπειρίες είναι αλήθεια, έφηβη ήταν όταν γνώρισε τον άντρα της, που κακό χρόνο να μην έχει, την παράτησε μετά από 14 χρόνια γάμου και τα έφτιαξε με την ιδιαιτέρα γραμματέα του. Διέγραψε σαν ολέθριο λάθος όσα είχαν ζήσει μαζί, διέγραψε ακόμη και τα ίδια του τα παιδιά και δέχτηκε μάλλον με ανακούφιση τη μετάθεσή του στην Αθήνα. Φυσικά πήρε μαζί του και την λεγάμενη και όπως τελευταία είχε πληροφορηθεί η Λένα, περίμεναν και παιδί. Μια κατάθεση στην τράπεζα μια φορά το μήνα κι ένα βιαστικό τηλεφώνημα μια φορά την εβδομάδα, θαρρούσε πως τον έκαναν πατέρα… Μα είχε θρηνήσει χρόνια για όλα αυτά η Λένα και πλέον τα είχε αφήσει πίσω της. Στεκόταν από πάντα στα δικά της πόδια, με τη δουλειά της, το αυτοκίνητό της και το σπίτι της. Τα κατάφερνε. Κι αφού είχε καταφέρει να είναι τα παιδιά της πια και χαμογελαστά, όλα ήταν καλά!
“Βουτιά στα βαθιά” της είχαν πει οι φιλενάδες της να κάνει, να ρουφήξει τη ζωή μέχρι το μεδούλι κι εκείνη επέλεξε να πλατσουρίσει για αρχή στα “ρηχά” (που όπως αποδείχθηκε ήταν γεμάτα φύκια και σκουπίδια που ξέβραζε η θάλασσα – μόνος του τα έλεγε ο γλάρος πριν 100 χρόνια “όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά σε θάλασσες και ακτές”, μόνος του τα άκουγε!). Ίσως λοιπόν όλα έγιναν γιατί της φάνηκε “βατό βήμα” μετά απ’ όλα τα δύσκολα που είχε περάσει. Δεν είχε σκοπό να τον κοροϊδέψει ή να παίξει μαζί του, δεν είχε σκοπό να του πει ψέματα ή να του τάξει πράγματα που δεν θα ήθελε να κάνει… μια σχέση, μια συντροφικότητα, να περνάνε καλά και να έχει ο ένας τον ώμο του άλλου να γείρει αν χρειαζόταν. Δεν ήταν άλλωστε σε κατάσταση να βυθιστεί σε συναισθήματα, ηρεμία μόνο ήθελε. Αν ένιωθε πως ήταν ο wow τύπος που θα κινδύνευε να ερωτευτεί, ίσως να το είχε βάλει απ’ την πρώτη στιγμή βάλει στα πόδια, έτσι δεν γίνεται όταν έχεις κατακαεί απ’ το χυλό; Ε λοιπόν δεν ήθελε να φυσάει το γιαούρτι. Κι ο Αναστάσης δεν έμοιαζε με γιαούρτι.
Τα πρώτα τους ραντεβού ήταν μάλλον χλιαρά για την ίδια. Δεν είχαν πολλά να συζητήσουν, δεν είχαν πολλά σημεία επαφής. Εκείνη ήθελε να μιλήσει για ταινίες, μουσική, όνειρα και για την καθημερινότητά τους κι εκείνος προτιμούσε να της απαριθμεί πόσοι άνθρωποι του χρωστούσαν χρήματα και δεν μπορούσε να τα πάρει πίσω, πόσα έπρεπε να ξοδέψει για να επεκτείνει την επιχείρησή του ή πόσες προσφορές έχει πάρει από μαστόρους για να ρίξουν κάτι τοίχους στο εξοχικό του. “Αλήτες! Μια περιουσία για να ρίξουν δυο τοίχους! Μου φαίνεται θα πάρω τη βαριοπούλα και θα το κάνω μόνος μου, που ψάχνουν ποιον θα εκμεταλλευτούν!”. Τον άκουγε, προσπαθούσε να συμμεριστεί τα βάσανά του, αλλά η αλήθεια είναι πως από ένα σημείο και μετά, όλη αυτή η μονότονη μίρλα για τα λεφτά, της την έδινε στα νεύρα, ειδικά εφόσον ήξερε πως οικονομικό πρόβλημα δεν είχε, μιας κι ο ίδιος φρόντισε να την ενημερώσει για ολόκληρο το Ε9 και το Ε1 του απ’ το πρώτο κιόλας ραντεβού. Δεν την ένοιαζαν τα χρήματα κι όλες αυτές οι συζητήσεις που περιελάμβαναν τις λέξεις ευρώ, έξοδα, δανεικά κι αγύριστα, διόλου δεν την ενδιέφεραν, άλλα λαχταρούσε η ψυχούλα της. Τον άκουγε όμως, έτσι δεν κάνουν άλλωστε τα “ζευγάρια”;
“Εμείς οι δυο είμαστε μαζί” της δήλωσε μπουκωμένος μ’ έναν κεφτέ μια μέρα. Λίγη ώρα νωρίτερα, είχαν ανταλλάξει το πρώτο τους φιλί, στο αυτοκίνητο, έξω απ’ την ταβέρνα που θα έτρωγαν. Της κακοφάνηκε το μπουκωμένο στόμα του την ώρα της δήλωσης, αλλά σκέφτηκε πως τουλάχιστον δεν ανήκε στην κατηγορία των αντρών που κοιμούνται με μια γυναίκα 27 φορές κι ακόμη δεν είναι ξεκάθαροι για το τι έχουν μεταξύ τους.
“Τα ζευγάρια πρέπει να νιώθουν άνετα ο ένας με τον άλλον” της είπε την πρώτη φορά που την κάλεσε στο σπίτι του και εμφανίστηκε στην πόρτα με μια ξεχειλωμένη φόρμα και ένα ξεθωριασμένο, διαφημιστικό T-shirt με στάμπα Coca cola. “Θα σου κάνω το τραπέζι!” της είχε πει στο τηλέφωνο κι η Λένα ήξερε πως το κρεβάτι ήθελε να της κάνει και φρόντισε ν’ αγοράσει καινούρια εσώρουχα, να κάνει προσεχτική αποτρίχωση παντού και να βάλει μια πανάκριβη κρέμα σώματος για να τον εντυπωσιάσει. Φρόντισε να πάρει ένα καλό μπουκάλι κρασί και λίγα γλυκά και να ντυθεί όσο πιο όμορφα μπορούσε, για να πατήσει πρώτη φορά γόβα στο σπίτι του.
Και της έκανε το τραπέζι. Έστρωσε ένα τραπεζομάντηλο με στάμπες από κέτσαπ (είχε φάει μακαρονάδα το μεσημέρι όπως της είπε) και της σέρβιρε μια πραγματικά τεράστια μερίδα φασολάκια που είχε φτιάξει την Τετάρτη και που πολύ του είχαν πετύχει (WTF – Κυριακή είναι σήμερα!). Κι όταν του είπε να αφαιρέσει λίγα, γιατί ήταν πολλά για εκείνη, της είπε να μην ντρέπεται, να το φάει όλο, αφού “φαίνεται πως το τρως το φαΐ σου εξάλλου!” και μετά γέλασε δυνατά και κάθισε απέναντί της. Εργένης είναι, δεν ξέρει να μαγειρεύει γκουρμέ φαγητά, αλλά τουλάχιστον προσπάθησε… σκεφτόταν όσο προσπαθούσε από ευγένεια να φάει απ’ τα (παγωμένα) φασολάκια. Όσο για το “φαίνεται πως το τρως το φαΐ σου εξάλλου”, προσπάθησε να ξεχάσει κι ότι το είχε ακούσει. Δεν μπορούσε να φανταστεί εξάλλου πως ένας άντρας ΑΥΤΩΝ των διαστάσεων, θα μπορούσε να ενοχλείται απ’ τα λίγα δικά της περιττά κιλά! Ήταν απλά ένα άστοχο σχόλιο για να σπάσει ο πάγος, δεν μπορεί…
Και της έκανε και το κρεβάτι. Και κατά τη διάρκεια σκεφτόταν πως ίσως θα ήταν πιο ενδιαφέρον να μιλούσαν για εκείνον τον τύπο που είχε το μαγαζί με τα αξεσουάρ ζώων και φαλίρισε και το έκλεισε και του άφησε 2 επιταγές των 1000 ευρώ έκαστη, απλήρωτες! Γιατί ο Αναστάσης και σ’ αυτό το κομμάτι, αποδείχτηκε κατώτερος ακόμη και των ελαχίστων προσδοκιών που είχε η Λένα. Τον ενδιέφερε ξεκάθαρα μόνο ο εαυτός του κι αν ακόμη μπορούσε να παραβλέψει την παντελή έλλειψη προκαταρκτικών, δεν μπορούσε να παραβλέψει το γεγονός πως μόλις ο ίδιος… ολοκλήρωσε, απλά σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο, αφήνοντάς την στο κρεβάτι να αναρωτιέται από μέσα της σαν άλλος Σπύρος Παπαδόπουλος “Τι έγινε ρε παιδιά;”. Κι είπε να δώσει (ξανά) τόπο στην οργή, αλλά όταν πήγε στο μπάνιο να κάνει ένα ντουζ βρήκε μόνο κρύο νερό κι όταν του το επισήμανε βγαίνοντας και τουρτουρίζοντας, της είπε πως “είχε συννεφιά σήμερα και δεν δούλεψε πολύ ο ηλιακός”.
Αυτά κι άλλα τόσα, τα μετέφερε στη Δώρα, τη Γιώτα και τη Σοφία, τις από αμνημονεύτων ετών κολλητές της, προβληματισμένη. Είχε χρόνια (αιώνες) να βρεθεί σε καινούρια σχέση και ίσως να μην ήξερε πώς ήταν οι σχέσεις σήμερα, αλλά… όλα αυτά ήταν περίεργα και σε καμία περίπτωση δεν κολλούσαν με την “καινούρια ζωή” που είχε κατά νου.
-Είσαι απλά υπερβολική! Όπως πάντα! της είπε η Γιώτα
-Δώσ’ του λίγο χρόνο, αφού δεν είναι κακός, θα βρείτε τις ισορροπίες, δεν μπορεί! είπε η Δώρα
-Βρε άντε παράτα τον μαλάκα! Ακούς εκεί να σου πει “φαίνεται πως το τρως το φαΐ σου!” αντέτεινε η Σοφία, που όπως πάντα ήταν των ριζικών λύσεων
-Απ’ όλα αυτά που σου είπα, αυτό σε πείραξε; ρώτησε προβληματισμένη η Λένα
-Όλα με πείραξαν, αλλά όχι και να μας κάνει κριτική για τα κιλά μας, που πάνω στην κοιλιά του μπορούμε να παίξουμε τάβλι και έχει και χώρο για τις μπύρες και το τασάκι! είπε εκνευρισμένη η Σοφία κι άναψε τσιγάρο
-Οι άντρες είναι γνωστό πως προτιμούν τις πιο μικροκαμωμένες γυναίκες και ίσως… προσπάθησε να ηρεμήσει τα πνεύματα η Δώρα
-Άμα θέλει τη γυναίκα κορμάρα, να μην τρώει κι αυτός ένα γουρουνόπουλο με μήλο στο στόμα στην καθισιά! Μάθαμε τώρα! συνέχισε η Σοφία
-Ας δώσει λίγο χρόνο η Λένα μας και είμαι σίγουρη πως θα καταλάβει μόνη της τι πρέπει να κάνει… προσπάθησε να λήξει την κουβέντα η Γιώτα, για να ηρεμήσει και τη Σοφία, που όπως πάντα είχε το ζωνάρι λυμένο για καβγά.
Η Λένα αποφάσισε να δώσει λίγο χρόνο στον Αναστάση, δεν ήταν εξάλλου όλα μαύρα! Και τις εκδρομούλες τους έκαναν μαζί και σινεμά πήγαιναν και για μπάνιο σε κοντινές παραλίες και είχαν συζητήσει να φύγουν κι ένα τριήμερο τον επόμενο μήνα. Η ίδια θεωρούσε πως ήταν λίγο βαρετός σαν άνθρωπος, αλλά δεν μπορεί, με τον καιρό θα έβρισκαν περισσότερα κοινά. Όσο για τα κιλά της, ήξερε κι εκείνη πως έπρεπε να χάσει 5-6 κιλάκια, καλό θα της έκανε να προσπαθούσε να τα χάσει.
Κι άρχισε να του μιλάει για όσα αφορούσαν κι εκείνη και έκανε πως δεν καταλάβαινε πως εκείνος κοιτούσε αλλού και δεν συμμετείχε καθόλου στην κουβέντα. Κι έκανε μια προσπάθεια να χάσει τα περιττά κιλά της, μπας και σταματήσει τα ηλίθια σχόλια για το πόσο… μπαμπάτσικη ήταν. Κι άρχισε να τον καλεί στο δικό της σπίτι για να του κάνει το τραπέζι και το… κρεβάτι. Τουλάχιστον έτρωγαν φαγητό ημέρας κι όχι… βδομάδας και στο μπάνιο είχε πάντα ζεστό νερό, ακόμη κι αν έτρεχε πρώτος μετά την πράξη να πλυθεί, λες κι είχε πιάσει λάδια μηχανής. Και τα επόμενα κρεβάτια άρχισαν να μοιάζουν σαν αγώνας δρόμου για τη Λένα, να προλάβει να φτάσει στην κορδέλα του τερματισμού, πριν σφυρίξει λήξη ο διαιτητής. Και μια δυο φορές έκανε και κίνηση για… προκαταρκτικά, αλλά εκεί βρήκε τοίχο.
Τρίτη απόγευμα ήταν, όταν είχαν πάει στο σινεμά οι δυο τους να δουν μια ταινία που η Λένα ήθελε. Κι ήταν και πολύ χαρούμενη που είχε καταφέρει να τον κρατήσει ξύπνιο κατά τη διάρκεια της προβολής, μιας και ο Αναστάσης έδειχνε ξεκάθαρα ότι βαριόταν. “Χίλιες φορές να πηγαίναμε για τσίπουρα!” της γκρίνιαζε. Τρίτη απόγευμα ήταν όταν βγήκαν απ’ την αίθουσα κι έπεσαν μούρη με μούρη με τη Σοφία, που της έπεσε η σακούλα με τα ποπ κορν όταν τους είδε μπροστά της.
-Ε όχι! στρίγκλισε η Σοφία, κοιτώντας τους με ανοιχτό στόμα
Η Λένα την κοίταξε αποσβολωμένη. Ήξερε πως η φιλενάδα της δεν είχε καμία αυτοσυγκράτηση και ήταν σίγουρη πως δεν θα ενέκρινε τον Αναστάση λόγω εμφάνισης, πόσο μάλλον αφού γνώριζε και τη συμπεριφορά του, αλλά το να της πέσουν τα πράγματα απ’ τα χέρια και να τους κοιτάει μ’ αυτό το ύφος, όχι, δεν το περίμενε. Κοκάλωσε στη θέση της και γύρισε και κοίταξε τον Αναστάση, ο οποίος είχε ένα πολύ ξαφνιασμένο ύφος.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, η Σοφία έκανε δυο βήματα και βρέθηκε μπροστά τους. Έβαλε τα χέρια στη μέση και κοίταξε αγριεμένη τον Αναστάση.
-Τη φίλη μου δουλεύεις βρε παπάρα; του είπε η Σοφία και τα μάτια της πετούσαν φλόγες
Η Λένα απέμεινε να κοιτάζει απορημένη μια τον ένα και μια τον άλλον. Η Σοφία έδειχνε έξαλλη κι απ’ την άλλη ο Αναστάσης είχε ασπρίσει και την κοιτούσε αμίλητος.
-Αυτή είναι η “καλή κοπέλα, αλλά λίγη για σένα” βρε όργιο; συνέχισε η Σοφία την επίθεση
-Σοφία… τι λες; ψέλλισε η Λένα
-Ο γελοίος από εδώ! είπε δείχνοντας με το βλέμμα της τον Αναστάση. Δυο μήνες τώρα μου στέλνει μηνύματα ότι με βλέπει και τρελαίνεται κι ότι θα έκανε τα πάντα για να με γνωρίσει!
-Μηνύματα; Τι μηνύματα; Γνωρίζεστε; ρώτησε η Λένα απορημένη
-Όχι βέβαια! Δεν γνωριζόμαστε! Στο facebook μου τα στέλνει! Κι έχει στείλει και στην Έρση, τη συνάδελφό μου, χωρίς φυσικά να γνωρίζει πως με την Έρση δουλεύουμε σε διπλανά γραφεία. Το παίζει και καμάκι ο μπάρμπας! Δεν βλέπει το χάλι του! η Σοφία ήταν εκτός εαυτού
-Στο facebook; Κάποιο λάθος κάνεις Σοφία μου, ο Αναστάσης δεν έχει social…
-Τι δεν έχει; Έτσι σου είπε; έβγαλε το κινητό της απ’ την τσάντα της και το έδειξε στη Λένα. Αυτός δεν είναι ο πρίγκιπάς σου; Διάβασε και φρίξε! Και δες ότι δεν του έχω απαντήσει ποτέ και παραληρεί μόνος του! Με την Έρση έπιασαν και κουβέντα! Και της είπε πως έχει μια σχέση με μια κοπέλα σχεδόν ένα χρόνο τώρα, αλλά είναι λίγη για εκείνον και ψάχνει κάτι καλύτερο! Τι καλύτερο ρε τρόμπα, που είσαι σαν… σαν γαμώ το στανιό μου γαμώ! Λίγη η Λένα για σένα; Που γύρισε και σε κοίταξε κανονική γυναίκα και αντί να την κοιτάς στα μάτια, ψάχνεις κι αλλού;
Η Λένα έμεινε μετέωρη να κοιτάζει μια τα μηνύματα στο κινητό και μια τη μούρη του Αναστάση που είχε γίνει πιο λευκή από χιόνι σε απάτητο δρόμο.
-Αναστάση… τι σημαίνουν αυτά; τον ρώτησε
Αντί απάντησης, πήρε κάτι άναρθρες κραυγές απ’ το στόμα του Αναστάση που έδειχνε να τα έχει τελείως χαμένα.
-Τι τον ρωτάς μωρέ τον απροσάρμοστο; Δεν βλέπεις ότι έχει καταπιεί τη γλώσσα του; Πάμε να φύγουμε που του δίνεις κι αξία του άκυρου! Μας βγήκε και αχόρταγος ο γλίτσας! Ίδιοι όλοι ρε πούστη μου, μικροί, μεγάλοι, όμορφοι και… γκρέμλιν! είπε η Σοφία κι έπιασε την Λένα απ’ το χέρι, τραβώντας την να φύγουν
Τρία βήματα μετά η Λένα σταμάτησε και γύρισε απότομα προς το μέρος του. Ο Αναστάσης στεκόταν ακόμη στο ίδιο σημείο, προσπαθώντας να βρει το χρώμα και την άρθρωσή του.
-Μου θες και γκόμενες καημένε, που έφτασες σ’ αυτή την ηλικία και δεν έμαθες ακόμη πως αν δεν τελειώσουν όλοι, δεν σηκώνεται κανείς ούτε απ’ το τραπέζι, ούτε απ’ το κρεβάτι! Α… κι εκείνα τα φασολάκια να ξέρεις, καθόλου δεν τα είχες πετύχει! φώναξε δυνατά η Λένα, τίναξε το μαλλί με ύφος και κρατώντας τη Σοφία απ’ το μπράτσο, αποχώρησαν με αγέρωχο βήμα.
Κική Γιοβανοπούλου
