Ο ήχος από τα τακούνια στο πλακόστρωτο έσκιζε την ήδη κομματιασμένη της καρδιά. Τα δάκρυα έκαιγαν τα μάτια της, αλλά δεν τα άφηνε να τρέξουν. Όχι! Δεν θα του έκανε τη χάρη να τη δει να λυγίζει. Όχι πάλι! Σχεδόν τρέχοντας έφτασε στο αυτοκίνητό της. Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω της με δύναμη, ακούμπησε το κεφάλι στο τιμόνι και άρχισε να κλαίει. Μέσα σε δευτερόλεπτα το κλάμα της έγινε σπαραγμός και ο σπαραγμός, θρήνος. Πενθούσε. Αυτό μπορούσε να το αντιληφθεί. Το είχε περάσει πολλές φορές, όμως αυτή τη φορά ήταν οριστικό.
Κλαίγοντας έβγαλε και πέταξε στο πίσω κάθισμα τα τακούνια της. Με μωρομάντηλα ξέβαψε το λερωμένο από κλάμα και μακιγιάζ πρόσωπό της και έγειρε στο κάθισμα του αυτοκινήτου. Εκείνη τη στιγμή δεν την ενδιέφεραν ούτε οι περαστικοί, ούτε το κινητό της που χτυπούσε ασταμάτητα, ούτε το στομάχι της που γουργούριζε από την πείνα. Ούτε μια μπουκιά φαγητό δεν πρόλαβε να φάει. Δεν την άφησε! Ήθελε μάλλον ο κύριος, να ξεφορτωθεί γρήγορα το βάρος. Το βάρος! Εκεί φτάσαμε μετά από τόσα χρόνια…
Τα δάκρυα είχαν μουσκέψει για τα καλά τα μάγουλα και τον λαιμό της. Είχε πολύ καιρό να κλάψει τόσο πολύ και δεν ήταν σίγουρη αν έκλαιγε για εκείνον ή για την ίδια. Αυτό την πονούσε περισσότερο… Είχε κλάψει τόσο πολύ και για τους δύο, που εντυπωσιάστηκε με τα γαλόνια δάκρυα που υπήρχαν ακόμα μέσα της. Κάθετι άλλο είχε στερέψει. Τα δάκρυα όμως εκεί… Ακάθεκτα!
Άναψε ένα τσιγάρο και έγειρε στο παράθυρο. Το σημείο που είχε παρκάρει της έδινε την δυνατότητα και την ευελιξία να παραμείνει σιωπηλή και ασφαλής στην ησυχία του. Είχε πολύ ανάγκη από ησυχία μετά από έναν τέτοιο διάλογο. Ήθελε να καταλαγιάσουν τα μέσα της… Για να του ξεστομίσει αυτές τις τέσσερις λέξεις, την είχε φέρει στα όριά της. Και αυτά τα όρια έπρεπε να τα ξαναβάλει στη θέση τους.
*****
-Και για πες… Πώς είσαι;
-Τι εννοείς “πώς είμαι;”; Είπες ότι θες να μου μιλήσεις. Ορίστε! Εδώ είμαι! Πες μου ό,τι έχεις να μου πεις να τελειώνουμε!
-Ηρέμησε, ρε Μαίρη! Θα σου πω! Δεν μου είναι πολύ εύκολο…
-Ναι, Ηλία μου, το ξέρω! Ποτέ δεν σου είναι εύκολο! Τι θες να μου πεις αυτή τη φορά; Ότι πιέζεσαι γιατί η σχέση πάει σοβαρά ή ότι δεν πάει άλλο γιατί θέλουμε διαφορετικά πράγματα; Ρωτάω για να ξεθάψω τη σωστή αντίδραση!
-Γιατί μου μιλάς με τόση ειρωνεία, ρε Μαίρη; Είναι κακό ένας άνθρωπος να πιέζεται και να θέλει κάτι διαφορετικό; Δεν μπορώ ρε παιδί μου! Δεν είμαι σε θέση να σου δώσω παιδιά και οικογένεια. Η όλη φάση με πιέζει. Είχαμε πει να περνάμε καλά και όλο αυτό μόνο σχέση θυμίζει!
-Τρία χρόνια, Ηλία! Τρία χρόνια, το ίδιο πράγμα. Όποτε πιέζεσαι, εξαφανίζεσαι. Όποτε, θεωρείς εσύ, ότι όλη αυτή η σχέση ξεπερνάει τα όρια, αποφασίζεις να τελειώσει. Ένας φαύλος κύκλος. Χώρια και μαζί. Και κάθε φορά, φτιάχνουμε κάτι χωρίς ταμπέλα και στο τέλος πάλι πίεση! Νισάφι πια!
-Ρε, Μαίρη, τι δεν καταλαβαίνεις; Δεν μπορώ! Ούτε να είμαι σε σχέση, αλλά ούτε και να σου δώσω αυτά που θες!
-Σου ζήτησα κάτι; Πες μου! Ναι, ήθελα και θέλω παιδιά και οικογένεια και ναι, θα ήθελα μαζί σου γιατί σ’ αγαπάω πολύ, αλλά στο ζήτησα ξανά; Έκανα το λάθος και στο είπα μια φορά και το δέσαμε σκοινί κορδόνι! Δεν θέλω τίποτα τώρα! Το μόνο που ήθελα είναι να περνάω χρόνο μαζί σου γιατί σε γουστάρω και σε θέλω. Τίποτα άλλο! Πώς προέκυψε πάλι το θέμα της οικογένειας, ένας Θεός ξέρει!
-Μαίρη, ξέρουμε πολύ καλά και οι δύο ότι κοροϊδεύεις τον εαυτό σου. Θέλεις παιδιά και οικογένεια και εγώ δεν μπορώ να στα δώσω. Δεν θέλω και δεν είμαι σε θέση. Δεν θέλουμε τα ίδια οπότε δεν καταλαβαίνω γιατί το συζητάμε ακόμα!
-Γιατί το συζητάμε ακόμα;;; Αυτό έχεις να ρωτήσεις; Σε ψάχνω μια εβδομάδα! Θεωρούσα πως περνάς τις κλειστές σου και σου έδωσα χρόνο, αλλά δεν ήταν αρκετό. Σε πήρα εγώ πάλι και μου είπες ότι θες να μιλήσουμε και μέχρι στιγμής μιλάω μόνο εγώ. Χωρίζουμε ξανά και δεν ξέρω τον λόγο. Απλώς τον αποδέχομαι! Δεν σε νοιάζει πώς νιώθω και δεν νομίζω πως έχει σημασία πια. Το θέμα είναι πως τέλειωσε και το έμαθα γιατί το κυνήγησα. Αυτό με ενοχλεί!
-Δεν νομίζω πως χρειάζεται να το αναλύουμε άλλο!
-Άντε μου στο δι@ολο, Ηλία! Άντε μου στο δι@ολο!
*****
Πόσα λάθη σε αυτή τη συζήτηση… Πόσα δεν ειπώθηκαν… Πόσες όμορφες στιγμές χάθηκαν σε μια στιγμή… Πόσα χρόνια να προσπαθούσε να κρατήσει την ελπίδα ζωντανή… Φτάνει όμως! Μέχρι εδώ!
Έσβησε το τσιγάρο της, έβαλε μπροστά το αμάξι και χάθηκε μέσα στη νύχτα. Θα της έπαιρνε χρόνο, μα θα το ξεπερνούσε όπως τόσα τα οποία είχε περάσει και τώρα πια δεν τα θυμάται. Για ένα πράγμα ήταν σίγουρη, τον αγαπούσε και μάλιστα πολύ, μα δεν ήταν πια αρκετό…
Κατερίνα Μοχράνη
