«Σύρε Αννιώ μου να πας πάλι στο χωράφι. Έκανα πίτα για τον πατέρα σου και τους εργάτες. Έχει και πολλή ζέστη σήμερα» φώναξε η μάνα στο κορίτσι της.
Ετοιμάστηκε η Αννιώ με σχετική απροθυμία, γιατί αυτή η ζέστη την έκανε να κολλάει και οι πολλές πτυχές της φούστας της την ζέσταιναν πολύ. Μα έτσι ήταν το ντύσιμο της «καθώς πρέπει» κοπέλας εκείνη την εποχή. Πήρε το μπογαλάκι και στην διαδρομή σιγοτραγουδούσε κοιτώντας τα δέντρα.
Σαν έφτασε, είδε από μακριά την σιλουέτα του Άλκη. Χωρίς να ξέρει γιατί, ένιωσε έναν περίεργο ιδρώτα στον αυχένα της και μια παγωνιά στο κορμί της που δεν ταίριαζε με τον καύσωνα εκείνης της ημέρας.
«Τι χαζά είναι αυτά τώρα;» σκέφτηκε «Να δεις αρρώστησα, γιατί νιώθω έτσι».
Μα τα «συμπτώματα» καθώς πλησίαζε κοντά του, γινόντουσαν όλο και πιο έντονα. Κόντεψε να λιποθυμήσει. Εκείνη την στιγμή την είδε ο πατέρας της.
«Τι έπαθες πουλάδα μου;» ρώτησε με ανησυχία και την έπιασε από την μέση. «Κάτσε εδώ στο ίσκιο να ξαποστάσεις. Μην σε χτύπησε η ζέστη; Και το είπα εγώ στην μάνα σου να μην σε στέλνει μες την κάψα του ήλιου!» συνέχισε ο κυρ Ανέστης.
Το κορίτσι δεν άκουγε. Τα μάτια της κούμπωσαν στα δικά του, που γύρισε ενστικτωδώς και την κοίταξε. Τα δευτερόλεπτα της ματιάς του κύλησαν πολύ αργά για τα δυο παιδιά. Σαν το μέλι που κολλά στο κουτάλι και δεν λέει να πέσει. Η Αννιώ κοκκίνισε και ο Άλκης γύρισε αλλού το βλέμμα, να μην την φέρει σε δύσκολη θέση. Ο κυρ Ανέστης κάτι έπιασε στον αέρα, μα είπε στον εαυτό του πως ήταν ιδέα του.
Τις επόμενες μέρες η Αννιώ ετοιμαζόταν από νωρίς. Έκανε τα μαλλιά της πλεξούδες, πρόσεχε να μην είναι τσαλακωμένο το φόρεμά της, έτριβε λίγα φύλλα λεμονιάς ή δυόσμου στα χέρια της και περίμενε την μαμά της να της πει να πάει στο χωράφι. Κάθε φορά που πλησίαζε, τον ξεχώριζε από μακριά. Και τον παρατηρούσε τόσο επίμονα. Τις κινήσεις του, τα χέρια του, τα μαλλιά του. Λες και την καταλάβαινε και γύριζε το κεφάλι προς το μέρος της. Τα μάτια του γελούσαν, μαζί με τα χείλη του, την χαιρετούσε με το κλασσικό του κούνημα της τραγιάσκας και η Αννιώ του χαμογελούσε σε ανταπόδοση.
Δυο βδομάδες κράτησε αυτή η γλύκα με τα χαμόγελα. Η Αννιώ κάθε που γύριζε σπίτι σκεφτόταν ξανά και ξανά το χαμόγελό του, τα γλυκά του μάτια, τα δυνατά του χέρια και δεν μπορούσε μήτε να κοιμηθεί μήτε να φάει. Ο πατέρας της το είχε παρατηρήσει, μα έλεγε πως θα είναι από την ζέστη. Έτσι μια μέρα που του ζήτησε να κάτσει να φάει μαζί του στο χωράφι, όχι μόνο δεν αρνήθηκε μα χάρηκε και με το παραπάνω.
«Κάτσε κόρη μου να φας. Βλέπεις η φύση μας ανοίγει καλύτερα την όρεξη..»
Και έτσι έφαγαν μαζί κι ύστερα ο κυρ Ανέστης ξάπλωσε για τον καθιερωμένο ολιγόλεπτο υπνάκο του στην σκιά του δέντρου. Παραδίπλα στις ρίζες των άλλων δέντρων, κάθονταν οι εργάτες όλοι μαζί. Μα ο Άλκης μόνος του. Πάντα έτρωγε μόνος.
Η Αννιώ τον πλησίασε.
«Να κάτσω;» ρώτησε με δισταγμό.
Ο Άλκης της έτεινε το χέρι του δείχνοντας ένα σημείο στην ρίζα του δέντρου. Το κορίτσι κάθισε.
«Γιατί τρως μόνος σου;» ρώτησε και αμέσως μετάνιωσε. Πώς θα της απαντούσε;
Ο Άλκης ανασήκωσε του ώμους του αδιάφορα και της έδειξε με το χέρι του το αυτί του. Η έκφραση του προσώπου του έδειχνε ηρεμία.
«Προτιμάς να είσαι ήρεμος ε;»
Έγνεψε με το κεφάλι του θετικά.
«Ξέρεις, πολύ έχω χαρεί που αγόρασες το μαντηλάκι μου. Κανείς δεν φαίνεται να το ήθελε. Και εσύ ήρθες και αμέσως το διάλεξες. Ευχαριστώ.»
Ο Άλκης έβγαλε το μαντήλι από την τσέπη του και το έσφιξε δυνατά, ενώ τα χείλη του γελούσαν.
«Θέλεις να έρθω και αύριο;» τον ρώτησε και ο Άλκης με το ίδιο κούνημα του κεφαλιού έγνεψε το ναι.
Έτσι κάθε μέρα, η Αννιώ πήγαινε το κολατσιό στο χωράφι, έτρωγε μαζί με τον μπαμπά της και μετά καθόταν μαζί με τον Άλκη για λίγα λεπτά. Έφευγε πάντα προτού ξυπνήσει ο κυρ Ανέστης και την δει. Ο Άλκης ήταν τρισευτυχισμένος. Η κοπέλα ήθελε να μιλάει μαζί του. Του έκανε ερωτήσεις που μπορούσε να απαντήσει με ένα νεύμα θετικά ή αρνητικά και έτσι μπορούσε εύκολα να επικοινωνήσει μαζί της. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για εκείνον.
Ο κυρ Ανέστης χαζός δεν ήταν. Είχε καταλάβει ότι η κόρη του ερχόταν για τον «ζαβό». Μια δυο φορές που είχε ανοίξει τα μάτια του, τους είχε δει να κάθονται μαζί. Η Αννιώ να μιλάει και εκείνος να γνέφει. Μα ήταν τόσο γλυκιά αυτή η εικόνα, που δεν ήθελε να την χαλάσει. Έτσι δεν είπε τίποτα. Ούτε στην Άννα ούτε και στην γυναίκα του.
Ένα μεσημέρι που καθόντουσαν μαζί τον ρώτησε.
«Έχεις όνομα;»
Ο Άλκης έγνεψε όχι..
Η Αννιώ στεναχωρήθηκε. Άνθρωπος χωρίς όνομα;
«Θες να βρούμε μαζί ένα;» είπε με λαχτάρα
Τα μάτια του Άλκη έλαμψαν.
«Λοιπόν, θα σου λέω εγώ διάφορα ονόματα και όποιο σου αρέσει να με σταματήσεις…» είπε και ξεκίνησε.
«Κώστας. Πάνος. Νίκος. Γιάννης. Δημήτρης. Ηρακλής…» η Αννιώ σκεφτόταν και έλεγε διάφορα ονόματα, σχεδόν με τα μάτια κλειστά, για να συγκεντρωθεί όσο περισσότερο μπορούσε..
«…Αλέξης. Φίλιππος. Άρης. Γιώργος. Άλκης…» εκεί την σταμάτησε, πιάνοντάς της το χέρι.
Η κοπέλα ξαφνιάστηκε, μα της άρεσε τόσο αυτή τη επαφή. Σκέπασε το χέρι του με το δικό της.
«Άλκης;» ρώτησε γλυκά.
Το αγόρι έλαμψε από χαρά και έγνεψε θετικά.
«Από σήμερα λοιπόν, θα σε φωνάζω Άλκη!».
Άρτεμις Γ.Κ.
Συνεχίζεται…
