Damon HellWay Saga: Το Μονοπάτι του Φεγγαριού

Δυο γυναίκες και δυο δίδυμοι άντρες, είναι ακινητοποιημένοι στις καρέκλες της αίθουσας ενός πλοίου που πλημμυρίζει με νερό. Ένας άλλος άντρας, στέκεται απέναντί τους, σε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα και παίζει βιολί. Συνεχίζει να παίζει, μέχρι που το νερό ανεβαίνει ως τον λαιμό και τελικά καλύπτει μια για πάντα τα πρόσωπά τους.

Εικοσιτέσσερα χρόνια πριν…

Ο εννιάχρονος Νέστορ Ουέμπστερ, έδινε το πρώτο του ρεσιτάλ βιολιού. Σε μια κατάμεστη αίθουσα, στεκόταν μόνος του στο κέντρο της σκηνής και γέμιζε μελωδίες την ατμόσφαιρα. Όλοι μιλούσαν για ένα παιδί-θαύμα, άξιο να συναγωνιστεί ενήλικες βιολιστές˙ένα παιδί, που θα γινόταν ο καλύτερος βιολιστής που θα γνώριζε η ανθρωπότητα.

Δεκαεννέα χρόνια πριν…

Ήταν νύχτα. Ο εξάχρονος Φράνκι στεκόταν στο σκοτεινό κατάστρωμα του πλοίου. Μια μαυροφορεμένη φιγούρα, ήταν όρθια δίπλα στα κάγκελα. Κρατούσε στην αγκαλιά της έναν μπόγο που κουνιόταν σπασμωδικά. Σχεδόν αμέσως, τον έριξε στη θάλασσα. Ακούστηκε ένας απαλός παφλασμός. Έπειτα σιωπή. Η φιγούρα απομακρύνθηκε.

Ο Φράνκι πλησίασε, σκαρφάλωσε στα κάγκελα και κοίταξε το σκούρο βελούδο που κυμάτιζε νωχελικά μέσα στο σκοτάδι. Ο μπόγος είχε εξαφανιστεί. Μικρά διάσπαρτα διαμάντια στραφτάλιζαν στο νερό, αντικατοπτρίζοντας το ασημένιο μονοπάτι που χάραζε πάνω του το φως του φεγγαριού.

Πολλές φορές αναρωτήθηκε πού οδηγούσε κι ευχόταν να μπορούσε να το ακολουθήσει.
Έσφιξε με τις μικρές παλάμες του το κάγκελο. Γιατί να μην το έκανε τώρα; Σήκωσε το ποδαράκι και προσπάθησε να το περάσει από πάνω.

Δυο χέρια τον άρπαξαν απότομα και τον απομάκρυναν. Κοίταξε τον άντρα που είχε σκύψει προς το μέρος του.
«Δεν ήρθε ακόμη η ώρα, μικρέ» του χαμογέλασε.

Το παιδί τον παρατήρησε με ενδιαφέρον. Το βλέμμα του στάθηκε στην ολόχρυση οδοντοστοιχία που έλαμπε από άκρη σε άκρη μέσα στο στόμα του και στα κολλημένα με ζελέ μαύρα μαλλιά του που γυάλιζαν κάτω από το φεγγαρόφωτο.
«Θα έρθει δηλαδή;»
Εκείνος χαμογέλασε ακόμη πιο πλατιά. Ένευσε.
«Φράνκι!»

Το αγόρι γύρισε απότομα προς τα πίσω. Η γιαγιά του τον πλησίασε κουτσαίνοντας και τον κράτησε σφιχτά από το χέρι.
«Σου είπα να μην απομακρυνθείς» τον μάλωσε. «Είναι επικίνδυνο να πέσεις στη θάλασσα».
«Με πρόσεχε ο άντρας» αντέτεινε.
Η γιαγιά έσμιξε τα φρύδια.
«Ποιος άντρας;»
«Με τα χρυσά δόντια».
Έδειξε προς το σημείο που στεκόταν πριν λίγο. Δεν υπήρχε κανείς.

Έντεκα χρόνια πριν…

Οι επτάχρονοι δίδυμοι Μπαρτόλομιου και Αλεξάντερ Ουέμπστερ, έπαιρναν ακόμη ένα βραβείο σε έναν παγκόσμιο διαγωνισμό μαθηματικών. Ο υψηλός δείκτης ευφυίας και των δυο παιδιών τους χάριζε τη δέκατη διάκριση. Αναμένονταν πολλές ακόμη.

***

Το σπίτι του Φράνκι, βρισκόταν δίπλα στη θάλασσα. Κάθε βράδυ, στεκόταν μπροστά στο παράθυρο και ατένιζε το ασημένιο μονοπάτι. Και κάθε φορά, ξυπνούσε το πρωί σκεπασμένος στο κρεβάτι του, χωρίς να θυμάται πότε και ποιος τον είχε οδηγήσει εκεί.
Η μορφή του άντρα με τα χρυσά δόντια, είχε πλέον ξεθωριάσει. Το ίδιο και η υπόσχεση που του είχε δώσει.

Τρία χρόνια πριν…

Οι δεκαπεντάχρονοι πλέον δίδυμοι Μπαρτόλομιου και Αλεξάντερ, στέκονταν πάνω από την κούνια ενός μωρού που μουρμούριζε νωχελικά. Μια ματιά, ήταν αρκετή για να καταλάβουν πώς κάτι δεν πήγαινε καλά με την εμφάνιση του βρέφους. Τα δάχτυλα των χεριών του, δεν ξεχώριζαν, ήταν ενωμένα σαν μια μάζα. Βήματα που πλησίαζαν, έκαναν τα δυο αγόρια να παραμερίσουν. Μια γυναίκα, έσκυψε πάνω από την κούνια και σήκωσε ένα μαξιλάρι. Το μουρμουρητό του μωρού, σταμάτησε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

***

Ο τριαντάχρονος πλέον Νέστορ έπαιζε σε μια ακόμη κατάμεστη αίθουσα ένα σόλο βιολιού. Μόνος του πάνω στη σκηνή, είχε καταφέρει να μαγνητίσει τα βλέμματα όλων. Ήταν πλέον ένας από τους πιο ακριβοπληρωμένους καλλιτέχνες.
Σήμερα…

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ο εικοσιπεντάχρονος πλέον Φρανκ τράβηξε το σχοινί από τη βάρκα του και την έσυρε στη στεριά. Ο παφλασμός των κυμάτων, έφερε μαζί του έναν απόμακρο ψίθυρο:
«Πρόσεχε τις βάρκες που περπατούν στη στεριά. Είναι οιωνός θανάτου».
Τα λόγια σώπασαν και μερικές αλμυρές σταγόνες προσγειώθηκαν στα χείλη του.

Ήταν η πολλοστή φορά που είχε την εντύπωση πως η θάλασσα του μιλούσε με τη φωνή της γιαγιάς του, επαναλαμβάνοντας φράσεις που έλεγε η ίδια. Πέντε χρόνια είχαν περάσει από τον θάνατό της˙ πέντε χρόνια από τότε που έμεινε μόνος στο σπιτάκι δίπλα στη θάλασσα˙ εκείνο το σπιτάκι με τη σκισμένη ταπετσαρία, την τρύπια σκεπή και τους τοίχους που κατέτρωγε η υγρασία. Οι ψίθυροι της θάλασσας εισχωρούσαν από τις ρωγμές μουρμουρίζοντας λόγια ακατάληπτα.

Αφού έδεσε τη βάρκα, κάθισε στην αμμουδιά. Θυμήθηκε τη μέρα που ο θάνατος την πήρε μακριά του.
Είχε ξαπλώσει μπρούμυτα και ζωγράφιζε στην άμμο. Μερικές σταγόνες έπεσαν στα μάγουλα του στρογγυλοπρόσωπου αγοριού που είχε σχεδιάσει, μοιάζοντας με δάκρυα. Ψηλάφισε τα δικά του μάγουλα. Ήταν υγρά. Έκλαιγε, για πρώτη φορά στη ζωή του, χωρίς μάλιστα να το καταλάβει.

***

Η επτάχρονη Μάλορι ήταν κουλουριασμένη στο κρεβάτι, στην άκρη της σκοτεινής καμπίνας ενός πλοίου. Με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από τα γόνατά της, λίκνιζε το σώμα της μπρος πίσω, σιγομουρμουρίζοντας τη μελωδία της λίμνης των κύκνων του Τσαϊκόφσκι. Ο ήχος ενός διακόπτη διέκοψε το μουρμουρητό της και οι λάμπες από νέον στο ταβάνι φώτισαν τον χώρο, προκαλώντας έναν ενοχλητικό αδιάκοπο βόμβο. Μια γυναίκα που φορούσε μακριά λευκή ρόμπα στάθηκε απέναντί της. Στο στήθος, είχε καρφιτσωμένη μια κονκάρδα με το όνομα Τζένα.

Παρατήρησε τον χώρο. Μαύρες νότες και πεντάγραμμα ήταν ζωγραφισμένα στους λευκούς τοίχους. Το πάτωμα είχε το χαρακτηριστικό χρώμα του νερού της λίμνης με νούφαρα σχεδιασμένα, ενώ κύκνοι ήταν ζωγραφισμένοι στην οροφή. Τα ροζ σεντόνια του κρεβατιού ήταν διπλωμένα και ανέγγιχτα. Το κορίτσι έμοιαζε με σαλιγκάρι όπως ήταν κουλουριασμένη. Τα πόδια της ήταν γεμάτα πληγές από τις ατελείωτες πρόβες. Ένα ζευγάρι παπούτσια μπαλαρίνας ήταν πεταμένα πάνω σε ένα νούφαρο, ενώ ένα λευκό τούλινο φόρεμα έμοιαζε με βαμβάκι που επέπλεε στο ζωγραφισμένο νερό.

Η Τζένα την πλησίασε.
«Μάλορι;»

Της χάιδεψε το μέτωπο με προσποιητό ενδιαφέρον. Η μικρή τραβήχτηκε. Εκείνη δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται.
«Δεν έκανες εξάσκηση σήμερα;» τη ρώτησε με το χέρι μετέωρο.
«Δεν χρειάζεται» της απάντησε κοφτά. «Είμαι έτοιμη».

Η Τζένα ανασήκωσε το φρύδι. Κάθε ίχνος προσποίησης χάθηκε από το πρόσωπό της.
«Το καλό που σου θέλω».

Απομακρύνθηκε. Μόλις ο ήχος του διακόπτη ακούστηκε ξανά, το δωμάτιο βυθίστηκε στο σκοτάδι. Ο αδιάκοπος βόμβος της λάμπας σώπασε κι έδωσε τη θέση του στο μουρμουρητό της μελωδίας των κύκνων που σιγοτραγουδούσε η Μάλορι.

***

Ο τριαντατριάχρονος πλέον Νέστορ στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη μιας καμπίνας του ίδιου πλοίου και έδεσε τη γραβάτα του. Ο ίδιος αδιάκοπος βόμβος ακουγόταν και στο δικό του δωμάτιο. Κούμπωσε το γιλέκο κι έστρωσε το λευκό του πουκάμισο. Έριξε μια ματιά στο βιολί που ήταν ακουμπισμένο στο κρεβάτι κι έπειτα κοίταξε το πάτωμα. Πάνω του ήταν ζωγραφισμένη η αίθουσα ενός θεάτρου με πλήθος κόσμου στις κερκίδες. Τα μέλη μιας ορχήστρας ήταν σχεδιασμένα στους τοίχους. Σήκωσε το κεφάλι και είδε τον μαέστρο που ήταν αποτυπωμένος στην οροφή. Έπιασε το βιολί, έκλεισε τα μάτια και ξεκίνησε να παίζει.

***

«Ετοιμάσου! Σε λίγο βγαίνεις!»
Ακούστηκε η Τζένα έξω από το δωμάτιο της Μάλορι. Το φως άναψε απότομα. Η μικρή έκλεισε σφιχτά τα μάτια και κάλυψε τα αυτιά με τα χέρια της πιέζοντας δυνατά. Το απαλό χάδι όμως που ένιωσε στο μάγουλό της, της προσέφερε μια ξαφνική αίσθηση ασφάλειας. Ναι, αυτό το χάδι, δεν είχε καμία σχέση με το προσποιητό χάδι της Τζένα. Ελευθέρωσε τα αυτιά και άνοιξε τα μάτια. Μπροστά της, στεκόταν ένα κορίτσι με μακριές λευκές πλεξούδες, χλωμό πρόσωπο, γαλάζια μάτια, άσπρες κάλτσες με μαύρες ρίγες ως το γόνατο, μαύρα λουστρίνια και ασορτί βελούδινο φόρεμα. Με έκπληξη διαπίστωσε πως ο ενοχλητικός βόμβος της λάμπας δεν ακουγόταν πια. Το χλωμό κορίτσι έτεινε το χέρι προς το μέρος της.
«Είμαι η Λούσι» την άκουσε να ψιθυρίζει χωρίς να κουνάει καν τα χείλη.

Η Μάλορι ανταπέδωσε τη χειραψία. Η Λούσι όμως δεν χαλάρωσε τη λαβή. Την τράβηξε απότομα και την οδήγησε στο τούλινο φουστάνι. Η Μάλορι έσκυψε και το κράτησε στην αγκαλιά της.

***

Ο Φρανκ καθόταν στην αμμουδιά. Το βλέμμα του αιχμαλωτίστηκε από ένα πεφταστέρι που έσκισε τον ουρανό και βούτηξε στο σκούρο βελούδο της θάλασσας. Η ματιά του όμως, παρέμεινε στην επιφάνεια και πιο συγκεκριμένα… στο ασημένιο μονοπάτι που χάραζε το φεγγάρι πάνω στο νερό. Ο απαλός παφλασμός των κυμάτων, έφερε στα αυτιά του μια άλλη φωνή˙ μια φωνή που νόμιζε πως είχε ξεχάσει. Ο άντρας με τη χρυσή οδοντοστοιχία, του ψιθύρισε λες και στεκόταν ακριβώς δίπλα του.
«Ήρθε η ώρα, μικρέ».

Ο Φρανκ σηκώθηκε απότομα. Έλυσε τη βάρκα κι έπλευσε ακολουθώντας το μονοπάτι.

***

Οι δεκαοχτάχρονοι πλέον δίδυμοι Μπαρτόλομιου και Αλεξάντερ Ουέμπστερ και η μητέρα τους Αντέλαϊντ, κάθονταν στις τρεις μπροστινές θέσεις της μεγάλης σάλας του πλοίου. Τα υπόλοιπα καθίσματα ήταν άδεια. Μπροστά τους, ήταν στημένη μια υπερυψωμένη πλατφόρμα με αυλαία κατεβασμένη. Η Τζένα ξεπρόβαλε πίσω από την κουρτίνα.
«Ελπίζω να μην περιμένατε πολύ» τους χαμογέλασε.
«Εμείς» πήγε να πει ο Μπαρτόλομιου, μα τον λόγο πήρε η Αντέλαϊντ διακόπτωντάς τον.
«Τόσα χρόνια, εξακολουθείτε να δουλεύετε σε ένα πλοίο και να μας κουβαλάτε στη μέση του ωκεανού».

Οι δίδυμοι ένευσαν ζωηρά δείχνοντας πως συμφωνούσαν.
«Μα… σας το εξήγησα επανειλημμένως» έσπευσε να δικαιολογηθεί η Τζένα. «Το πλοίο μας δίνει τη δυνατότητα να μην έχουμε σταθερή βάση ώστε να μπορούμε να κάνουμε τις… έρευνές μας» συμπλήρωσε με νόημα «υπό άκρα μυστικότητα».

Η Αντέλαϊντ ένευσε αδιάφορα. Οι δίδυμοι τη μιμήθηκαν.
«Ο Νέστορ πού είναι;» ζήτησε να μάθει η μητέρα κι έδειξε προς μια άδεια θέση δεξιά της.
«Μου είπε πως έχει δουλειά».
Η Αντέλαϊντ ένευσε ξανά βιαστικά.

Λίγα λεπτά αργότερα, η μελωδία της λίμνης των κύκνων πλημμύρισε την αίθουσα. Η Μάλορι χόρευε αιθέρια πάνω στη σκηνή. Το τούλινο φόρεμά της, την έκανε να μοιάζει με λευκό λουλούδι που κινούταν ρυθμικά και στροβιλιζόταν λες και το παρέσυραν απαλές ριπές ανέμου. Τα πόδια της ίσα που πατούσαν στο έδαφος. Για την ακρίβεια… η Τζένα γούρλωσε τα μάτια, στα αλήθεια δεν πατούσε. Η μικρή αιωρούταν λίγα εκατοστά στην αρχή, μα όσο περνούσε η ώρα πετούσε όλο και ψηλότερα.

Στράφηκε προς την κριτική επιτροπή. Ήταν το ίδιο έκπληκτοι με εκείνη.

Αυτό δεν είναι μέσα στο πρόγραμμα, σκέφτηκε. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί.
Κι όμως συνέβαινε.

Η Μάλορι στροβιλιζόταν με απίστευτη ταχύτητα˙ τόση, που έμοιαζε πλέον με λευκή θολούρα. Όταν τελικά προσγειώθηκε, αντίκρισαν ένα άγνωστο προς αυτούς κορίτσι. Ήταν η Λούσι. Έκανε μια βαθιά υπόκλιση και οπισθοχώρησε, τη στιγμή που ηχηρά παλαμάκια αντηχούσαν στην τεράστια αίθουσα.

Ένας άντρας, το ίδιο χλωμός με τη Λούσι, με επίσης λευκά μαλλιά και καταγάλανα μάτια, ντυμένος στα μαύρα, ανέβηκε στη σκηνή και στάθηκε απέναντί τους.

Η Τζένα προσπάθησε να σαλέψει, μα έκπληκτη διαπίστωσε πως βρισκόταν καθισμένη δίπλα στους διδύμους. Το σώμα της ήταν ακινητοποιημένο. Οι σπασμωδικές κινήσεις της οικογένειας Ουέμπστερ την έκαναν να καταλάβει πως το ίδιο συνέβαινε και σε αυτούς.
«Τι σημαίνουν όλα αυτά;» ρώτησε με σφιγμένα δόντια η Αντέλαϊντ. «Ποιος είσαι;»

Εκείνος χαμογέλασε.
«Damon HellWay» απάντησε ήρεμα.

***

Η Μάλορι ακολουθούσε τη διαδρομή που της είχε υποδείξει η Λούσι, λίγο πριν πάρει τη θέση της. Έστριψε σε ένα στενό διάδρομο. Λίγα μέτρα μόνο τη χώριζαν από τη σκάλα που οδηγούσε στο κατάστρωμα και συνάμα στην ελευθερία της. Ξαφνικά, μια πόρτα άνοιξε και το κορίτσι σταμάτησε απότομα. Ο Νέστορ ξεπρόβαλε και της έκλεισε τον δρόμο.

***

«Ποιος διάολο είσαι;» ρώτησε ξανά η Αντέλαϊντ.

Ο Damon χαμογέλασε. Το χαμόγελό του όμως ήταν τόσο ψυχρό, που οι τέσσερις αιχμάλωτοι, ένιωσαν κρύο ιδρώτα να τους λούζει και ρίγος να συνταράσσει το κορμί τους. Ο άντρας έσκυψε προς το μέρος της και τότε το απότομο κρύο, αντικαταστάθηκε από ζέστη. Η γυναίκα ένιωθε το δέρμα της να τσουρουφλίζεται, μα αδυνατούσε να φωνάξει για να ξεσπάσει.

«Είμαι αυτός που είπες» απάντησε ήρεμα και απομακρύνθηκε. Άρχισε να βηματίζει. «Είμαι αυτός που προσκάλεσες με τα ανοσιουργήματά σου».
«Τα…» πήγε να πει, μα τα χείλη της ξαφνικά ενώθηκαν σε μια ευθεία γραμμή, λες και κάποιος τα είχε ράψει άτσαλα μεταξύ τους.
«Μη με διακόπτεις» της είπε αυστηρά.
Εκείνη ξεροκατάπιε. Τα χείλη της ελευθερώθηκαν. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Ο Damon έσκυψε και πάλι από πάνω της.

«Θυμάσαι, Αντέλαϊντ; Θυμάσαι το μωρό που έριξες στη θάλασσα, γιατί γεννήθηκε με αλμπινισμό; Το βρέφος που έπνιξες στην κούνια του, γιατί γεννήθηκε με σύνδρομο apert; Όλα εκείνα τα μωρά που σκότωσες γιατί γεννήθηκαν με γενετικές ανωμαλίες που εσύ η ίδια προκάλεσες;»

Ανασηκώθηκε και άρχισε να βηματίζει ξανά.
«Είχες δείκτη ευφυίας υψηλό. Όπως και ο πατέρας σου. Αυτό όμως ήταν η καταστροφή του. Η πίεση, το στρες και η κοινωνική απομόνωση που αντιμετώπιζε επηρέασαν την ψυχολογική του κατάσταση. Κάποια στιγμή, το ταραγμένο του μυαλό, ξεκίνησε μια διαδρομή παράνοιας. Του εντυπώθηκε η ιδέα, πως ο μόνος τρόπος να γεννηθούν έξυπνα παιδιά ήταν να δημιουργηθούν με το δικό σου ωάριο και το δικό του σπέρμα. Μόνο έτσι θα μπορούσε να διαιωνισθεί το… είδος σας και να κυριαρχήσει. Η μητέρα σου είχε πεθάνει στη γέννα. Δεν υπήρχε κανείς να τον σταματήσει. Κι εδώ έρχεσαι εσύ».
Στράφηκε στην Τζένα.

«Ο δικός σου πατέρας τον γνώρισε σε ένα ιατρικό συνέδριο για την τεχνητή γονιμοποίηση. Τον προσέγγισε. Τον έπεισε πως είχε τη δυνατότητα να τροποποιήσει τα γονίδια των παιδιών του σωλήνα. Θα γεννιόνταν σίγουρα με τον υψηλό δείκτη ευφυίας των γονιών τους. Δεν σταμάτησε όμως εκεί. Ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να τροποποιήσει τα γονίδια που επηρεάζουν παράγοντες που σχετίζονται με την μαθησιακή ικανότητα, το μουσικό ταλέντο και άλλες ικανότητες. Του εξήγησε φυσικά πως δεν αρκούσαν μόνο τα γονίδια. Απαιτούμενο ήταν και η μετέπειτα σκληρή δουλειά του κάθε παιδιού στον αντίστοιχο τομέα. Και έτσι γεννήθηκε ο Νέστορ˙ ο ξακουστός βιολιστής».
Στράφηκε πάλι στην Αντέλαϊντ.

«Ο πατέρας σου πέθανε. Το έργο του λοιπόν, έπρεπε να το συνεχίσεις εσύ, με ωάριο δικό σου και σπερματοζωάριο, του γιου και αδερφού σου Νέστορ. Όσα μωρά γεννήθηκαν με γενετικές ανωμαλίες, φρόντισες να τα ξεφορτωθείς. Έπειτα ήρθαν οι Μπαρτόλομιου και Αλεξάντερ˙ οι μαθηματικές διάνοιες. Και μετά από μερικές ακόμη αποτυχημένες προσπάθειες, η Μάλορι˙ η πρίμα μπαλαρίνα.
Είχατε σκοπό να δημιουργήσετε μια στρατιά από αυτούς. Να τους στείλετε να κατακτήσουν τον κόσμο κινώντας εσείς τα νήματά τους˙ εισπράττοντας εσείς τις απολαβές τους. Πήγατε κόντρα στη φύση˙ κόντρα στην ηθική˙ Διαπράξατε φόνους. Προσπαθήσατε να γίνετε θεοί μα το μόνο που καταφέρατε είναι να οδηγηθείτε στη συντριβή του κήπου της Εδέμ που δημιουργήσατε. Ήρθε η ώρα να υποστείτε τις συνέπειες».

Χτύπησε παλαμάκια. Νερό ξεπήδησε από τους τοίχους. Οι αιχμάλωτοι άρχισαν να ουρλιάζουν τρομοκρατημένοι. Ο Damon έπιασε τη Λούσι από το χέρι και απομακρύνθηκαν.

***

Το πλοίο έγειρε απότομα και η Μάλορι έχασε την ισορροπία της. Σωριάστηκε στο πάτωμα διαπιστώνοντας έντρομη πως είχε πλημμυρίσει. Κοίταξε τον Νέστορ που στεκόταν όρθιος στηριζόμενος στην πόρτα.
«Βοήθησέ με» τον παρακάλεσε.

Το βλέμμα του ήταν ανεξιχνίαστο. Τελικά έτεινε το χέρι προς το μέρος της. Το κορίτσι σηκώθηκε.
«Έλα να φύγουμε μαζί» τον προέτρεψε.
Ο άντρας όμως κόλλησε την πλάτη του στον τοίχο, ανοίγοντάς της δρόμο.

Η μικρή έφτασε με κόπο στο κατάστρωμα. Τρομοκρατημένη διαπίστωσε πως βρίσκονταν στη μέση θαλασσοταραχής. Άγρια κύματα μαστίγωναν το πλοίο κι εκείνη πάσχιζε μάταια να κρατήσει την ισορροπία της. Ένα απότομα τράνταγμα, την έριξε στη θάλασσα.

***

«Μαμά» μουρμούρισε απελπισμένος ο Μπαρτόλομιου. «Μαμά τι…»
«Σκάσε!» τον μάλωσε εκείνη προσπαθώντας μάταια να λυθεί.

Ο ήχος της πόρτας που άνοιγε πίσω τους, την έκανε να αναθαρρήσει. Γύρισε με κόπο και είδε τον Νέστορ να πλησιάζει κρατώντας το βιολί.
«Νέστορ!» τον παρακάλεσε η Τζένα. «Βοήθησέ μας».

Εκείνος, χωρίς να τους δώσει σημασία, σκαρφάλωσε στην πλατφόρμα και ενώ το νερό είχε πλέον φτάσει ως τη μέση τους, ξεκίνησε να παίζει βιολί. Και συνέχισε να παίζει, μέχρι που έφτασε ως τον λαιμό και τελικά κάλυψε μια για πάντα τα πρόσωπά τους.

***

Όταν συνήλθε η Μάλορι, διαπίστωσε πως ακουμπούσε σε κάτι σκληρό, που κουνιόταν ήρεμα. Άνοιξε δειλά τα μάτια. Βρισκόταν σε μια βάρκα. Δίπλα της, ο Φρανκ, έκανε κουπί. Δοκίμασε να ανασηκωθεί.
«Ωπ! Ήρεμα, μικρή» τη μάλωσε.
Εκείνη υπάκουσε.

«Ποιος είσαι;»
«Είμαι ο Φράνκι».
«Το πλοίο…» ψέλλισε εκείνη και προσπάθησε να το διακρίνει μέσα στο σκοτάδι.
«Δεν υπάρχει ίχνος του πλέον» τη διαβεβαίωσε. «Έκανα πολύ σωστά που άκουσα τη συμβουλή του άντρα με το χρυσό χαμόγελο».
«Τι;» απόρησε το κορίτσι.
«Μου είπε πως είχε έρθει η ώρα να ακολουθήσω το μονοπάτι του φεγγαριού. Δεν ήξερα γιατί, μα υπάκουσα. Και με οδήγησε σε εσένα. Σε βρήκα μισοπνιγμένη. Όλα θα πάνε καλά τώρα».

Η Μάλορι σηκώθηκε με περισσότερη προσοχή αυτή τη φορά και κοίταξε τριγύρω. Το νερό κυμάτιζε ήρεμο. Η βάρκα τους, έπλεε πάνω στο μονοπάτι που χάραζε το φεγγάρι στη θάλασσα.

***

«Χρειάζομαι μια διευκρίνιση για τον επίλογό μου» είπε ο Τζέρεμι. Ο προσωπικός συγγραφέας του Damon, βρισκόταν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο καθισμένος μπροστά σε έναν καθρέφτη με σελίδες αραδιασμένες πάνω στο έπιπλο. Κοίταξε την αντανάκλασή του, μα αντί για το δικό του είδωλο, αντίκρισε εκείνο του Damon.
«Σε ακούω» του είπε ήρεμα.
«Τι άλλο υπήρχε στο πλοίο;»
«Το υπόγειο ήταν γεμάτο με έμβρυα, μέσα σε σωλήνες. Σε διπλανές καμπίνες κοιμόνταν όλοι όσοι συμμετείχαν σε αυτό το ανόσιο πείραμα. Δεν σώθηκε κανείς».
«Ποιος σε κάλεσε;»
«Ο Νέστορ».
«Γιατί;»
«Δεν άντεχε άλλο. Γνώριζε τι συνέβαινε. Ήξερε πως όταν η μητέρα του πέθαινε, θα έπρεπε να συνεχίσει εκείνος, μαζί με τη Μάλορι. Μου ζήτησε λοιπόν να δώσω ένα τέλος και να του χαρίσω το καλύτερο ρεσιτάλ της ζωής του».
«Μπορούσε να σωθεί».
«Δεν ήθελε να σωθεί. Δεν ήθελε να συνεχίσει να ζει».
«Και η Μάλορι; Εκείνος σου ζήτησε να τη σώσεις;»
«Όχι. Ήταν δική μου απόφαση».
«Γιατί;»
«Γιατί ήταν απλά ένα μικρό παιδί».
Ο Τζέρεμι ένευσε. Έγραψε τις τελευταίες του αράδες κι έπειτα ακούμπησε τις σελίδες στην επιφάνεια του καθρέφτη. Εκείνες απορροφήθηκαν μεμιάς. Το είδωλο του Damon, εξαφανίστηκε.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading