Δίκη και καταδίκη

(Η ιστορία είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα)

Πάλι κοιμόταν στο μαξιλάρι του! Έκανε να την μετακινήσει, κάτι ακαταλαβίστικο μουρμούρισε μέσα στον ύπνο της και μαζεύτηκε στην πλευρά της, κρατώντας αγκαλιά το μαξιλάρι του. Την κοίταξε και χαμογέλασε! Πόσο όμορφη, φορούσε μόνο το εσώρουχο και όπως του γύρισε την πλάτη, μια λαχτάρα να της κάνει έρωτα ξεπήδησε από μέσα του. Έσκυψε την αγκάλιασε και της ψιθύρισε στο αυτί, φιλώντας την πλάτη της.
«Μωρό μου, να πάρω το μαξιλάρι μου;»
«Μμμ» απάντησε ξυπνώντας. «Άργησες …» τον φίλησε πεταχτά περνώντας τα χέρια της ολόγυρα του.
Την κοίταξε γλυκά και της πήρε μαλακά το μαξιλάρι. Έκλεισε τα μάτια να κοιμηθεί λίγο, προσπαθώντας να βολευτεί με την Νάντια κοιμισμένη στην αγκαλιά του. Έπρεπε να είναι νωρίς στο νοσοκομείο αύριο, το σώμα του πονούσε από την ορθοστασία, μα ο σωματικός πόνος δεν ήταν τίποτα, συγκρινόμενος με τον ψυχολογικό άδειασμα που ένιωθε. Πόσο αηδιασμένος ήταν από το ανθρώπινο είδος, πόση βία μπορούσε να ασκήσει ένας άνθρωπος σε έναν άλλο, πόσο μίσος και με πόση έλλειψη συναισθήματος μπορούσε να βασανίσει και να προκαλέσει θανάσιμες βλάβες;

Άνθρωπος… αυτό το είδος! Ως ιατροδικαστής είχε δει πολλά, αλλά το χθεσινό βράδυ ήταν το αποκορύφωμα. Οι γιατροί «λύγισαν» από το θέαμα της νεαρής γυναίκας. Αιμόφυρτη και σχεδόν πεθαμένη, παραμορφωμένο πρόσωπο από τα πολλά κτυπήματα, μώλωπες σε όλο της το σώμα, σημάδια από σβησμένα τσιγάρα και προχωρώντας προς τα γεννητικά όργανα, αποκρουστικό, σοκαριστικό θέαμα, τομές με ξυράφια και αιχμηρά αντικείμενα, βασανισμός με σκισμένη την σάρκα που κατέληγε στα γεννητικά όργανα. Πολύωρο χειρουργείο να σταματήσουν την εσωτερική αιμορραγία των οργάνων, βλάβες σε παχύ και λεπτό έντερο, αλλά δυστυχώς η γυναίκα κατέληξε. Μόλις 29 χρόνων… Πολλαπλοί βιασμοί και βασανισμοί. Ο βιαστής νόμιζε πως είχε πεθάνει και έφυγε, εγκαταλείποντάς την, η κοπέλα κατάφερε να καλέσει βοήθεια, το ασθενοφόρο κατέφθασε αμέσως, αλλά δυστυχώς πλην της νάρκωσης που της «πήρε» τον πόνο, δεν κατάφερε να επιζήσει. Στην μέση του χειρουργείου έπαθε καρδιακή προσβολή.

Αγκάλιασε την Νάντια σφιχτά, προσπαθώντας να διώξει τις εικόνες από το μυαλό του. Ποιο τέρας, ποιος άνανδρος, ποιο απόβρασμα, ποιος σαδιστής δολοφόνος Θεέ μου; Ποια δικαιοσύνη μπορεί να φτιάξει όλη αυτή την φρίκη; Ποιος ανθρώπινος νόμος; Σαν να κατάλαβε τις σκέψεις του η Νάντια, κουνήθηκε στην αγκαλιά του, να βολευτεί καλύτερα. Άνοιξε τα μάτια της ευθεία στα ανοιχτά δικά του και του ψιθύρισε. «Κοιμήσου αγάπη μου. Κοιμήσου…»
«Θα κοιμηθώ σε λίγο μωρό μου, είναι από την υπερένταση» αποκρίθηκε, χαϊδεύοντας το πρόσωπό της. «Κάθαρμα!» σκέφτηκε, «πώς μπορείς να βιάζεις και να βασανίζεις αυτά τα τόσο τρυφερά και όμορφα πλάσματα, πόσο κατεστραμμένος παίζει να είσαι;». Απάντηση δεν πήρε και σηκώθηκε ακροπατώντας να φτιάξει καφέ, αφήνοντας την Νάντια ν’ απλωθεί φιλάρεσκα σε όλο το κρεβάτι.

Η ώρα πέρασε γρήγορα, ντύθηκε και πήγε στο νοσοκομείο. Είχε να γράψει την έκθεση της νεκροψίας, δεν θα ήταν εύκολη ημέρα, παρόλες τις σημειώσεις που είχε κρατήσει, οι εικόνες που ανασκάλευε από την μνήμη του ήταν φρικαλέες. Η έκθεση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την κόλαση που έζησε το θύμα, ήθελε να είναι σίγουρος πως ο υπαίτιος θα έμπαινε για πάντα στην φυλακή. Δεν έπρεπε να ξεχάσει κανένα στοιχείο, καμιά περιγραφή δεν ήταν τυπική, αλλά εμπλουτισμένη με συναισθηματισμό και ανθρωπιά. Έκανε χρόνια αυτή την δουλειά, ήταν έμπειρος πλέον και γνώριζε πως οι δικαστές έδιναν πάντα βάση στις αναφορές και εκθέσεις του. Ακόμα και οι αξιωματικοί, αν κάποιο έγκλημα δεν είχε προχωρήσει, σε εκείνον απευθυνόταν να τους πει την επαγγελματική του άποψη. Ο λόγος του μέτραγε και το γνώριζε!

Λίγο πριν τις δώδεκα, άκουσε κτύπημα στην πόρτα του γραφείου και πριν προλάβει να απαντήσει μπήκε μέσα η υπαστυνόμος Κουρή. Γνωρίζονταν χρόνια, υπήρξαν εραστές ένα μικρό διάστημα πριν γνωρίσει την Νάντια. «Όμορφη γυναίκα με λάθος επάγγελμα» σκέφτηκε ξανά όπως αντίκριζε το ανήσυχο βλέμμα της.
«Αλέξανδρε, έχουν πέσει οι ψυχολόγοι πάνω του, φοβάμαι πως θα κάνει χρήση ψυχιατρικού ασύλου. Μπορώ να δω την αναφορά σου σε παρακαλώ; Δεν πρέπει να γίνει κανένα λάθος, αυτό το κάθαρμα δεν πρέπει να την γλιτώσει!»
«Χριστίνα ηρέμησε. Δεν πρόκειται να την γλιτώσει. Υπάρχουν τόσοι γιατροί που μπορούν να καταθέσουν και φυσικά η έκθεση που θα τελειώσω σε λίγο αν με αφήσεις»
«Είναι και κάτι άλλο που με ανησυχεί. Είναι ανήλικος Αλέξανδρε και στους ανηλίκους πάντα δίνουν ελαφρυντικά. Αν το συνδυάσουν με την άσχημη ψυχολογική θέση του, τότε είναι πιθανό να την γλιτώσει με δέκα χρόνια και εθελοντική εργασία»

Ο Αλέξανδρος έκπληκτος σήκωσε το βλέμμα.
«Αυτό δεν θα το αφήσω να συμβεί Χριστίνα!»

Δέκα χρόνια μετά

Βιαζόταν να φύγει, θα πήγαιναν στο θέατρο με τον μικρό, να μείνει λίγο και η Νάντια μόνη, να χαλαρώσει, συνεχώς με το παιδί, χρειαζόταν ένα μικρό διάλειμμα. Κτύπησε το κουδούνι. Η εξώπορτα άνοιξε απευθείας. «Περίεργο, συνήθως πάταγε το κουμπί ο μικρός και τον έβλεπε από την κάμερα του θυροτηλέφωνου. Μπορεί να τον ετοιμάζει η Νάντια» σκέφτηκε και προχώρησε προς το ασανσέρ.

Πάτησε τον όροφο έξι, ρετιρέ, στρώνοντας μηχανικά τα μαλλιά του στον καθρέπτη του ασανσέρ. Έπαιζε Μότσαρτ από το ηχείο. Υπερεκτιμημένο το ρετιρέ, αλλά το ήθελε η Νάντια, να έχουν την άνεση τους να καλούν φίλους, να κάνουν φασαρία χωρίς να ακούν οι γείτονες και τελικά με τον ερχομό του παιδιού αποδείχτηκε βολικό, αρκετός χώρος αποθήκευσης, ποδήλατα και λογής παιχνίδια τριγύρω από την εξώπορτα.

Έβαλε το κλειδί ν’ ανοίξει, σκύβοντας ταυτόχρονα, να βγάλει τα παπούτσια. Δεν πρόλαβε να δει, ένα χέρι του έκλεισε το στόμα, σπρώχνοντάς τον με δύναμη προς τα μέσα. Πριν προλάβει να πει οτιδήποτε, ένα βαρύ αντικείμενο έπεσε με ορμή στο κεφάλι του. Συνήλθε, κάπως ζαλισμένος, έβλεπε θολά, τα χέρια του δεμένα πίσω, ένιωθε το τριχωτό της κεφαλής του να τρέχει αίμα. Άνοιξε τα μάτια με αγωνία, ο μικρός φοβισμένος καθόταν σε μια πολυθρόνα και η Νάντια με λυγμούς σέρβιρε γεμιστά σε τρεις τύπους που είχαν στρωθεί στο τραπέζι του και απαιτούσαν με φωνές να φάνε. Έκανε να λυθεί, με σπασμωδικές κινήσεις προσπάθησε να σηκωθεί, φώναζε σαν τρελός να αφήσουν ήσυχους την γυναίκα του και το παιδί του. Ο ένας από τους τρεις, ο πιο μεγαλόσωμος σηκώθηκε θυμωμένος και άρπαξε το παιδί από το ρούχο, η Νάντια έπαθε υστερία, ο δεύτερος ο πιο μικρός σε ηλικία, την χαστούκισε και της φώναξε να σταματήσει, σημαδεύοντας με όπλο το κεφάλι της. Σηκώθηκε και ο τρίτος, κλωτσώντας τον Αλέξανδρο και τον οδήγησαν μαζί με τον μικρό στο μπάνιο και τους κλείδωσαν μέσα. Ακουγόντουσαν φωνές, «Θεέ μου η Νάντια, η Νάντια μου», ο μικρός έκλαιγε φωνάζοντας την μαμά του. Προσπάθησε να σπάσει την πόρτα, θεριό ανήμερο, τρελός από οργή, «θα τους σκοτώσω» έλεγε και ξαναλέγε.

Μισή εφιαλτική ώρα που η γυναίκα του φώναζε, ούρλιαζε και εκείνοι γέλαγαν, την έβριζαν, την βίαζαν. Μισή εφιαλτική ώρα να κοπανιέται και να κτυπάει την πόρτα με φόρα. Να φωνάζει, να κλαίει να προσπαθεί να σκεφτεί έναν τρόπο να σώσει την Νάντια. Μισή εφιαλτική ώρα που το παιδί τους, ήταν μάρτυρας. Μισή εφιαλτική ώρα που άλλαξε την ζωή τους. Όταν κατάφερε να σπάσει την πόρτα του μπάνιου μαζί με μια εξάρθρωση ώμου, η Νάντια ήταν αναίσθητη στο χαλί, τα ρούχα της σκισμένα με μώλωπες στο πρόσωπο και αίμα έτρεχε από το στόμα της. Οι δράστες είχαν εξαφανιστεί.

Ομαδικός βιασμός και ένα πολύωρο χειρουργείο από ρήξη μήτρας. Επέζησε! Θεέ επέζησε! Ένας φρικτός μήνας μέχρι να ξαναπερπάτησει, πονούσε παντού, δεν κοιμόταν, είχε συνεχώς εφιάλτες εκείνη και το παιδί. Οι ψυχολόγοι μπαινόβγαιναν στο σπίτι τους, ζητούσαν κατανόηση και στήριξή από εκείνον, «Θέλει χρόνο, δεν θα αλλάξει ποτέ ό,τι έγινε, αλλά πρέπει να συνεχίσετε να ζείτε, οφείλεται να το κάνετε για το παιδί σας». Την κοίταζε να χάνεται στις σκέψεις της, να αποκοιμιέται μόνο με χάπια, να μην θέλει να δει κανέναν, να μισεί την εικόνα της, την ζωή της. Και εκείνος παράταιρα να κατηγορεί τον εαυτό του που δεν προστάτεψε την οικογένεια του, όπως οφείλει να κάνει κάθε άνδρας!

Τους βρήκαν από το γενετικό υλικό που είχαν αφήσει πάνω της, με την γνωστή ανάλυση DNA. Τρεις, ο ένας ανήλικος, οι άλλοι δυο είκοσι και είκοσι έξι. Ο εικοσιεξάχρονος ήταν εκείνος που είχε βιάσει την γυναίκα που πέθανε εκείνο το βράδυ, δέκα χρόνια πριν. Συνέβη ό,τι προνόησε η υπαστυνόμος Κουρή, ζήτησε ψυχιατρικό άσυλο, μόνο δέκα χρόνια ποινή και αφέθηκε ελεύθερος. Τότε ήταν δεκαέξι χρόνων. Σήμερα είκοσι έξι, το πρώτο πράγμα που έκανε μόλις βγήκε ήταν αυτό που ήξερε καλύτερα. Βίασε με σκοπό να σκοτώσει, να βασανίσει, να ζήσει την δίκη του νίκη σε έναν κόσμο που τον δίκασε, αλλά δεν τον καταδίκασε!

Ο Αλέξανδρος άνοιξε το συρτάρι και έβγαλε το όπλο του. Τρεις σφαίρες, μια για τον κάθε ένα! Ήξερε πού θα τους βρει, είχαν ακόμα μια φορά ζητήσει ψυχιατρικό άσυλο!

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading