Το χρυσό φως του Σεπτέμβρη

Το χρυσό φως του Σεπτέμβρη. Έτσι αποκαλούσε η Αρσινόη τις μέρες που ακολουθούσαν το τέλος της τουριστικής σεζόν στο Ναύπλιο, όταν έφευγε ο περισσότερος κόσμος κι έμεναν λίγοι και πιο χαλαροί τουρίστες να δίνουν στην παλιά πόλη την αίγλη των αλλοτινών καιρών.

Όταν χάθηκαν ο πατέρας κι η μητέρα της σε τροχαίο, με την ίδια -σχεδόν μωρό- μοναδική επιζώσα, αυτό το φως ήταν το μόνο που της είχε απομείνει από εκείνους. Γιατί η Αρσινόη δεν θυμόταν τίποτα από τους γονείς της. Η απώλεια που είχε συμβεί σε μια τόσο τρυφερή ηλικία, ακριβώς στο όριο λίγο μετά τη δυνατότητα να συνθέτει αναμνήσεις, είχε σαν αποτέλεσμα, όποτε τους ανακαλούσε, να έρχεται στον νου της η παγωμένη εικόνα της γαμήλιας φωτογραφίας τους. Ένα όμορφο και πολύ νέο ζευγάρι, μια που η μητέρα της τότε ήταν μόλις δεκαοχτώ, ενώ ο πατέρας της εικοσιτρία. Ο Σταμάτης και η Δωροθέα.

Δεν μπορούσε να τους θυμηθεί σε χαλαρές στάσεις να φοράνε πιτζάμες ή καθημερινά ρούχα. Ή κάποιες βραδιές να γελάνε παρακολουθώντας κάποια κωμωδία και να τρώνε γλυκά ή φρούτα που αργότερα έμαθε ότι τους άρεσαν. Ούτε σοβαρούς ή προβληματισμένους με οτιδήποτε αφορούσε τη γαμήλια ζωή τους. Μπορούσε μονάχα να τους θυμηθεί μέσα από τις περιγραφές της γιαγιάς της, που μαζί με τον παππού της, την είχαν μεγαλώσει με αγάπη και τρυφερότητα, σκιασμένη μονάχα από το αδιόρατο πέπλο της απώλειας.
«Παρότι ήταν τόσο νέοι, σε πρόσεχαν πολύ κι έδειχναν σε όλους με καμάρι πόσο ευτυχισμένους τους έκανες με την παρουσία σου. Κι εσύ, Νόη μου, ήσουν ένα ήσυχο μωρό, όλο μάτια, που κοίταζες τριγύρω με περιέργεια για το καθετί».

Είχαν περάσει τα χρόνια από τότε. Όταν ακόμα πήγαινε Δημοτικό, ήταν που για πρώτη φορά πρόσεξε αυτό το φως. Τόσο θερμό κι απαλό ταυτόχρονα. Την έκανε να νιώθει μια παράξενη παρηγοριά που την ωθούσε να το επιζητά και τελικά να το βρίσκει, όταν τέλειωναν για εκείνη οι διακοπές του καλοκαιριού και πλησίαζε ο καιρός για το σχολείο. Ο κόσμος γύρω της είτε στέναζε που επέστρεφε στην καθημερινότητα και τις συσσωρευμένες υποχρεώσεις της, είτε είχε την αισιόδοξη λάμψη εκείνων που επιστρέφουν στη δράση μετά από μέρες απραξίας που μούλιαζαν στη θάλασσα. Εκείνη όμως ήταν χαρούμενη καθώς ανακάλυπτε το φως να γλιστρά μέσα από το παράθυρο του αυτοκινήτου στις περιοδικές μετακινήσεις τους στην Αθήνα. Ή στους περιπάτους που έκαναν παρέα με τη γιαγιά της, είτε ακόμα όταν αγνάντευε τη θάλασσα από το μπαλκονάκι της πάνω από το ξενοδοχείο των παππούδων της. Αναζητούσε αυτό το διάφανο πέπλο που χρύσιζε στις άκρες δίνοντας σε ό,τι αντίκριζε, μια πολύτιμη λάμψη, σαν ό,τι έβλεπε να ήταν πρόσκαιρο, έτοιμο να χαθεί και για τούτο ανεκτίμητο. Δυνατό και φευγαλέο μαζί, σαν ένα όνειρο που ξεθωριάζει με το ξύπνημα αφήνοντας πίσω του κορδέλες από αινιγματικά σπαράγματα μιας αιθέριας ευτυχίας.

Ο παππούς κι η γιαγιά της δεν ένιωθαν ιδιαίτερα τη διαφορά μεταξύ του καλοκαιριού και του φθινοπώρου, ίσως επειδή το Ναύπλιο, ως ο προορισμός των πελατών τους ίσχυε σχεδόν όλο τον χρόνο. Φυσικά η περισσότερη δουλειά ήταν το καλοκαίρι, αλλά και πάλι η άνοιξη και ο χειμώνας στην πόλη της, ήταν επίσης δημοφιλείς επιλογές. Μόνο μια παροδική νηνεμία υπήρχε στις αρχές του φθινοπώρου, τότε που το ξενοδοχείο έμενε για λίγο ήσυχο. Ήταν εκείνες τις μέρες που η Αρσινόη λάτρευε και χαιρόταν το φως που άλλαζε από εκείνο το εκτυφλωτικό με τις μαύρες σκιές στο άλλο, το πιο απαλό που γλιστρούσε παντού απαλύνοντας όλες τις αιχμηρές γωνίες και το σκοτάδι ανάμεσά τους.

Όπως το σκεφτόταν με τα χρόνια, είχε καταλήξει πως αγαπούσε το πλάγιο φως. Όχι αυτό το κάθετο, αμείλικτο του μεσημεριού που πέφτει πάνω στη γη σαν ανακριτικός προβολέας, αλλά το άλλο, το χαμηλό φως από την ανατολή που ροδίζει ή την απαλή, φλογερή λάμψη του απογεύματος λίγο πριν χαθεί μέσα στη νύχτα. Και ήταν το πιο γλυκό φως σχεδόν πάντα στις αρχές του Σεπτέμβρη. Όταν όλα έμοιαζαν σαν να κοιτούσε μια φωτογραφία επεξεργασμένη με κάποιο από αυτά τα μη ρεαλιστικά φίλτρα, που ωραιοποιούν ό,τι κοιτάζει κανείς και του δίνουν μια στατική ομορφιά καρτ-ποστάλ. Τα πρωινά είχαν μια διαφάνεια τελείως διαφορετική από εκείνη την άχαρη ισοπέδωση του καλοκαιρινού φωτός. Ο ουρανός δεν ήταν πια ένα ξεθωριασμένο γαλάζιο πανί, έμοιαζε να πλησιάζει πιο κοντά και να γίνεται σαν θόλος, όπου ψηλά ήταν σκουρογάλαζος κι όσο κατέβαινε γινόταν πιο αχνός, σχεδόν διάφανος. Δεν υπήρχε πια εκείνο το σκονισμένο μπλε στις σκιές των αναμνήσεων, αντίθετα, όλα τα σκοτεινά σημεία είχαν ένα γκρι λιλά χρώμα, καθώς η χρυσαφένια λάμψη ξεκινούσε να απλώνεται. Τα σύννεφα είχαν το καθαρό λευκό του βαμβακιού και το φως πάνω τους ήταν ζεστό, φλογερό χρυσαφί, χωρίς να προκαλεί εκείνη την απεγνωσμένη αναζήτηση δροσιάς όπως στα πρωινά του καλοκαιριού. Τα μεσημέρια είχε ακόμα ζέστη και ξεγελιόταν για μια στιγμή. Κοίταζε τότε ψηλά κι αν υπήρχαν σύννεφα έμοιαζαν να της έλεγαν, νόμιζες πως ήρθε το φθινόπωρο, μα σε γέλασαν. Γελούσε μέσα της κι εκείνη που καθόταν και προσωποποιούσε τον καιρό χωρίς να σταματά ποτέ αυτή της τη παιδιάστικη συνήθεια.

Το καλύτερό της όμως ήταν τα απογεύματα, λίγο πριν το δειλινό. Τότε που κάθε σύννεφο στον ουρανό γινόταν μια ρόδινη μπάλα από ζαχαρένιες κλωστές που χρύσιζαν στις άκρες, σαν το μαλλί της γριάς που της έπαιρνε πότε πότε ο παππούς της στις απογευματινές βόλτες στην πλατεία Συντάγματος. Ο πέτρινος όγκος της Ακροναυπλίας έπαιρνε μια μαβιά απόχρωση στο γκρίζο, με μια αίγλη αρχαίου ναού. Το πράσινο των δέντρων σκούραινε και γινόταν πιο λαδί μοιάζοντας με πινελιές ενός παλιωμένου πίνακα, ξεχασμένου σε κάποιο αρχοντικό σαλόνι. Παντού κυλούσε ένα ποτάμι από φως που λαμπύριζε σαν μια παρουσία με το δικό της βάρος και διάσταση κι όχι απλά μια ιδιότητα αντίθετη της σκιάς. Κι ύστερα τα χρώματα. Όλα περασμένα μέσα από ένα ζεστό φίλτρο, σαν να τα κοίταζε μέσα από γυαλιά ηλίου. Όλα γεμάτα φως, μέχρι και οι σκιές. Εκείνες οι σκιές, που άλλοτε θα έδειχναν σαν μελανές θολούρες, έμοιαζαν τώρα να έχουν το δικό τους χρώμα που έφεγγε σιωπηλά πλάι στο χρυσό.

Σαν τι της έμοιαζε το φως του Σεπτέμβρη; Σαν μια ευκίνητη γάτα απλωμένη τόσο τέλεια μέσα σε ένα χαρτονένιο κουτί που ξεγελούσε όποιον την έβλεπε, νομίζοντας το κουτί άδειο. Αρκούσε όμως μια κίνηση, ένα κάλεσμα για να σειστεί το φωτεινό σώμα και να στρέψει τα λαμπερά μάτια του δηλώνοντας την παρουσία της. Να πειστεί κανείς με τον τρόπο αυτόν, πως το φως είχε δικό του σώμα, βάρος και όγκο. Δική του ζωή.

Όλες τις στιγμές που η Αρσινόη ένιωθε μόνη, θλιμμένη για όλα όσα είχε χάσει και όσα δεν μπορούσε να χαρεί στη ζωή της, για όλα όσα ήθελε αλλά ήξερε ότι δεν μπορούσε να έχει, αρκούσε να σταθεί στην πλατεία Συντάγματος, με τις αλαβάστρινες πλάκες της να φέγγουν σαν πολύτιμο κόσμημα γεμάτες από εκείνο το φως του Σεπτέμβρη. Και τα σπίτια γύρω της λουσμένα σ’ αυτό το φως να αποκτούν μια νέα υπόσταση, μια γλυκιά και λαμπερή παρουσία πέρα από αυτή που είχαν τον υπόλοιπο καιρό, μοιάζοντας σαν μικρογραφία κάποιου παιδικού παιχνιδιού. Το πράσινο των δέντρων, του χορταριού, των φυτών και των μίσχων των αγριολούλουδων είχε τώρα όλες τις λεπτές αποχρώσεις του χλωρού αλλά και του σκοτεινού πράσινου, ελευθερωμένο όμως από εκείνη την μονόχρωμη, θεριεμένη βλάστηση του καλοκαιριού. Όλα έδειχναν σαν να είχαν φτάσει στο ζενίθ τους και τώρα απλώς ξεθώριαζαν λαμπυρίζοντας κι ολοένα αποχαιρετώντας την. Αυτό το ιδιαίτερο είχε το φως του φθινοπώρου που αγαπούσε η Αρσινόη, αυτό της φευγαλέας ευθραυστότητας. Το έβλεπε για μια στιγμή κι αμέσως μετά χανόταν στη μουντάδα των φθινοπωρινών βροχών και στο κρύο αργότερα, που γινόταν όλο και πιο έντονο, πιο αφιλόξενο.

Αυτό το παιχνίδισμα των νεφών στο φως του πρωινού ήλιου, ήταν το μόνο που έδινε ζωή στις ελάχιστες αναμνήσεις της από τους γονείς της. Περισσότερο από μια παγωμένη εικόνα χαμόγελου στις φωτογραφίες ή μια βιντεοσκοπημένη οικογενειακή στιγμή που επαναλαμβανόταν στο άπειρο, ελάχιστα γνωστή σε κείνη και εμμονικά ίδια.

Τύχαινε κάποιες φορές τα απογεύματα να βλέπει κάποιο ξέφτι από κάποιο ρόδινο σύννεφο να γλιστρά γαλήνια στον γλαυκό ουρανό λαμπυρίζοντας, σαν νούφαρο σε λίμνη. Ή παρατηρούσε τα σύννεφα στο πρωινό να μαζεύονται εδώ κι εκεί, με κομψά τακτοποιημένους τους φραμπαλάδες τους και το γκρι μπλε νυσταγμένο χρώμα τους χορτασμένο από τα φιλιά της νύχτας. Κι ύστερα, όταν ο ήλιος αναδυόταν χρυσός και παλλόμενος, τα έβλεπε να στέκουν γύρω του σαν τους αφοσιωμένους υπηκόους προς το βασιλικό άστρο που τα ευλογούσε με τις λεπτές σαν ιστό αράχνης σκιές από τις αχτίδες του.

Αυτή η φαινομενικά απρόσωπη εικόνα, της έφερνε στον νου ολοκάθαρα τις λεπτές εκείνες σκιές θαλπωρής από το χαμόγελο του πατέρα της, όταν την κοίταζε και της έκλεινε το μάτι εκεί που κάθονταν αμέριμνοι στον καναπέ. Μόνο τότε το θυμόταν αυτό, αυτή την κίνηση που πριν μάθει να σκέφτεται και να μιλάει, πολύ πριν της το πει με λόγια, ήξερε πως σήμαινε, κοριτσάκι μου σ’ αγαπώ πολύ. Ή όταν λίγο αφότου έγερνε στο ηλιοβασίλεμα ο κοραλλένιος, φλεγόμενος ήλιος, αν κοίταζε ψηλά κι αντίθετα τον ουρανό που μερικές φορές σκούραινε σε ένα καθαρό μενεξεδένιο, μπορεί να έβλεπε κάπου εκεί ψηλά να αστράφτει το διαμαντένιο φως της Αφροδίτης. Ή την λεπτή, απειροελάχιστη φέτα του αχνόλευκου φεγγαριού που χαμογελούσε όπως η μητέρα της, με μια απόμακρη, μελαγχολική σχεδόν γλυκύτητα. Αυτή η εικόνα της είχε απομείνει την τελευταία φορά που την είχε δει, όταν ήταν τρεισήμισι χρονών στο αυτοκίνητο: καθόταν στο καρεκλάκι της κι η μητέρα της είχε στρέψει το πρόσωπό της πίσω, προς το μέρος της και χαμογελώντας της, είχε απλώσει το χέρι της και ακράγγιζε χαϊδευτικά το απλωμένο της χεράκι. Δεν θυμόταν το υπόλοιπο πρόσωπο, αλλά θυμόταν το αμυδρό φως του χαμόγελού της, ένα μειδίαμα που έλεγε τόσα πολλά σε μια στιγμή, χωρίς λέξη.

Με τα χρόνια είχε κατασταλάξει να θεωρεί πως αυτό το φως ήταν οι γονείς της. Που κάποιες μέρες τον χρόνο είχαν το δικαίωμα να ξεγλιστρήσουν από την αιωνιότητα και να κατέβουν να της γνέψουν σιωπηλά με όλη τη θέρμη της αγάπης τους. Και τότε στεκόταν κάτω από αυτό το φως να την τυλίγει, με τη ψευδαίσθηση του χαδιού τους, καθώς το φευγαλέο αεράκι γλιστρούσε φέρνοντας μαζί του την ντελικάτη, μελένια μυρωδιά από το αγιόκλημα στον εξώστη.
Σαν να της έλεγαν τυλίγοντάς την με αυτό το φως πως, ναι, μπορεί να έχουμε ήδη χαθεί, αλλά ερχόμαστε πάλι, έστω με μια αλλιώτικη μορφή, πέρα από τον θάνατο, για να είμαστε κοντά σου. Έστω κι έτσι, σαν ένα είδος από έναν συνεχόμενο, απρόθυμο αποχαιρετισμό.

Από κάποια άποψη, ίσως ήταν ασυνήθιστο που σκεφτόταν τον θάνατο τόσο κοντά της. Όμως η ζωή της είχε σημαδευτεί από το πέρασμά του, τόσο νωρίς και τόσο έντονα, που ήταν σαν να μην την είχε αφήσει ποτέ. Σαν να είχε διστάσει την τελευταία στιγμή να την πάρει κι εκείνη, συνεχίζοντας να την τριβελίζει για χρόνια, τσιγκλώντας την εδώ κι εκεί με το δρεπάνι του, λες κι αναρωτιόταν, μήπως τώρα είναι η καλύτερη στιγμή ή αργότερα;

Αν δεν ήταν οι παππούδες της, ίσως κι εκείνη να τον καλοδεχόταν. Ας μη θυμόταν τους γονείς της, είχε ακόμα την αόριστη αίσθηση της αγάπης τους με τις σκόρπιες εικόνες μιας ζεστής, μητρικής αγκαλιάς που την λίκνιζε λίγο πριν κοιμηθεί όταν ήταν μωρό. Ή από τα ξέφτια μιας ευτυχίας στα λόγια του πατέρα της, όταν της τραγουδούσε με τη βραχνή φωνή του μια σιγανή μπαλάντα που αργότερα, σαν άκουσε τον ρυθμό σε κάποιο μαγαζί, έμαθε πως ήταν το “Απόψε λέω να μην κοιμηθούμε”, όπως το είχε πρωτοπεί ο Παπάζογλου με τους Λαθρεπιβάτες.
Για το τελευταίο ήταν σίγουρη, επειδή κρατούσε τον παλιό δίσκο βινυλίου στα χέρια της, βγαλμένο από τη δισκοθήκη των παππούδων της από την εποχή που ο πατέρας της ήταν ένα ανήσυχο νιάτο, τρέφοντας και το ανάλογο μαλλί. Είχε ανακαλύψει το παλιό πικάπ, με τα τεράστια ηχεία, τους δίσκους στοιβαγμένους με προσοχή από την γιαγιά της, κειμήλια μνήμης του γιου που χάθηκε τόσο πρόωρα. Εκεί η Αρσινόη έπιανε σιγά σιγά τα νήματα με το παρελθόν, μέσα από τους στίχους των τραγουδιών και τη μουσική που ήταν πάντα παρούσα στο σπίτι των παππούδων της, εξαιτίας του πατέρα της. Όπως και με τα ναυτικά διακοσμητικά παρμένα από παλιές αντίκες ή πεταμένα αντικείμενα από πλοία, που ο πατέρας της έφτιαχνε με μεράκι και στόλιζαν ως σήμερα το δωμάτιό της.

Από τη μητέρα της ωστόσο είχε λιγότερα πράγματα, που της τα είχε δώσει ο θείος της όταν έκανε τον θλιβερό απολογισμό στο άλλοτε σπίτι των γονιών της, στην Αθήνα. Κάποιες φωτογραφίες, ένα ρετρό κίτρινο φόρεμα, μερικά κοσμήματα κι αυτό ήταν όλο. Μονάχα η κινούμενη εικόνα της μητέρας της στα οικογενειακά βίντεο της έμεινε, να βλέπει εκεί το χαμογελαστό της πρόσωπο καθώς την κρατούσε μωρό αγκαλιά, να φωτίζεται και να γλυκαίνει από τρυφερότητα. Να το βλέπει, μα να μη το χορταίνει, καθώς η εικόνα της σποραδική από τη δική της μνήμη, ολοένα και χανόταν.

Έχεις το χαμόγελό της, της είχε πει κάποια φορά η γιαγιά της όταν ήταν εννιά χρονών κι είχε επιστρέψει κλαίγοντας από το σχολείο, γιατί ξαφνικά δεν μπορούσε να θυμηθεί καθόλου πια, πώς ήταν η μαμά της. Να, έτσι όπως χαμογελάς τώρα και μισοκλείνουν τα ματάκια σου, έτσι κι εκείνη χαμογελούσε όταν σε κρατούσε αγκαλιά, είχε προσθέσει η Νίτσα. Κι κείνη από τότε, χαμογελούσε για να κρατήσει την ανάμνηση της χαμένης μητέρας της.

Έβαλε απαλά τον δίσκο στο πικάπ και ακούμπησε τη βελόνα. Η βραχνή φωνή του τραγουδιστή με μια δόση ανάλαφρης μελαγχολίας ξεκίνησε και την μετέφερε πάλι εκεί στο θολό τοπίο του παρελθόντος. Μισόκλεισε τα μάτια, καθώς έγειρε στο παράθυρο, κοιτώντας την θάλασσα πέρα μακριά που λαμπύριζε σαν μεταξωτό σεντόνι με λαμπερές χάντρες και χρυσοκλωστές. Έσβηναν οι εικόνες του θανάτου κι απάλυναν οι μνήμες της απόλυτης μοναξιάς που γράπωναν για χρόνια τη σκοτεινή εκείνη γωνιά της καρδιάς της.

Το χρυσό φως του Σεπτέμβρη με το απαύγασμά του, σήκωνε το πέπλο του χρόνου και φεγγοβολούσε τρυφερά πάνω στις μετέωρες εικόνες των γονιών της: στιγμές γεμάτες θαλπωρή, γλυκόπικρες και τόσο πολύτιμες κάθε φορά, γιατί τρεμόπαιζαν σαν διάσπαρτα, μικρά διαμάντια.
Ο απόηχος από τη σιγανή, λίγο θλιμμένη μουσική ενός φλάουτου μέσα στην τιτάνια απεραντοσύνη.
Εικόνες χαμένες προ πολλού μέσα στα σπαράγματα των αναμνήσεών της, που ζωντάνευαν για απειροελάχιστες, μονάκριβες φορές με αυτό το αιθέριο, χρυσαφένιο φως και παρηγορούσαν την Αρσινόη.
Είμαστε εδώ ακόμα, της έλεγαν.
Να, για λίγο ακόμα, μια στιγμή μονάχα, για να είμαστε μαζί σου.

The Two Godmothers

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading