Πονάει η ψυχή μου. Ένας πόνος ακαθόριστος, βασανιστικός, που φτάνει μέχρι το τελευταίο κύτταρό μου.
Σε βλέπω να φεύγεις. Με αργό βήμα, χωρίς να γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω σου. Τα πόδια μου καρφωμένα στο έδαφος, βαρίδια της ψυχής μου. Τα μάτια μου, καρφωμένα πάνω σου, να ρουφήξουν ακόμα ένα δευτερόλεπτο την εικόνα σου. Απαγορεύω στα βλέφαρά μου να ανοιγοκλείσουν. Ώσπου, χάνεσαι απ’ το οπτικό μου πεδίο.
Κλείνω τα μάτια και η φυλακισμένη εικόνα σου, έρχεται μπροστά μου. Πολλές εικόνες, που με κάνουν να χαμογελώ. Βλέπω τα μάτια σου να με κοιτάζουν, ακούω το γέλιο σου, αισθάνομαι το άγγιγμά σου. Νοιώθω την καρδιά μου να σπαρταράει. Ανοίγω τα μάτια και τα πάντα έχουν χαθεί. ΚΕΝΟ. Βαριά η απουσία σου. Ο ήχος από την πνοή του ανέμου, που φυσάει στο λόφο του Αγίου Στεφάνου, τονίζει τη μοναξιά μου. Το φως της ημέρας που χαμηλώνει, μου θυμίζει το τέλος. Όταν ήμουν μαζί σου, δεν είχα νοιώσει το ανάλαφρο αεράκι, δεν είχα προσέξει το δειλινό. Εσύ ήσουν το φως και ο ήχος της ζωής μου.
Παίρνω απόφαση να προχωρήσω. Σέρνω τα βήματά μου προς το Αρχαίο Στάδιο. Βαδίζω αργά. Μου φαίνεται ότι τα πόδια μου δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος του σώματός μου. Αφήνομαι στην κατηφόρα. Στο μυαλό μου τριγυρίζουν όλα αυτά που έζησα μαζί σου. Δεν ήταν πολλά, αλλά για μένα ήταν μεγάλο κεφάλαιο στη ψυχή μου.
Από τα πρώτα μηνύματα, που ανταλλάξαμε στο διαδίκτυο, κατάλαβα ότι ήσουν ξεχωριστός άνθρωπος. Οι ατέλειωτες κουβέντες μας για διάφορα θέματα, μας βοήθησαν να έρθουμε πιο κοντά. Σιγά σιγά άρχισαν οι εκμυστηρεύσεις. Ανοίγαμε τις καρδιές μας, δίναμε κουράγιο ο ένας στον άλλον. Η ζωή μας δεν είχε βάσανα. Απλά, καθημερινά, ρουτινιάρικα ζητήματα που απασχολούσαν τον καθένα μας. Λυπόμουν με τις αναποδιές σου και χαιρόμουν με τις χαρές σου. Όταν μου έλεγες μια καλή κουβέντα, πετούσα από χαρά. Έγινες ο καλύτερος φίλος μου, ο σύντροφός μου.
Σύντομα, άρχισα να ανυπομονώ να δω ένα μήνυμά σου. Η επικοινωνία μας έγινε πιο πυκνή, ώσπου τρελαινόμουν αν αργούσες να γράψεις. Σε αποζητούσα κάθε ώρα και στιγμή. Άρχισα να σου ζητάω να συναντηθούμε. Κάτι με προειδοποιούσε ότι δεν έπρεπε να γίνει. Συνεχώς το ανέβαλες. Ήμασταν και οι δυο παντρεμένοι. Δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι υπήρχε κάτι μεμπτό στη σχέση μας. Δυο καλοί φίλοι, που θα έπιναν έναν καφέ.
Γιατί όμως ένοιωθα ενοχές: Υπήρχε κάτι που ήθελα να διώξω από το μυαλό μου. Έψαχνα να βρω ελαφρυντικά για να αποενοχοποιήσω τα αισθήματά μου. Ενδόμυχα όμως, ευχόμουν να συμβεί, αυτό που απαγορευόταν να σκεφτώ. Ένοιωθα μια καταιγίδα να έρχεται.
Ο καιρός περνούσε και η επιθυμία μου γινόταν πιο δυνατή. Το προγραμματίζαμε και πάντα κάτι συνέβαινε και αναβαλλόταν. Ξεχείλιζαν τα αισθήματά μου για σένα. «Σ’ ΑΓΑΠΩ» σου έγραψα, απάντηση καμία. Την επόμενη μέρα «δεν είναι σωστό» μου απάντησες.
Γιατί, γιατί δεν είναι σωστό να αγαπήσεις; Ποιός καθορίζει το σωστό και το λάθος; Είμαστε όντα που έχουμε ανάγκη την αγάπη. Γιατί να απαγορεύεται να εκφράσει κάποιος τα απόλυτα υγιή αισθήματά του; Επειδή, προ αμνημονεύτων ετών παντρεύτηκα, πρέπει να κλειδώσω την καρδιά μου; Φθείρονται οι σχέσεις και η δική μου έχει χάσει τη λάμψη της προ πολλού. Γιατί κάθομαι σε μια τελειωμένη σχέση; Ούτε εγώ δεν ξέρω. Από συνήθεια, ανασφάλεια, φόβο, βαρεμάρα, όλα αυτά μαζί; Ό,τι και να είναι, η καρδιά μου παραμένει ζωντανή. Τι θα κάνω όταν αγαπήσει; Θα της πω ότι δεν είναι σωστό και θα πάψει να αισθάνεται; Αυτά δεν μπορούμε να τα καθορίσουμε. Ευτυχώς, γιατί αλλιώς θα έλειπε το αναπάντεχο που μας κρατάει σε εγρήγορση.
Προσπάθησα να σε πείσω με χίλιους δυο τρόπους, να βρεθούμε. Δέχτηκες. Όταν ήρθε η ώρα, ένοιωθα ένα βουητό στα αυτιά μου. Το αίμα μου έρεε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ένας κόμπος στο λαιμό, με έπνιγε. Ήθελα να είμαι όμορφη, ελκυστική, να σε σαγηνεύσω, να σε ταξιδέψω στο όνειρο. Το δικό μου όνειρο. Αλίμονο, ποτέ δεν σκέφτηκα ότι ήταν μόνο δικό μου. Με συνεπήρε το συναίσθημα και δεν σκεφτόμουν. Για μένα ήταν αυτονόητο ότι αισθανόσουν το ίδιο. Η αυταπάτη του ερωτευμένου. Με ενδιέφερε μόνο να καλυφθώ συναισθηματικά και δεν πρόσεχα τις λεπτομέρειες. Ο έρωτας είναι τυφλός. Όλοι το λένε. Εγώ όμως το είχα ξεχάσει.
Στάθμευσα το αυτοκίνητο στο αρχαίο στάδιο. Προχώρησα και κάθισα στα σκαλιά του ωδείου. Μετά από λίγο σε είδα να έρχεσαι προς το μέρος μου. Σε γνώρισα χωρίς να σε έχω ξαναδεί. «Μίνα», «Βασίλης» αυτοσυστηθήκαμε, αυτοπροσώπως πλέον. Δεν με ένοιαζε η εμφάνισή σου. Την ψυχή σου είχα ερωτευτεί.
Πόσο ήθελα να σε αγκαλιάσω, να σε φιλήσω, να γείρω στον ώμο σου, να στηριχτώ στο μπράτσο σου! Περπατώντας, βγήκαμε στο δρόμο και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε προς το λόφο. Μιλούσαμε, γελούσαμε, έκανα τα πάντα για να σε αγγίξω. Όσο κι αν προσπαθούσα να σου μιλήσω για τα συναισθήματά μου και να σου εξομολογηθώ τον έρωτά μου, εσύ γύριζες την κουβέντα σε άλλα θέματα. Άρχισα να αναρωτιέμαι γιατί. Σκεφτόμουν ότι ντρεπόσουν, ότι ήσουν σε αμηχανία, ότι… ότι… ότι… Σε δικαιολογούσα, κατανοώντας σε.
Φτάσαμε στην κορυφή. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι και συνεχίσαμε την συζήτηση περί ανέμων και υδάτων. Μέσα μου καιγόμουν. Ώσπου δεν άντεξα. Σκύβω προς το μέρος σου και κολλάω τα χείλη μου στα δικά σου. «Δεν μπορεί, τώρα θα χαλαρώσει και θα το απολαύσει», σκέφτηκα. Νοιώθω τα χέρια σου να με πιάνουν από τους ώμους και να με σπρώχνουν μακριά. Τα ‘χασα. Δεν ήταν η αντίδραση που περίμενα. Σε κοίταξα με απορία. «Μίνα, αυτό ήθελα να αποφύγω. Δεν ήξερα πώς να το κάνω χωρίς να σε στενοχωρήσω. Λυπάμαι, νομίζω όμως ότι ποτέ δεν σου είπα κάτι που να παραπέμπει σε άλλη σχέση, πέρα από τη φιλική, μεταξύ μας. Αν έδωσα λάθος εντύπωση, με συγχωρείς. Θα πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε. Το κατανοείς, έτσι; Αγαπώ τη γυναίκα μου και ποτέ δεν θα την πρόδιδα. Είσαι θαυμάσιος άνθρωπος. Σου εύχομαι να βρεις αυτό που ψάχνεις!». Αυτά μου είπες και απομακρύνθηκες.
Σέρνοντας τα βήματά μου στην κατηφόρα, σκεφτόμουν τις λεπτομέρειες. Αυτές που έπρεπε να προσέξω από την αρχή. Είχες δίκιο, ποτέ δεν μου είχες μιλήσει για αυτά που εγώ φανταζόμουν. Εγώ καταλάβαινα ό,τι ήθελα. Η ανάγκη μου για μια τρυφερή σχέση, με έκανε να βλέπω κρυφά νοήματα πίσω από τις λέξεις. Νοήματα που μόνο στο μυαλό μου υπήρχαν. Είχα στηρίξει τις ελπίδες μου γι’ αυτό που ήθελα να ζήσω, πάνω σου.
Ανέβηκα στα φτερά του Έρωτα και αυτός με ανέβασε στα ουράνια. Δεν ήθελα να θυμάμαι ότι είναι παιχνιδιάρης και πολλές φορές γελάει με τις φάρσες που σκαρώνει.
Όλα τώρα ξεκαθάρισαν. Μπήκα στο αυτοκίνητο με μάτια θολά. Τα μάτια του μυαλού μου, τώρα βλέπουν την πραγματικότητα. Ο παραμορφωτικός καθρέφτης έφυγε απότομα από μπροστά μου και βλέπω τα πράγματα στην αληθινή τους διάσταση. Το όνειρο αυτό, τελείωσε… περιμένω το επόμενο.
Αντίο Αγαπημένε, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ!
Νίκη Μιχαηλίδη
