Ίσως σε μια άλλη ζωή…

Το ήξερε ότι θα την έχανε. Του το είχε πει από την αρχή. Από τους πρώτους κιόλας μήνες του το εκμυστηρεύθηκε. Η σχέση τους είχε ημερομηνία λήξης και το ήξεραν και οι δυο.

Στην αρχή δεν την πίστευε. Όταν τον προειδοποίησε να μην την ερωτευτεί, νόμιζε ότι τον πείραζε και ότι ήταν και λίγο ψώνιο. Εκείνη όμως το έλεγε σοβαρά. Μέχρι που το αντιλήφθηκε τελικά και το εμπέδωσε κι εκείνος.

Μα όταν ξέρεις τι έχεις να χάσεις, δεν φοβάσαι πια. Απλά επιδιώκεις να απολαμβάνεις την κάθε στιγμή που έχεις όσο περισσότερο μπορείς. Κι αυτό είχαν συμφωνήσει.

Ερωτεύτηκε τα μάτια της και το χαμόγελό της. Και εκείνη είχε νιώσει μια απέραντη έλξη στο άτομό του, στον τρόπο που την κοιτούσε όταν της μιλούσε, στο πώς την πρόσεχε ακόμα και στα πιο μικρά και ασήμαντα πράγματα, στο πόσο την έκανε να γελάει. Όταν ήταν μαζί του ξεχνούσε πως την κατέτρωγε μια αόρατη αρρώστια που την σκότωνε αργά και ύπουλα.
Μαζί του δεν φοβόταν. Κι αυτό ήταν που της έδινε ζωή. Γιατί μαζί του αισθανόταν γεμάτη. Σε αντίθεση με την σκληρή πραγματικότητα, όταν ήταν οι δυο τους όλα φαινόντουσαν όμορφα. Κι ένιωθε πως εκείνη η στιγμή μπορεί να διαρκέσει για πάντα.

Κανείς από τους φίλους του δεν ήξερε τι συμβαίνει. Όλοι οι δικοί της όμως ήξεραν. Και είχαν χωριστεί ανάμεσα σε εκείνους που ήθελαν να του πουν να φύγει πριν πληγωθεί κι εκείνους που τον επαινούσαν που έμενε παρ’ ότι ήξερε τι τον περιμένει. Τι απόφαση άραγε παίρνεις όταν ξέρεις το μέλλον μιας σχέσης; Όταν βλέπεις το δρόμο μπροστά σου να διαγράφεται καθαρά και γνωρίζεις πως πέφτεις στον γκρεμό, σε ένα καθ’ όλα άδοξο τέλος;

Εκείνος έμεινε. Γιατί την αγάπησε με όλη τη σημασία της λέξης. Γιατί με εκείνη έμαθε καλύτερα τον ίδιο. Πώς να διαχειρίζεται καταστάσεις που δεν μπορούσε να αλλάξει. Που δεν ήταν στον έλεγχό του να καθορίσει. Οπότε κατανόησε πότε χρειαζόταν να αναλωθείς στο να αγχώνεσαι και να στεναχωριέσαι και πότε απλά να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς με αυτά που έχεις την εκάστοτε στιγμή. Έμαθε τις τεχνικές της ενσυνειδητότητας, που άλλοι πληρώνουν και εκπαιδεύονται για να μπορέσουν να τις κατέχουν. Γιατί πολύ απλά, ζούσε το κάθε λεπτό για αυτό ακριβώς που ήταν. Ήταν παρόν στην δεδομένη στιγμή και εκτιμούσε το κάθε συναίσθημα που τον γέμιζε από τα ρουθούνια ως το στομάχι. Χαμογελούσε και αισθανόταν τους μυς του προσώπου του να συσπώνται. Την αγκάλιαζε όταν έκλαιγε τις μέρες που δεν άντεχε άλλο, παραδομένη στις σκέψεις που την κατέκλυζαν σαν μαύρα σύννεφα και ρουφούσε το κάθε της δάκρυ σαν ηλεκτρική σκούπα που επιχειρούσε να εξαφανίσει κάθε ίχνος σκόνης. Ήθελε να είναι ο τοίχος της που θα απορροφούσε τους κραδασμούς της όταν εκείνη έσπαγε. Και τα κατάφερνε καλά. Γιατί εκείνη τον αγάπησε με όλο της το είναι και του έδωσε ένα κομμάτι της ψυχής της. Εκείνο που η αρρώστια δεν είχε αγγίξει ακόμα, όπως του είχε πει.

Μα όταν εκείνη χάθηκε, εκείνος ήταν που έγινε χίλια κομμάτια τελικά.

Το ήξερε ότι θα συμβεί. Του το είχε πει από την αρχή. Μα εκείνος της είχε πει πως δεν τον ένοιαζε, φτάνει να ζούσαν όσο χρόνο είχαν μαζί. Δεν ήταν αλήθεια όμως. Τον πείραζε και πολύ. Και κάθε μέρα ξυπνούσε με τον φόβο πως θα ήταν η τελευταία της. Η τελευταία τους. Όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει.
Κι όταν έφτασε τελικά εκείνη η μέρα, η μάσκα που τόσο καλά ήξερε να φοράει, έπεσε. Γιατί δεν άντεχε να προσποιείται άλλο.

Φυσικά και τον ένοιαζε. Κανείς δεν θέλει να ζει οτιδήποτε με ημερομηνία λήξης. Αρνούμαστε να το αποδεχτούμε το τέλος. Και δεν θέλουμε να μας το θυμίζουν αυτό. Έπρεπε να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Σαν να μην είχε περάσει ποτέ από τη ζωή του εκείνη. Σαν να μην την είχε ζήσει. Ήθελε να ξεχάσει, μα συνάμα δεν ήθελε. Γιατί όλα όσα βιώνουμε, μας μαθαίνουν κάτι. Ακόμα κι αν δεν έχουν ευτυχισμένο τέλος.

Δυο μήνες μετά, βρήκε μέσα στο συρτάρι του κομοδίνου του, κάτω από τα δικά της πράγματα, ένα φάκελο. Δεν έγραφε κάτι πάνω, είχε μόνο μια πρόχειρα ζωγραφισμένη καρδιά. Τον άνοιξε και τράβηξε έξω το περιεχόμενό του: μια σελίδα με τα γράμματά της και πάνω πάνω η ημερομηνία της τελευταίας της ημέρας.

“Η ζωή είναι σκληρή πολλές φορές. Σε συστήνει σε ανθρώπους και εμπειρίες που σε γεμίζουν ζωή και σε μια ανύποπτη στιγμή στα αφαιρεί όλα έτσι απλά. Το ότι σε συνάντησα, ήταν το πιο όμορφο κομμάτι της δικιάς μου ζωής. Μακάρι να είχα περισσότερο χρόνο να σου προσφέρω τον κόσμο που σου αξίζει, για να ζήσουμε μαζί όλα όσα ονειρευόμασταν παρέα και τώρα έμειναν μετέωρα στη μέση. Θέλω να σου πω πως λυπάμαι πολύ, μα δυστυχώς δεν ευθύνομαι εγώ για το χαρτί που μου μοίρασε η άτιμη η Μοίρα, μόνο για το ότι σε τράβηξα κοντά μου, γνωρίζοντας πως ο χρόνος μου τελειώνει και η κλεψύδρα αδειάζει.
Είμαι ευγνώμων για κάθε στιγμή που πέρασα μαζί σου. Εύχομαι να συνεχίζεις να χαμογελάς τόσο όμορφα, να λάμπεις τόσο δυνατά με την αισιοδοξία σου και να κάνεις τους γύρω σου να γελούν τόσο εγκάρδια όσο μόνο εσύ ξέρεις.
Σε μια άλλη ζωή θα ήταν όλα αλλιώς και θα είχαμε όλα όσα λαχταρούσαμε και άλλα τόσα. Θα με συναντούσες και θα σου αστειευόμουν πως θα με ερωτευτείς τρελά, μα εσύ θα το ‘παιζες δύσκολος και καλά. Θα μου αντέστρεφες το αστείο και θα γελούσαμε όπως πάντα. Μα μετά θα σαγηνευόσουν και θα κολλούσες σε εμένα όπως κι εγώ θα πιανόμουν στα δίχτυα σου. Κάπως όπως έγινε στ’ αλήθεια δηλαδή! Μα σε μια άλλη ζωή θα ήμασταν μαζί. Και δε θα σου έγραφα ένα δακρύβρεχτο γράμμα με την καρδιά μου να σπαράζει γιατί αθέτησα το λόγο μου. Σου είπα πως θα ‘μαι πάντα εδώ κοντά σου, μαζί σου, μα δεν μπορώ να μείνω. Το νιώθω να με τραβάει μακριά και δεν έχω άλλη δύναμη να αντισταθώ. Σου είπα να φύγεις μα δεν ήθελες. Θέλησες να μείνεις. Δε σε κατηγορώ. Σε ευγνωμονώ και σε αγαπώ ακόμα παραπάνω. Μα αυτή η ζωή δε μας ήθελε μαζί.
Σε μια άλλη ζωή θα μέναμε εδώ και οι δυο. Και θα ήμουν δίπλα σου αυτή τη στιγμή να σε φιλώ…”.

Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading