[Σημείωση: Παρότι έχει να κάνει και αυτό με βρικόλακες και (ως ένα βαθμό) με την Τρανσυλβανία, ωστόσο το συγκεκριμένο κείμενο το έγραψα το 2018, 2 χρόνια πριν ξεκινήσω την «Εντολή της Κόμισσας», οπότε ΔΕΝ σχετίζεται με αυτή. Είναι μια αυτοτελής ιστορία.]
Τέλη του 19ου αιώνα, Ελλάδα
Ο Άρχοντας ήταν νεκρός, τα νέα είχαν διαδοθεί σε όλη την Ευρώπη και τις Αποικίες. Ακόμα και στην Ασία θα είχαν φτάσει. Ο Κόμης είχε πεθάνει στην Αγγλία, είπαν. Τον είχαν μαχαιρώσει και έγινε σκόνη που αναμείχθηκε με τον αέρα της χώρας εκείνης. Είπαν, επίσης, πως και το κάστρο του είχε γκρεμιστεί και οι λύκοι όλης της Τρανσυλβανίας έκλαψαν μαζί, μια χορωδία που έψελνε λόγια πένθους.
Όμως, αυτό δε σήμαινε πως θα γλίτωναν οι κάτοικοι του χωριού της Φραντζέσκας. Ο δικός τους Κόμης δεν είχε επηρεαστεί από αυτό το γεγονός. Αντίθετα, σαν να είχε χαρεί που πέθανε ο υπαίτιος για τη φυγή του από την Τρανσυλβανία. Τόσο πολύ είχε εκστασιαστεί, που για τρία συνεχόμενα βράδια απαίτησε ισάριθμες παρθένες.
Υπό κανονικές συνθήκες, δεν του έδιναν πάνω από μία στις δύο εβδομάδες. Το χωριό ήταν μεγάλο, οπότε μπορούσαν να του παρέχουν ό,τι χρειαζόταν για να μην τους κατασπαράξει όλους. Μια παρθένα κοπέλα, πάνω στην καλύτερη ηλικία για να ερωτευτεί έναν όμορφο νεαρό, να παντρευτούν, να κάνουν παιδιά. Αλλά όχι. Όχι όλες. Κάποιες δεν θα είχαν αυτή την ευκαιρία. Θα πέθαιναν στα δόντια αυτού του τέρατος, πριν προλάβει να χτυποκαρδίσει η ψυχή τους από αγάπη.
Η Φραντζέσκα δεν θα γινόταν μία από αυτές. Το είχε αποφασίσει. Δεν θα γινόταν τροφή για αυτόν το δαίμονα. Είχε μιλήσει και με άλλες κοπέλες στα κρυφά. Τους είπε το σχέδιό της: «Θα γίνει βράδυ. Φορτώνουμε ένα κάρο με λίγες προμήθειες και φεύγουμε».
Ήταν δύσπιστες. Δεν ήξεραν να περιηγηθούν. Δεν είχαν απομακρυνθεί ποτέ πάνω από ένα μίλι από το χωριό. Αλλά το αυτό ίσχυε και για τη Φραντζέσκα. Ούτε ήξερε πού θα πήγαιναν. Αλλά δεν ήταν αυτό το ζήτημα. Απλά έπρεπε να φύγουν. Στην πορεία θα έβρισκαν τα υπόλοιπα.
Τελικά δύο από αυτές δέχτηκαν. Είπαν για την επόμενη νύχτα. Στην ανατολική είσοδο του χωριού.
Όπως τόνισε και σε εκείνες, έπρεπε να είναι χαλαρές. Να μην προδοθούν. Οι κάτοικοι του χωριού είχαν συμφιλιωθεί με τον Κόμη και τις αποτρόπαιες ορέξεις του. Ήταν κάτι που δεν θα συγχωρούσε η Φραντζέσκα ποτέ στους δικούς της. Στη μάνα, τον πατέρα και τον μικρότερο αδερφό της. Της είχαν πει ότι μάλλον θα ήταν η σειρά της για την επόμενη φορά που θα έπρεπε να παραδώσουν κάποια στον Κόμη.
Δεν είχε φέρει αντίρρηση. Τότε δεν ήταν σίγουρη αν θα έφευγε, όμως είχε φροντίσει να «μην κάνει» για τον Κόμη. Λίγο κρασί και μερικά βλέμματα ήταν αρκετά για να συνευρεθεί κρυφά με ένα αγόρι.
Όπως και να είχε, δεν θα γινόταν τροφή για το τέρας. Αν μπορούσε να σώσει και δύο ακόμα κοπέλες, ακόμα καλύτερα.
Το βράδυ ήρθε και ήταν το ίδιο κρύο και σκοτεινό με το χθεσινό και κάθε άλλο πριν από αυτό ή μετά από αυτό. Έφυγε όσο πιο ήσυχα μπορούσε. Περπάτησε στο σπίτι και στους δρόμους του χωριού σαν γάτα που πλησιάζει αργά-αργά το ποντίκι. Το χώμα ήταν βρεγμένο και πρόσεχε πολύ μην τσαλαβουτήσει πουθενά, ενώ παράλληλα είχε το νου της μην εμφανιστεί κανείς.
Ευτυχώς, έφτασε στο σημείο όπου είχε αφήσει το άλογο με το κάρο. Το μαύρο άτι ήταν ξύπνιο και ρουθούνιζε λευκές ανάσες. Το παλιοσέντονο ήταν ριγμένο πάνω στις προμήθειες. Χάιδεψε το άλογο και κοίταξε γύρω της, αναζητώντας τις κοπέλες.
Αλλά είδε να ξεπροβάλλουν από παντού άντρες. Δίπλα στον πατέρα και τον αδερφό της, η μάνα της, με σατανικό βλέμμα.
«Είσαι έξυπνη, ε;» είπε. «Νομίζεις ότι θα γλιτώσεις τόσο εύκολα, ε;»
Ο πατέρας της είπε: «Οι άλλες είχαν τη σύνεση να πουν στους δικούς τους ότι παραλίγο να τις παρασύρεις. Αυτές θα ζήσουν λίγο παραπάνω και ίσως βρουν έναν άντρα να τις πάρει. Αλλά εσύ…»
«Εσύ θα πας στον Κόμη σήμερα κιόλας», ολοκλήρωσε τη φράση ο αδερφός της.
Έπρεπε να το πει τώρα. «Δεν είμαι παρθένα», είπε.
«Λες να μην το ξέρω, παλιοθήλυκο;» είπε η μάνα. «Τα ’μαθα τα χαΐρια σου, έννοια σου. Τα είπε το παλικαράκι. Το παρέσυρες, σαν πόρνη».
«Το ήθελε κι αυτός. Δεν τον παρέσυρα μόνο εγώ».
«Σκάσε! Θα σε πάμε τώρα στον Κόμη. Για να έχεις κι εσύ τη μοίρα που σου πρέπει».
«Δεν θα με θέλει».
«Είμαι σίγουρος ότι θα κάνει μια εξαίρεση», είπε ο πατέρας.
«Κι άλλωστε, παλιοθήλυκο», είπε η μάνα, δείχνοντας τη Φραντζέσκα, «να εύχεσαι να σε θέλει. Αλλιώς θα σε αναλάβουμε εμείς. Γιατί μας ντρόπιασες».
Οι άλλοι άντρες συμφώνησαν.
«Εσείς είστε καλύτεροι; Ε; Δίνετε σε αυτό το τέρας τις κόρες σας! Δεν ντρέπεστε να πηγαίνετε στο θάνατο τα παιδιά σας!»
«Αρκετά!», είπε η μάνα. «Πάρτε την!».
Η Φραντζέσκα είδε μια τσουγκράνα και έκανε να την πιάσει. Όμως, δύο αγροίκοι την άρπαξαν από τα μπράτσα και την τράβηξαν πίσω. Το άλογο χλιμίντρισε αγριεμένο, αλλά ο πατέρας της το κάλμαρε και το άφησε στον αδερφό της, να το γυρίσει στο στάβλο τους.
Η μάνα της ήρθε και άρπαξε τα μαύρα της μαλλιά. Τα τράβηξε προς τα πίσω και άρχισε να φωνάζει κατάρες.
Δε σταμάτησε, μέχρι να φτάσουν στη Γέφυρα του Αίματος. Ήταν μια ξύλινη κατασκευή με δοκάρια και αλυσίδες και τρεις σανίδες για να περπατάς. Στην άλλη πλευρά, δάσος και πάλι. Ο βράχος είχε χωριστεί σε εκείνο το σημείο και κάτω από τη γέφυρα υπήρχε ένα τεράστιο χάσμα, στο βάθος του οποίου υπήρχαν κόκαλα νεκρών γυναικών και μυτερά παλούκια που είχαν βάλει οι χωριάτες, τον πρώτο καιρό που προσπάθησαν ανεπιτυχώς να σκοτώσουν τον Κόμη.
Σταμάτησαν πέντε μέτρα μακριά. Η Φραντζέσκα έκλαιγε. Ναι, για πρώτη φορά μετά τα μικράτα της, έκλαιγε. Ήξερε τη μοίρα που την περίμενε. Ο Κόμης δεν θα χαλιόταν που η Φραντζέσκα δεν ήταν παρθένα, το ήξερε. Είχε διαδώσει ότι θέλει παρθένες απλά για να καθησυχάσει τους χωριάτες, ότι δεν θα κινδύνευαν όλοι. Μια μικρή θυσία… εντάξει, δεν χάθηκε κι ο κόσμος, ε;
Περίμεναν λίγο. Η μάνα έσπρωξε το πρόσωπο της Φραντζέσκας μπροστά και σήκωσε το χέρι με το δείκτη προτεταμένο προς τη γέφυρα. Στο πάνω δοκάρι της κρεμόταν ανάποδα μια μικρή νυχτερίδα.
«Τον βλέπεις; Σε περιμένει».
«Δεν θέλω να πεθάνω».
«Αυτό να το σκεφτόσουν νωρίτερα, βρώμα».
Ο πατέρας κάλεσε τον Κόμη. Του είπε πως είχε μια θυσία για αυτόν.
Η νυχτερίδα ανασάλεψε και η Φραντζέσκα τρομοκρατήθηκε. Έκανε να απελευθερωθεί από τη μάνα, αλλά εκείνη έστριψε τα μαλλιά της και φώναξε. Έσπρωξε μπροστά τη Φραντζέσκα και την άφησε. Είχε πολλή δύναμη. Η κοπέλα έκανε δύο τρία βήματα και σκόνταψε και έπεσε στις λάσπες.
Αντιλήφθηκε μια κίνηση ψηλά. Σήκωσε το κεφάλι και είδε έναν άντρα να στέκει γονατισμένος στο δοκάρι που ένωνε τα άλλα δύο που ήταν δεξιά και αριστερά. Μαυροντυμένος, με μακριά μαλλιά και χλωμό, κατάλευκο πρόσωπο. Δύο κόκκινα μάτια την παρακολουθούσαν και ένα ανοιχτό στόμα με μακριά δόντια χαμογελούσε.
Έκανε να σηκωθεί και να γυρίσει να φύγει, αλλά ήταν πιο γρήγορος. Προσγειώθηκε μπροστά της, αποκόπτοντάς την από τους άλλους. Ήταν ψηλός και μύριζε θάνατο. Την άρπαξε με τα παγωμένα χέρια του και γύμνωσε πιο πολύ τα μπροστινά του δόντια. Η Φραντζέσκα ούρλιαξε. Προσπάθησε να απελευθερωθεί.
Εκείνος δε σταμάτησε. Παραμέρισε τα μαλλιά της. Της φάνηκε πως άκουσε κάτι σαν γρύλισμα. Μετά ένιωσε τέσσερα καρφιά να τρυπάνε το λαιμό της. Ένιωσε να χάνει τη ζωή της. Να παγώνει, να πεθαίνει.
Έχασε τις αισθήσεις της.
Όταν ξύπνησε, ήταν πάνω στη γέφυρα. Πεσμένη. Έτρεμε. Αλλά… μύριζε και έβλεπε τόσα πολλά.
«Έγινες σαν εμένα», της είπε ο Κόμης. Είχε σκύψει από πάνω της. Χαμογελούσε.
Η Φραντζέσκα ένιωθε πράγματι διαφορετικά. Δεν κρύωνε, δε φοβόταν. Η καρδιά της χτυπούσε, αλλά αδύναμα. Ο λαιμός της είχε ξεραθεί. Αυτό που επικρατούσε στο μυαλό της, όμως, ήταν Η ΟΣΜΗ. Κάτι που την καλούσε να ανταποκριθεί, να σηκωθεί, να τρέξει. Να κυνηγήσει.
Ο βρικόλακας πήρε το πιγούνι της στα χέρια του. «Πάντα ήθελα μία νύφη», είπε.
Η Φραντζέσκα τον κοίταξε. Άκουγε τη λατρεία στη φωνή του και σιχαινόταν το άγγιγμά του.
«Πάντα ήθελα», έλεγε αυτός, καθώς το ένα του χέρι εξερευνούσε το φόρεμά της, «να γευτώ τον ανθρώπινο πόθο μετά από τόσους πολλούς αιώνες».
Εκείνη έκανε να σφίξει τις γροθιές της, αλλά συνειδητοποίησε πως τα νύχια της είχαν μακρύνει, όπως και τα δόντια της. Είχαν γίνει κοφτερά σαν λεπίδες.
Ο Κόμης είπε: «Αλλά πρώτα πρέπει να τραφείς, αγαπημένη μου. Χρειάζεσαι αίμα». Έκανε στην άκρη τα μαλλιά του και άφησε αφύλαχτο το λαιμό του. «Πιες, αγαπημένη».
Η φλέβα του ήταν εκτεθειμένη. Το δέρμα σφυροκοπούνταν από τους χτύπους της καρδιάς. Κάτω από αυτό έρεε το ιχώρ που ποθούσε η Φραντζέσκα και που την έκανε να τρέμει από δίψα.
Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της. Δεν θα γίνω τροφή για το τέρας. Όμως, δεν τα είχε καταφέρει. Ήταν πλέον σαν αυτό το τέρας που απεχθανόταν και έπρεπε να τραφεί σαν αυτό. Όσο κι αν δεν το ήθελε. Οι συγκυρίες είχαν αλλάξει. Πώς μπορούσε να πάει κόντρα στη νέα της φύση;
«Έλα, αγαπημένη», την παρότρυνε ο Κόμης. «Μη χαραμίζεις τις δυνάμεις σου. Πιες».
Φωνές από κάπου πιο πέρα. Τι γίνεται; Γιατί είναι ακόμα ζωντανή;
Μάμα. Μπαμπά. Εσείς φταίτε.
Η Φραντζέσκα εστίασε στο λαιμό του τέρατος. Σήκωσε απότομα τα χέρια της και γράπωσε το κεφάλι του και άνοιξε το στόμα της και κάρφωσε τα δόντια της στη μαλακή σάρκα, τρυπώντας την. Το αίμα ξεχύθηκε στο στόμα και έσταξε στο πιγούνι της και έβαψε το φόρεμά της πορφυρό.
Η καρδιά της άρχισε να τρέχει σαν να ήταν σιδηροδέσμια και ενέργεια απλώθηκε στους πόρους του κορμιού της και δεν σταμάτησε να πίνει, ενώ τα νύχια της μπήγονταν όλο και πιο βαθιά στο κεφάλι του βρικόλακα, με αποτέλεσμα να βάφονταν και αυτά κόκκινα.
«Φτάνει», ψέλλισε ο Κόμης. «Αρκετά. Αγαπημένη, αρκετά».
Η Φραντζέσκα δεν υπάκουσε.
Αυτός της άρπαξε το κεφάλι και προσπάθησε να απελευθερωθεί από την μέγγενη που τον είχε αρπάξει, αλλά δεν τα κατάφερε και οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν.
«Φτάνει. Σταμάτα».
Φωνές από το πλήθος πιο πέρα.
Ο Κόμης έκανε να τη χτυπήσει, όμως τα χέρια του έμοιαζαν άχρηστα, σαν κατεστραμμένα. Η καρδιά του έχανε το ρυθμό της και τα μάτια του τη ζωντάνια τους.
«Σταμάτα… σε παρακαλώ», είπε.
Αυτή τη φορά η Φραντζέσκα το έκανε. Πέταξε δίπλα της τον Κόμη, που έμεινε εκεί, σχεδόν ακίνητος, να βογκάει.
Η Φραντζέσκα σηκώθηκε και γύρισε προς το πλήθος. Τους κοίταξε χαμογελαστή, νιώθοντας τεράστια ευχαρίστηση από τα τρομαγμένα τους βλέμματα. Έβλεπαν μια χλωμή κοπέλα καλυμμένη με αίματα. Την κοπέλα που εκείνοι είχαν στείλει στο θάνατο.
«Μαμά», φώναξε η Φραντζέσκα. «Μπαμπά». Άπλωσε τα χέρια, σε ένα γκροτέσκο κάλεσμα από την Κόλαση.
Οι χωριάτες γύρισαν να φύγουν. Εκτός από τη μητέρα της που έπεσε στο έδαφος και έκλαιγε με λυγμούς και έκανε το σταυρό της.
Η Φραντζέσκα περπάτησε προς το μέρος της. Στάθηκε πάνω από τη μητέρα της. Γονάτισε και έπιασε τη γυναίκα από τους ώμους. «Κοίτα με, μαμά. Κοίτα με!»
Η μητέρα δεν το έκανε. Συνέχισε τα παρακάλια της.
«Εσύ το ήθελες αυτό», είπε η Φραντζέσκα.
Και μετά δάγκωσε τη μητέρα της στο λαιμό και της πήρε τη ζωή.
Εκείνο το βράδυ, δεν έμεινε κανείς ζωντανός στο χωριό, εκτός από όσους δεν είχαν αναμειχθεί στις θυσίες και τον παραλογισμό. Αυτοί έζησαν και έφυγαν.
Όταν επέστρεψε στη γέφυρα, ο Κόμης ήταν ακόμα πεσμένος, όπως τον είχε αφήσει. Τον γύρισε ανάσκελα και κατάλαβε πως δεν θα κρατούσε για πολύ ακόμα.
«Σε παρακαλώ», είπε αυτός. «Αίμα».
Η Φραντζέσκα είχε πάρει την απόφασή της. Όχι άλλο αίμα. Όχι πια βρικόλακες.
Έβγαλε το μαχαίρι που είχε πάρει από το σπίτι της και έκανε να το καρφώσει στην καρδιά του Κόμη, αλλά δεν το κατάφερε. Η λεπίδα έμεινε να αιωρείται. Δοκίμασε και στο σώμα της. Τίποτα. Όση πίεση κι αν άσκησε, δεν μπορούσε να σκοτώσει ούτε εκείνον, ούτε τον εαυτό της.
Κάτι έπρεπε να γίνει, όμως. Δεν θα ζούσε αιωνίως έτσι.
Μετά της ήρθε μια άλλη ιδέα.
Πέταξε το μαχαίρι, ξάπλωσε, έφερε τον Κόμη πάνω στο κορμί της και έπιασε τις αλυσίδες από τη μια άκρη της γέφυρας. Και τις τύλιξε γύρω από το κεφάλι το δικό της και εκείνου. Και έσφιξε. Δεν θα πνίγονταν, δεν ήταν αυτό το σχέδιο. Δε γινόταν, απ’ όσο ήξερε –ήταν ένας από τους τρόπους θανάτωσης που είχαν δοκιμάσει εναντίον του δύο άντρες κάποτε. Όχι, άλλο ήθελε η Φραντζέσκα.
Τα μάτια του Κόμη διογκώθηκαν και ένα σιγανό γρύλισμα βγήκε από το στόμα του. Ένιωσε κι εκείνη την πίεση. Άκουσε τις δοκούς να τρίζουν και τις σανίδες από κάτω να τρέμουν.
Όταν έσπασαν τα στηρίγματα και βγήκαν από το έδαφος, η πτώση ήταν γρήγορη. Σε κάποιο σημείο, η Φραντζέσκα ένιωσε κάτι μέσα της να αντιστέκεται, να θέλει να απελευθερωθεί και να πετάξει -η αιμοδιψής νυχτερίδα που είχε εισβάλλει στον οργανισμό της, σίγουρα-, αλλά το συγκράτησε και φρόντισε να μην αφήσει ούτε τον Κόμη να μεταμορφωθεί.
Τα κορμιά τους συντρίφτηκαν στις μυτερές αιχμές δύο παλουκιών. Το μόνο που πρόφτασε να σκεφτεί η Φραντζέσκα ήταν η λύτρωση αυτής και πολλών άλλων αθώων.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
