Το παιδί

Πηγαινοερχόταν ανήσυχα στο στενό δωμάτιο αναμονής, σαν έντομο εγκλωβισμένο μέσα σε μπουκάλι πορτοκαλάδας, τα τακούνια της χτυπούσαν ρυθμικά πάνω στο βαρετό μπεζ πλακάκι και οι σκέψεις της εφορμούσαν στα κλειστά τζάμια και ξαναγύριζαν βουίζοντας σα μύγες γύρω από το κεφάλι της. Τα ζώα και τα εξωτικά πουλιά στα εξώφυλλα των λευκωμάτων άγριας φύσης που σκονίζονταν πάνω στο γυάλινο τραπεζάκι που εκτελούσε –αποτυχημένα– χρέη coffee table, έμοιαζαν να την κοιτούν απορημένα. Κλασικός χώρος αναμονής ψυχιατρικού ιατρείου. Απαλή μουσική, παλ χρώματα στους τοίχους, δυο καναπέδες με φθαρμένα ελατήρια και μια τηλεόραση που έδειχνε χαλαρωτικές εικόνες από τροπικά δάση και τιρκουάζ παραλίες. Σκηνικό που ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τον ψυχισμό των ανθρώπων για τους οποίους προοριζόταν και που έμοιαζε και λίγο σαν να τους κοροϊδεύει. Γιατί, κακά τα ψέματα, καμιά βαθιά ανταριασμένη ψυχή δε γαλήνεψε ποτέ χαζεύοντας φοινικόδεντρα και κοράλλια.

Το μυαλό της έβραζε σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκτοξεύσει τη λάβα του απέναντι σε αυτόν που το είχε αμφισβητήσει. Την έτρωγε η αγωνία να ανοίξει επιτέλους η κλειστή πόρτα και να ορμήσει μέσα, να του πετάξει την αλήθεια στα μούτρα. Πριν καλά-καλά προλάβει να βγει ο προηγούμενος ασθενής, είχε χωθεί στο δωμάτιο, είχε σταθεί απέναντί του και οι λέξεις που του εκτόξευε, έμοιαζαν σφαίρες που έβγαιναν από μια σάρκινη κάννη βαμμένη με κόκκινο κραγιόν.

«ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΛΗ! ΤΟ ΕΙΔΑ! ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΑ ΑΛΗΘΕΙΑ! ΤΟ ΕΙΔΑ ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ!»
«Ποιο είδες στις φωτογραφία; Δεν καταλαβαίνω τι λες. Ηρέμησε!»
«ΤΟ ΠΑΙΔΙ! Αυτό που έρχεται συνέχεια και μου μιλάει. Αυτό που βλέπω κάθε βράδυ στον ύπνο μου!»
«Άννα, τα έχουμε κουβεντιάσει πολλές φορές αυτά. Ξέρεις πως αυτό το παιδί δεν υπάρχει. Είναι αποκύημα του μυαλού σου. Παίρνεις κανονικά τα χάπια σου;”
«Θυμάστε που σας είχα πει πως είναι ένα μικρό κορίτσι; Πως η μορφή της μου είναι απροσδιόριστα οικεία και πως μπλέκεται συνέχεια στα πόδια μου; Κι είναι παράξενο που νιώθω πως συνεχώς μου ζητά κάτι με το βλέμμα. Δεν λέει πολλά, αλλά το βλέμμα της είναι συνέχεια καρφωμένο απάνω μου και με δικάζει. Θέλω να κοιμάμαι για να μην τη βλέπω και να μην την ακούω, αλλά έρχεται και στον ύπνο μου και με ταράζει. Εκεί δεν είναι ήσυχη, κλαίει, ουρλιάζει, με κατηγορεί ότι την έπνιξα!» Μου λέει: «αφού με σκότωσες, καλά να πάθεις!»
«Άννα, όλα αυτά μου τα έχεις ξαναπεί. Τι είναι αυτό που σε τάραξε τόσο σήμερα ώστε να έρθεις να με επισκεφτείς;»
«Πριν λίγες μέρες πέθανε η μάνα μου».
«Λυπάμαι πολύ».
«Νοσηλευόταν χρόνια σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Κάποιος υπεύθυνος με ενημέρωσε να περάσω να πάρω τα υπάρχοντά της. Μια βαλίτσα με λίγα προσωπικά αντικείμενα, μη φανταστείτε. Όμως μόλις την άνοιξα, έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Την είδα! Μέσα σε μια λευκή κορνίζα, κρυμμένη κάτω από τη διπλωμένη νυχτικιά της, ξεπρόβαλε το παιδί, εκείνο το κορίτσι που με έχει στοιχειώσει. Φορούσε σχολική ποδιά του νηπιαγωγείου, είχε μπροστά της ένα μπλε τετράδιο που έγραφε στην ετικέτα με μεγάλα, στρογγυλά γράμματα «Άννα» και χαμογελούσε στο φακό. Πήρα την κορνίζα και μόλις πήγα σπίτι την κράτησα για λίγο στην αγκαλιά μου κι έπειτα την κρέμασα πάνω από το κρεβάτι μου. Της υποσχέθηκα να την φροντίζω και να την αγαπώ. Δεν έχει ξαναουρλιάξει από εκείνη τη μέρα».

Ειρήνη Κουτσουβέλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading