Ο επισκέπτης

Όταν εκείνο το απόγευμα το κουδούνι της εξώθυράς του ήχησε, έμεινε γι’ αρκετή ώρα ακίνητος, μην ξέροντας τι ακριβώς έπρεπε να κάνει, έως ότου εκείνο δήλωσε για δεύτερη φορά την παρουσία κάποιου έξω από το σπίτι του. Κι αν στην αρχή ήταν αναποφάσιστος κι αναρωτιόταν αν πράγματι το ’χει ακούσει το κουδούνισμα ή τον γελούσαν τ’ αυτιά του ˗παρακρούσεις πάθαινε πολλές τελευταία˗, κατόπιν τρομοκρατήθηκε και κατέφυγε στην πιο σκοτεινή γωνιά της κρεβατοκάμαράς του όπου πήγε και ζάρωσε, παρακαλώντας εναγώνια να μην επαναληφθεί η ενόχληση. Γι’ αυτό και τινάχτηκε συθέμελα όταν το άκουσε για τρίτη φορά, σάμπως να χτύπησε το κουδούνι μέσα του‧ τόσο δυνατά και έντονα κι επίμονα. Θα φύγει, σκέφτηκε τότε πανικόβλητος, θα φύγει γιατί καμώνομαι πως δεν είμ’ εδώ, δεν είμ’ εδώ για κανέναν.

Σάμπως κοκάλωσε ο χρόνος‧ σα να επιμηκύνθηκε η στιγμή‧ σα να βούλιαξε μέσα σε μια μαλακιά, σκοτεινή μάζα, όσο περίμενε.

Κάποτε σηκώθηκε από τη γωνιά του, του ’ρθε ίλιγγος και τα πόδια του είχαν μυρμηγκιάσει από την ακινησία. Σύρθηκε ως την εξώθυρα κι έμεινε αντικρύ της να κοιτάζει έντρομος το καφέ ξύλο που τον χώριζε από τον επισκέπτη. Απ’ έξω δεν ακουγόταν τίποτε, ούτε ψίθυρος. Αν είν’ εκεί…, αν εξακολουθεί να είναι εκεί έξω, θα πρέπει να ’ναι πολύ πονηρός για να κάνει τέτοια ησυχία… Προσπαθεί να με ξεγελάσει.
Με εξαιρετικά μαλακές κινήσεις, προσέχοντας να μην κάνει θόρυβο, έβγαλε τα παπούτσια του και κύλησε ξυπόλητος πάλι πίσω στην κρεβατοκάμαρα. Κούρνιασε στο κρεβάτι, μάζεψε τα γόνατα στο στήθος κι αποφάσισε να μείνει εκεί. Το κουλούριασμά του στη γωνία νωρίτερα μαζί με τον φόβο που είχε δοκιμάσει, εξακολουθούσαν να τον κάνουν να υποφέρει. Δεν ήταν πια νέος ώστε να δοκιμάζει τέτοιες δυνατές συγκινήσεις.
Σκεπάστηκε με την κουβέρτα κι όσο να περιμένει, τον τύλιξ’ ο ύπνος.

Το απόγευμα της επόμενης μέρας, είχε ξεχάσει το γεγονός.
Βοηθούσε και η ηλικία του.
Είχε βγει το πρωί να αγοράσει εφημερίδα, το γιαούρτι του και μερικά φάρμακα. Εδώ και μερικά χρόνια, η πρωινή έξοδος είχε γίνει επώδυνη και φρόντιζε να κάνει τις δουλειές του γρήγορα, ώστε να βρεθεί μια ώρα αρχύτερα στην ασφάλεια του σπιτιού του. Τελευταία, μάλιστα, γυρνούσε μασώντας την καρδιά του από το λαχάνιασμα εξαιτίας της τρεχάλας που έριχνε ˗παρ’ όλη την ηλικία του. Μόλις έκλεινε την πόρτα πίσω του, στηριζόταν πάνω της και κοντανάσαινε ωσότου να ξαναβρεί ο γέρικος μυς τους φυσιολογικούς ρυθμούς του.

Έμενε για χρόνια μόνος. Από τότε που χήρεψε και μετά, που βγήκε στη σύνταξη, δεν έβλεπε πια κανέναν. Ανενόχλητος. Αυτό ήταν κι αυτό επιθυμούσε να παραμείνει. Είχε κιόλας λησμονήσει ότι έξω από την πόρτα του υπήρχε ένα αντικείμενο με το οποίο μπορούσε κάποιος να σημάνει την παρουσία του. Το σπίτι του ήταν ο εαυτός του. Οι τοίχοι είχαν ποτίσει από τη μυρουδιά που απόπνεε το σώμα και τα χνότα του, τα έπιπλα ήταν επιμηκύνσεις των μελών του σώματός του. Γι’ αυτό και την έξοδο από το σπίτι την ένιωθε σα να ξεκόλλαγαν τα σωθικά του κάθε φορά, σαν αυτό να ήταν η μήτρα της μάνας του κι ενωνόταν μ’ αυτό με έναν αόρατο ομφάλιο λώρο.

Έτσι, όταν το επόμενο απόγευμα ξαναχτύπησε το κουδούνι, ένα νέο κύμα πανικού τον έπνιξε, τον παράλυσε και τον καθήλωσε στη θέση του. Ο ήχος ήταν διαρκέστερος και περισσότερο επίμονος από τα χτες, λες κι ’χε γίνει ένα το δάχτυλο του επισκέπτη με τον διακόπτη.

Το σαγόνι του γέρου ξεκόλλησε από τη θέση του κι ήρθε και κρέμασε τρία δάχτυλα. Αμέσως το μυαλό του πήρε και γέμισε από εικόνες μαύρες και κόκκινες. Οι βολβοί των ματιών του στράφηκαν προς τα μέσα και κολυμπούσαν σε πηχτά κόκκινα σκοτάδια που ηχούσαν με υπόκωφο βόμβο.

Ο επισκέπτης, όποιος και να ’ταν, δεν αρκέστηκε μόνο στο κουδούνι. Χτύπησε και την πόρτα τρεις τέσσερις φορές, είπε και κάτι που ο γέρος δεν κατάλαβε ή δεν άκουσε επειδή ο ήχος του κουδουνιού και το βουητό μες στο κρανίο του είχαν γίνει αξεδιάλυτα. Ήθελε να εκλιπαρήσει να τον αφήσουν ήσυχο, ήσυχο, αυτός δεν είχε πειράξει ποτέ κανέναν, τώρα γιατί τον ενοχλούσαν δηλαδή, απεναντίας έβγαλε μερικούς αδύναμους άναρθρους ήχους εξαιτίας του κρεμασμένου σαγονιού και της γλώσσας του που είχε μπουρδουκλωθεί σαν φοβισμένο ζώο μες στο στόμα του.

Μετά από ώρα κατόρθωσε να κινήσει τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού‧ το αριστερό είχε παραλύσει ολότελα. Το κουδούνι στην πόρτα είχε σιγήσει πάλι. Ένιωσε κάτι υγρό στο παντελόνι της πιτζάμας του και ντροπιασμένος φαντάστηκε πως είχε κατουρηθεί πάνω του, διαπίστωσε όμως πως ήταν σάλια που είχαν τρέξει από το ορθάνοιχτο στόμα του μέχρι τους μηρούς του. Παρόλ’ αυτά, διατήρησε τη ντροπή του και σύρθηκε απόκαμος στο κρεβάτι του, όπου για δεύτερη φορά μέσα σε δύο απογεύματα έπεσε και ξεράθηκε στον ύπνο.

Το τρίτο απόγευμα, όσο πλησίαζε η ώρα, τόσο περισσότερο αγωνιούσε να επιβληθεί στον εαυτό του περιμένοντας ξανά τον επισκέπτη.
Όταν εκείνο ήχησε, δεν τινάχτηκε στα ύψη όπως είχε πάθει τις προηγούμενες φορές, ούτε αποτραβήχτηκε στα βάθη της κάμαρής του λες κι ήτανε η κρυψώνα των παιδικών του χρόνων, μόνο καταχωνιάστηκε στην πολυθρόνα του σφίγγοντας τα μπράτσα της όσο δυνατά μπορούσε με τα παραμορφωμένα του δάχτυλα κι ακούγοντας την καρδιά του να παίζει ξέφρενο ταμπούρλο σε όλο το δωμάτιο ˗τόσο, που για μια στιγμή φοβήθηκε πως ο χτύπος της θα πρόδινε την παρουσία του μέσα στο σπίτι.

Ύστερα πρόσεξε ότι είχε λησμονήσει τη λάμπα αναμμένη δίπλα του και βιάστηκε να την κλείσει μην τυχόν και το φως της διαπερνούσε τους διάφανους τοίχους κι έφτανε ίσαμε τον επισκέπτη που χτυπούσε τώρα ξανά και πεισματικά.
«Φύγε… Φύγε…», εκλιπάρησε κι άθελά του έφτιαξε μια εικόνα μες στον νου του, μια εικόνα ενός ψηλού άντρα, συνοφρυωμένου, με σφιγμένα δόντια, να βροντά την πόρτα με σφιγμένες, σκληρές γροθιές, να τη γκρεμίσει. Μα γιατί.., γιατί είναι τόσο πεισματάρης και δεν φεύγει; Δεν περιμένω κανέναν, απολύτως κανένα, εδώ και καιρό. Δεν έχω λόγους να περιμένω πια. Τα χρέη μου τα έχω όλα ξοφλημένα και τον πήραν χοντρά δάκρυα που πέφτανε στη πιτζάμα του και σχηματίζανε παραστατικά όλες τις λίμνες της υδρογείου.

Έχωσε το κεφάλι στα χέρια του, να μην ακούει την παρουσία του άλλου έξω από το σπίτι του κι αφηρημένα χάιδευε τα αραιά του μαλλιά και σκεφτόταν πόσο πλούσια ήταν στο παρελθόν. Η μια θύμηση έφερε την άλλη κι όσο να ξεμπερδέψει με τις μνήμες και να επανέλθει στο παρόν, ο επισκέπτης, όποιος και να ήταν, είχε πια φύγει.
Πήρε βαθιά ανάσα και την κράτησε στα πνευμόνια του να ζεσταθεί και να τον ζεστάνει. Ύστερα ξεφύσηξε αργά και οι χτύποι στην καρδιά του ξανάγιναν φυσιολογικοί.

Το τέταρτο απόγευμα, ο επισκέπτης του τον ξάφνιασε επειδή, πάνω ‘κει που πίστεψε πως ήξερε πια τη σταθερή ώρα εμφάνισής του, ή ˗ακόμα καλύτερα˗ πως δεν θα τον ενοχλούσε ποτέ ξανά αφού θα είχε βαρεθεί να χτυπά μια μόνιμα κλειστή πόρτα, εκείνος όχι μόνο επέστρεψε, αλλά ήρθε μάλιστα νωρίτερα από το κανονικό, τουλάχιστο μια ώρα.

Ο γέρος δεν είχε προλάβει καν να πάρει την αμυντική του στάση. Το κουδούνισμα τον βρήκε παντελώς απροετοίμαστο κι αυτό τον σύγχυσε απερίγραπτα. Τον έπιασε ένα ασυγκράτητο τρέμουλο που τον εκνεύρισε ακόμα χειρότερα, αφού δεν μπορούσε να το ελέγξει και να το σταματήσει. Του γεννήθηκε τότε παράφορο μίσος για τον αίτιο αυτής της ενοχλητικής κατάστασης.

Άρχισε, λοιπόν, να βρίζει λυσσασμένα με ό,τι ακατονόμαστο κι ασύνδετο του ερχότανε πρόχειρα στο νου. Ξαφνικά σταμάτησε. Κι αν τον άκουγε ο επισκέπτης; Αν τον άκουγε και, σίγουρος πια για την παρουσία του μέσα στο σπίτι, συνέχιζε να χτυπά το κουδούνι επίμονα, συνέχιζε να μένει εκεί έξω ανένδοτος και πεισμωμένος; Μονομιάς, παγώσανε τα χέρια και τα πόδια του, η καρδιά του ήρθε κι υψώθηκε κι έμεινε ακίνητη, ενώ τα αυτιά του πήραν πάλι να βουίζουν δυνατά. Κι ενώ περίμενε τη δεύτερη επίθεση του επισκέπτη, ξάφνου άκουσε τα βήματά του που ξεμάκραιναν από την πόρτα του. Το γεγονός αυτό τον τάραξε.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο ξένος ήταν μόνο ένα δάχτυλο στο κουδούνι και χέρια που βροντούσαν την πόρτα, πόδια όμως, δεν ήταν. Και, να, που ενώ νωρίτερα τον είχε φανταστεί ψηλό και απεχθή, δεν τον είχε σχηματίσει ολόκληρο, μέχρι κάτω, με πόδια δηλαδή. Παρευθύς, ήρθε και κόλλησε ένα ζευγάρι πόδια στην εικόνα του. Αυτό ως διά μαγείας άλλαξε ριζικά όλη τη φανταστική περιγραφή του ξένου. Τον μετασχημάτισε σε μια άλλη, διαφορετική φιγούρα. Ο επισκέπτης έγινε τώρα ένας χοντρός, κάθιδρος μεσήλικας με κοστούμι υπαλλήλου, με χαρτοφύλακα κάτω από τη μασχάλη, με πόδια που τα εμπόδιζε η στεφάνη της κοιλιάς πιο πάνω, με πόδια κουρασμένα-λυγισμένα, με πόδια. Πόδια που περπατούσαν κι απομακρύνονταν ολοένα και περισσότερο από την εξώπορτά του, σταυρώνοντας βήματα βαριά και συρτά, σαν κουρασμένα από τα χρόνια.

Τι περίεργο! Καθόταν στην πολυθρόνα του εκεί, έτσι όπως τον βρήκε το κουδούνισμα της πόρτας πριν από ώρα και ο φόβος είχε καταλαγιάσει και σχεδόν εξαφανιστεί από τα σωθικά του. Δεν υπήρχε πια. Η προσπάθεια να φανταστεί τον επισκέπτη, τον είχε διασκεδάσει.

Για πρώτη φορά μετά από τρία απογεύματα, ο γέρος χαμογέλασε πραγματικά ευδιάθετος. Εκείνο το βράδυ έφαγε με όρεξη κι ύστερα αποκοιμήθηκε χαλαρός, βλέποντας νωρίς το πρωί, μετά από πολύ καιρό, καλοσημαδιακά όνειρα.

Το επόμενο απόγευμα, το πέμπτο στη σειρά, ο επισκέπτης ήρθε στην κανονική του ώρα, χτύπησε πάλι το κουδούνι, αλλά ο γέρος και πάλι δεν άνοιξε. Όχι επειδή φοβήθηκε ˗αφού δεν φοβόταν πια˗, αλλά επειδή δεν αισθανόταν έτοιμος ακόμα. Εξάλλου προτίμησε να φανταστεί τον επισκέπτη σαν επισκέπτρια. Αυτή η εικόνα τού ήταν πιο ευχάριστη από τις προηγούμενες δύο, γιατί η επισκέπτρια ήταν νέα, μια μικρή κοπέλα, φοιτήτρια ίσως, που για το χαρτζιλίκι της ή και για το νοίκι της ακόμα, γυρνούσε από πόρτα σε πόρτα και μοίραζε δωρεάν δείγματα ενός καινούριου προϊόντος που δεν είχε κυκλοφορήσει στην αγορά. Ή έκανε στατιστική έρευνα με ερωτήσεις του τύπου, «πόσο γιαούρτι καταναλώνετε καθημερινά» ή «ποια είναι η αξία των φαρμάκων που αγοράζετε».

Η επισκέπτρια, λοιπόν, χτύπησε ξανά την πόρτα, αλλά και πάλι ο γέρος δεν κουνήθηκε από τη θέση του, βαριέμαι τώρα ν’ απαντάω σε χαζές ερωτήσεις, μολονότι για πρώτη φορά μπήκε στον πειρασμό να κοιτάξει από το ματάκι της πόρτας. Με το που το σκέφτηκε όμως αυτό, τον έκοψε κρύος ιδρώτας κι ο πανικός επέστρεψε δριμύτερος. Κι αν ο επισκέπτης είχε κολλήσει και το δικό του μάτι απέξω; Δεν άντεχε στην ιδέα να πάει ως την πόρτα κι ενώ θα έσκυβε πάνω στο ματάκι αμέριμνα, ένα άλλο μάτι, γιγάντιο, μεγεθυσμένο και παραμορφωμένο από το φακό, να τον κάρφωνε αυστηρά και να τον διαπερνούσε μέχρι το πίσω μέρος του κρανίου του.

Αυτόματα το μάτι του επισκέπτη (έσβησε πάραυτα η εικόνα της επισκέπτριας) εισχώρησε από την κερκόπορτα του μικρού φακού και πλημμύρισε όλο το σπίτι με βλέμμα αυστηρό, και να που απέκτησε και μιλιά και τον επιτίμησε: «Γιατί δεν μου ανοίγεις; Άνοιξέ μου αμέσως! Γιατί δεν μου ανοίγεις;». Μέχρι να συνέλθει από την τρομάρα, βρήκε τον εαυτό του κουλουριασμένο στην πολυθρόνα με μουσκεμένες τις παλάμες και βρεγμένο το παντελόνι του‧ αυτή τη φορά είχε κατουρηθεί στ’ αλήθεια. Σηκώθηκε αργά από τη θέση του και κύλησε στην κρεβατοκάμαρά του νιώθοντας σιχασιά για το κατάντημά του, προσέχοντας όμως πάντα να μην κάνει θόρυβο και ακουστεί, αν κι ήταν βέβαιος πως ο επισκέπτης είχε πια φύγει.

Το ίδιο βράδυ, τρεις ώρες περίπου αργότερα, ο επισκέπτης επέστρεψε.
Αυτό δεν το είχε κάνει ποτέ άλλοτε κι ο γέρος αισθάνθηκε πάλι πολιορκημένος μέσα στο σπίτι-σώμα του. Τον κατέκλυσε θυμός, που δεν διήρκεσε όμως πολύ, περίεργο πράγμα, γιατί αντικαταστάθηκε από ανακούφιση. Ανακούφιση; Τούτο κι αν ήταν από τα ανήκουστα! Ο γέρος απόρησε με τον εαυτό του κι απόρησε ακόμα περισσότερο όταν έπιασε την καρδιά του να χτυπά δυνατά όχι από πανικό, αλλά από προσμονή. «Δεν είμαστε καλά», μονολόγησε κι ευτυχώς που ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, αρκετά μακριά από την πόρτα, ώστε να ακουστεί. Το κουδούνι έμεινε σιωπηλό. Σιγά-σιγά σβήστηκε ο απόηχος κι από το τελευταίο κουδούνισμα και το σπίτι-σώμα βυθίστηκε στη σιωπή κι αργότερα στον ύπνο. Απόψε δεν είχε καλοσημαδιακά όνειρα. Μόνο μια βαρυθυμία και μια μελαγχολία, που κουκούλωνε τα βλέφαρα και την ψυχή του ˗ερημιά.

Το πρωί ξύπνησε με πικρή γεύση στην ξερή κοιλότητα του στόματός του.
Βγήκε για την καθιερωμένη του βόλτα ως το ψιλικατζίδικο της γωνίας και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, καθυστέρησε να επιστρέψει στο σπίτι του. Συνέλαβε τον εαυτό του να ψάχνει τα πρόσωπα των ανθρώπων, μέχρι και τον φαρμακοποιό κοίταξε ερευνητικά‧ πού ξέρεις, μπορεί ο επισκέπτης να ήταν τελικά επισκέπτες, πολλοί στον αριθμό, ξάφνου λέει τον θυμήθηκαν παλιοί φίλοι κι έρχονταν ο ένας πίσω από τον άλλον να τον βρουν. Όταν ζύγωσε στο περίπτερο να πάρει την εφημερίδα του, αποτόλμησε να ρωτήσει τον περιπτερά μπας και του χρώσταγε τίποτε ξεχασμένα λεφτά, με τη σκέψη πως πιθανόν να ήταν αυτός που ερχόταν τόσα απογεύματα για να ζητήσει την οφειλή. Στην αρνητική απάντηση, λες και βούλιαξε η καρδιά του πίσω από τους γέρικους πνεύμονες, του κόπηκε η ανάσα.
Τα μάτια όλων των ανθρώπων που συναπάντησε δεν του έφερναν κανένα μήνυμα.
Γύρισε άπελπις στο σπίτι.

Το απόγευμα, την κρυφο-συμφωνημένη ώρα, ο επισκέπτης επανήλθε.
Ο γέρος σκίρτησε από λαχτάρα και σα να δάκρυσε. Δεν τον ένοιαξε να ακουστούν τα βήματά του, του πήρε όμως κάμποση ώρα ωσότου φτάσει στην πόρτα και να κοιτάξει από το ματάκι, όσο και κουράγιο. Δεν είδε κανένα. Στάθηκε εκεί, με το μάτι κολλημένο στο φακό και περιμένοντας, περιμένοντας, αλλά δεν φάνηκε κανείς ούτε ήχησε πάλι το κουδούνι.
Μια εικόνα προβλήθηκε ευθύς μες στο κεφάλι του, η εικόνα ενός μικρού παιδιού, ίσως των γειτόνων. Είχε ακούσει το τιτίβισμά του, ήξερε πως δίπλα υπήρχε ένα μικρό παιδί που μάθαινε τους αριθμούς φωναχτά σαν ποίημα, είχε μάλιστα προχωρήσει στην πρόσθεση, το ’ξερε κι αυτό γιατί το παιδί έκανε λάθη στο ανέβασμα των αριθμών κι αυτός νοερά το διόρθωνε. Αυτό το μικρό παιδί θα πρέπει να ήταν ο επισκέπτης του, λοιπόν, φαντάστηκε. Που το είχε βρει κάτι σαν παιχνίδι να χτυπάει κάθε απόγευμα το κουδούνι του μοναχικού γέρου, το είχε βρει αστείο να τον τρομοκρατεί και να τον βγάζει βίαια από την αταραξία χρόνων ολόκληρων. Ένιωσε πως το ’χε λύσει το αίνιγμα του επισκέπτη. Περίμενε λίγο να χωνέψει την εικόνα, αφουγκράστηκε μέσα του, όμως αυτή δεν κατέβαινε. Λες και του είχε κάτσει στο λαιμό, κάτι δεν κόλλαγε. Ύστερα, κατάλαβε: Πώς μπορούσε να φτάσει το κουδούνι, ένα μικρό παιδί;.. Ναι, πώς τάχα μπορούσε; Πάει, κατέρρευσε κι αυτή η εικόνα για τον επισκέπτη.

Άργησα, συλλογίστηκε τότε ο γέρος. Άργησα να φτάσω στην πόρτα. Αύριο που θα ξανάρθει, θα είμαι ήδη εκεί και θ’ ανοίξω έγκαιρα αυτή τη φορά. Δεν θα διστάσω, θα την ανοίξω και θα δω ποιος είναι και τι θέλει. Μπορεί να πρόκειται για κάτι σημαντικό, τέλος πάντων.
Η απόφαση τον αναστάτωσε. Θα πρέπει να του ανέβασε ελαφρά την πίεση, γιατί ένιωθε μια ζάλη και το δέρμα του προσώπου του πυρωμένο. Αύριο θα άνοιγε την πόρτα. Δεν θα κοίταζε μόνο από το ματάκι, όχι, θα άνοιγε κατευθείαν την πόρτα και θα βρισκόταν απέναντι, αντιμέτωπος επιτέλους με τον επισκέπτη.

Την επόμενη συγύρισε το σπίτι. Άνοιξε τα παράθυρα να λιαστούν τα δωμάτια και να μπει καθαρός αέρας. Οι τοίχοι και τα έπιπλα αναστέναξαν καθώς αισθάνθηκαν να σηκώνεται από πάνω τους η μυρουδιά του ανθρώπου και να λυτρώνονται από τη μουχλιασμένη σκόνη.
Ο γέρος στην πρωινή του βόλτα είχε, εκτός από τα καθιερωμένα, αγοράσει γλυκά για να τρατάρει τον επισκέπτη. Γιατί δεν θα τον άφηνε έξω από την πόρτα, θα τον έμπαζε μέσα και θα τον κάθιζε στον καναπέ που είχε φρεσκοπλύνει με νερό αρωματισμένο με λεβάντα και καμφορά.

Το απόγευμα εκείνης της ημέρας, το πρώτο μετά από μια βδομάδα και που το ακολούθησαν ένα σωρό όμοια άλλα απογεύματα που έγιναν αδιαφόρετα όπως πριν, το κουδούνι στο σπίτι-σώμα σίγησε και δεν ξαναχτύπησε ποτέ πια.

Θάλεια Π. Αντωνιάδη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading