Τα Άη Δημητριάτικα (1909)
Μια πέτρινη φωλιά στο ψηλότερο σημείο της Γκόμπλιτσας ήταν το πατρικό μου, που την δημιουργούσαν ντουβάρια λαξεμένα από ντόπιους πετράδες. Στο κέντρο της είχε το κυρίως κτίσμα με την αποθήκη, τον καθημερινό οντά και τον στάβλο από κάτω και τα δωμάτια με τον καλό οντά από πάνω. Μια πλακόστρωτη σκάλα γεμάτη πήλινες γλάστρες με μυρωδικά ένωνε τα δυο επίπεδα και μια μικρότερη οδηγούσε στο υπόγειο. Την πεντακάθαρη και ασβεστωμένη αυλή μας στόλιζε μια κληματαριά, που στον ίσκιο της έπιναν τσίπουρο με σαφράνι οι άντρες, οι γυναίκες ξαπόσταιναν έχοντας το εργόχειρό τους και ‘μείς τα παιδιά ξαπλώναμε στα πεζούλια τα ζεστά μεσημέρια του καλοκαιριού. Η ξύλινη πόρτα με τα γυφτοκάρφια δέσποζε επιβλητική και έκλεινε μέσα ό,τι αγαπούσα περισσότερο στον κόσμο, την οικογένεια μου.
Μια οικογένεια με κυρίως αρχηγό που είχε γνώμη για τα πάντα τη γιαγιά, την κυρά Βαλασία, με έναν σοφό, καλόκαρδο παππού τον κυρ Νικολάκη, με τρεις γιους και τρεις νύφες, μια ψυχοκόρη και εννέα εγγόνια. Ο πατέρας μου, ο Παναγιώτης, ήταν ο μεγαλύτερος από τους γιούς και ήταν κυρατζής, εμπορευόταν διάφορα, κυρίως όμως δέρματα, αλεύρι, τσίπουρο και σαφράνι. Έφευγε με τον Σιατιστινό συνέταιρό του, τον Γιαννακό, τ’ Αη Γιωργιού και γυρνούσε τ’ Άη Δημητριού. Αξημέρωτα με τα λαδοφάναρα τον αποχαιρετούσαμε την άνοιξη, ρίχνοντας η μάνα μου νερό ξοπίσω του να κυλίσει γοργά το ταξίδι του και αξημέρωτα πάλι τον υποδεχόμασταν το φθινόπωρο, να στάζει νερά αυτός και το μπουλούκι του συνήθως από την φθινοπωριάτικη βροχή.
Στην αυλή μας υπήρχε ένας μπροστινός κήπος και στην πιο ηλιόλουστη μεριά του, είχαν θέση τα άη Δημητριάτικα της μάνας μου, νοτιοδυτικά για να τα ζεσταίνει ο πρωινός ήλιος και να μην τα καίει ο απογευματινός. Αυτά τα λουλούδια ήταν η αδυναμία της, τα φρόντιζε, τα κανάκευε σαν μωρά και παρακολουθούσε το μεγάλωμά τους μέρα με την μέρα. Τα έβλεπε να ξεπροβάλλουν από το χώμα και να ψηλώνουν κι όταν φούσκωναν σαν γκαστρωμένα, τότε ένιωθε πως πλησίαζε η ώρα της επιστροφής του πάτερα μου. Τις ημέρες κοντά στον Αη Δημήτρη που έσκαγαν από τα μπουμπούκια τους και γέμιζαν τον χώρο χρώματα και αρώματα, ο πατέρας μου ήταν ήδη σπίτι και στο γλέντι που ακολουθούσε για τον ερχομό του και για την ονομαστική μου γιορτή, τα άη Δημητριάτικα της μάνας μου είχαν κεντρική θέση στο γεμάτο από καλούδια τραπέζι μας.
Τον Οκτώβρη του 1909 όμως, τα άη Δημητριάτικα της μάνας μου φούσκωσαν και άνθισαν, αλλά δεν πήραν την θέση τους στο τραπέζι του καλωσορίσματος, γιατί ο πατέρας μου δεν είχε επιστρέψει στο σπιτικό μας. Ήταν ένα πολύ βροχερό Φθινόπωρο και όπως έλεγαν οι παππούδες μου, είχε χρόνια να πέσει τόσο νερό. Οι μεγάλοι είχανε αρχίσει τις ετοιμασίες για την συγκομιδή του σαφρανιού και στο σπίτι δεν ανάφεραν τίποτα για την αργοπορία του, ένιωθα όμως πως το κλίμα ήταν βαρύ και το βράδυ που η μάνα ξάπλωνε δίπλα μου και με σκέπαζε προστατευτικά, άκουγα τον βαθύ αναστεναγμό της πριν κοιμηθώ.
Ένα βράδυ, ήταν λίγες μέρες πριν την γιορτή μου, ο θειός μου, ο Γιωργής, ήρθε ταραγμένος από τον καφενέ και με φωνή που έτρεμε είπε: «Βρέθηκαν δυο μουλάρια με πραμάτειες, πνιγμένα στον Έβρο και το ένα είχε σαφράνι… που έβαψε όλο το ρέμα κίτρινο… Είχε βροχές πολλές σε ‘κείνον τον τόπο, το ρέμα είχε φουσκώσει και το γεφύρι τους δεν άντεξε, γκρεμίστηκε. Οι ντόπιοι είπαν ότι όταν γκρεμίστηκε έπεσαν μέσα στο ποτάμι και δυο άτομα και στο πιο κάτω χωριό το ρέμα έβγαλε πολλούς πνιγμένους, ένας Καστοριανός Κυρατζής έφερε τα νέα, δεν έμαθα τίποτα άλλο…».
Εγώ δεν κατάλαβα γιατί ταράχτηκαν όλοι και το παιδικό μου μυαλό φανταζόταν το ποτάμι κίτρινο και μου άρεσε η εικόνα. Η γιαγιά μου έβγαλε μια κραυγή και τότε τρόμαξα και είδα τις γυναίκες να κλαίνε και πάλι δεν κατάλαβα γιατί, μόνο η μάνα μου παρέμενε άκλαυτη. Έτσι αμίλητη μας πήρε πάνω και τα τρία, σκέπασε και καληνύχτισε τα κορίτσια και με έβαλε να ξαπλώσω στο προσκέφαλο δίπλα στο δικό της. Κάτω από το γλυκό βάρος της βελέντζας, κουρασμένος έκλεισα σε λίγο τα μάτια μου με τελευταία εικόνα την μορφή της τυλιγμένη με μια μάλλινη μαντίλα να κάθεται στο περβάζι και να αγναντεύει τον δρόμο. Το πρωί που σηκώθηκα δεν την βρήκα, έμαθα από την γιαγιά πως είχε πάει να πλύνει, ξεκινούσε η συγκομιδή του σαφρανιού και είχαμε ετοιμασίες.
Το απόγευμα ήρθε ο νονός μου, ο Λευτέρης, συννεφιασμένος και οι μεγάλοι κλειστήκαν στον καλό οντά, κάπνιζαν και μιλούσαν για ώρα. Ξημερώματα ο θείος μου ο Γιωργής και ο νονός μου έφυγαν με δυο άλογα δανεικά από τον κυρ Λιόντο, για να συναντηθούν με τον πατέρα μου. Πίσω άφησαν οχτώ γυναίκες να μαζέψουν την φετινή σοδειά του σαφρανιού χωρίς αντρική βοήθεια επειδή έλειπε και ο Κωνσταντής, ο μικρότερός μου θείος, που υπηρετούσε στρατιώτης.
Ήρθε η μέρα του Άη Δημητρού και γλέντι δεν έγινε στον καλό οντά, για πρώτη φορά το σπίτι μας δεν φεγγοβόλησε, έμεινε βουβό και σκοτεινό, χωρίς επισκέπτες και κεράσματα, χωρίς τραπεζώματα και τραγούδια. Ο παππούς μόνο μου δώσε ένα μεταλίκι και ‘γω χάρηκα πολύ και το έκρυψα κάτω από το γαδί που βάζουμε την αρμιά. Η μάνα μου ευχήθηκε με ένα φιλί το πρωί και με έσφιξε στην αγκαλιά της για ώρα.
Ο καιρός περνούσε, οι μέρες κυλούσαν και ‘μείς δεν είχαμε νέα ούτε από τον πατέρα μου, ούτε από τον θείο και τον νονό μου. Έβλεπα τον παππού αμίλητο, την γιαγιά δακρυσμένη και την μάνα μου αγέλαστη. Τα λουλούδια του σαφρανιού άρχισαν να ξεπροβάλλουν και όλη η οικογένεια, πήγαινε από το πρωί μέχρι το απόγευμα στο χωράφι. Φέτος μαζεύαμε και στου νονού μου τα χωράφια και ‘γω χαιρόμουν που βρισκόμουν με τα κουμπαρούλια μας, επειδή κυλιόμασταν στα χώματα, σκάβαμε τρύπες να βρούμε τυφλοπόντικες και παίζαμε όλη μέρα.
Ο Νοέμβρης στα μέσα του μας έριξε ένα χιόνι αφράτο και βγήκαμε να κάνουμε χιονοπόλεμο με τα παιδιά της άλλης γειτονιάς. Εγώ παρόλο που ήμουν ο μικρότερος, έριξα μια σφιχτή μπάλα στον Γιαννακούλη της Λενάκως, τον πέτυχα στο δόξα πατρί και τον γκρέμισα από εκεί που είχε ανέβει και μας φοβέριζε. Τα άλλα παιδιά άρχισαν τότε να τον περιγελούν για το πέσιμο του και ‘γω καμάρωνα και γελούσα. Φουρκισμένος ήρθε κοντά μου και μου φώναξε: «Τι χαχανίζεις ρε; Ο πατέρας σου πνίγηκε, τον πήρε το ποτάμι και σε παράτησε ορφανό και συ χαχανίζεις;». Πάγωσαν όλοι και δεν ήταν από το κρύο, είδα τα βλέμματά τους μαχαίρια πάνω μου και έφυγα τρέχοντας.
Άνοιξα την ξύλινη πόρτα και μπήκα πληγωμένος στην φωλιά μου, στο σπίτι μου. «Ορφανό…» αυτή η λέξη μου τρυπούσε την καρδιά, δεν μπορούσα να ανασάνω καλά. Κάθισα στο πεζούλι, απέναντί μου ήταν τα Άη Δημητριάτικα της μάνας μου ανθισμένα και πανέμορφα. Τα κοίταξα με μίσος σαν να έφταιγαν, πήρα μια μαγκούρα και άρχισα να τα χτυπάω, να τα σπάω, να τα κόβω, να τα ξεριζώνω και να κλαίω με λυγμούς. Τρέχοντας κατέβηκε την σκάλα η μάνα μου και προσπάθησε να σταματήσει την καταστροφή που προκαλούσα.
«Ο πατέρας δεν θα έρθει! Με είπε ορφανό ο Γιαννακούλης και οι άλλοι με κοιτούσαν, δεν θα ‘ρθει, πνίγηκε στο ποτάμι …» έκλαιγα και προσπαθούσα να φύγω από τα χέρια της μάνας μου και να πάω να χτυπήσω τα Άη Δημητριάτικα με όση δύναμη είχαν τα μικρά μου χέρια.
«Σώπα Δημητρό μου, σώπα σπλάχνο μου, μην κλαις» έλεγε εκείνη τραβώντας με στην αγκαλιά της.
Δεν μπορούσα να σταματήσω το παράπονο, ούτε είχα σε λίγο δύναμη να χτυπάω τα λουλούδια πια, εγκατέλειψα την μάχη με τα πολύχρωμα Άη Δημητριάτικα, αφήνοντάς τα τσαλαπατημένα στην αυλή μας. Εκείνη με ανέβασε αγκαλιά στο δωμάτιο και καθίσαμε μαζί στο περβάζι. «Από ‘δω θα τον δεις να έρχεται, κάνε υπομονή, όλα καλά θα πάνε» μου είπε με σιγουριά καθώς μου σκούπιζε τα δάκρυα με την ποδιά της. Με τύλιξε με την μάλλινη της μαντίλα και ‘γω ζαρωμένος στην αγκαλιά της, έχοντας χορτάσει κλάμα, έγειρα και αποκοιμήθηκα. Με ξύπνησε η μικρή μου αδερφή, που με βρήκε στο κρεβάτι των γονιών μου, με ρώτησε τι έγινε και γιατί χάλασα τα λουλούδια. Της είπα τι μου είπε ο Γιαννακούλης. «Ο Γιαννακούλης είναι ψεύταρος, δεν θα τον πάρω άντρα, να μάθει! Και τα λουλούδια είναι της μάνας, δεν έπρεπε να τα χαλάσεις» είπε μόνο και έφυγε φουριόζα.
Πέρασαν μέρες και ο αδερφός της γιαγιάς μου πήγε στην Σιάτιστα να συναντήσει έναν κυρατζή που είχε επιστρέψει από τον Έβρο, μήπως και συνάντησε τους δικούς μας. Όταν γύρισε, μαζεύτηκαν όλοι στον κάτω οντά και εμάς μας έβαλαν να ξαπλώσουμε. Εγώ κατέβηκα σιγανά και έσκυψα κάτω από την χαραμάδα της πόρταςμ προσπαθώντας να ακούσω τι έλεγαν. Άκουγα σκόρπιες λέξεις του Μπάρμπα Λιάκου, λίγες ξεχώρισα καλά: «Έβρος, χαλασμός, γεφύρι, σαφράνι, μουλάρια, ποτάμι κίτρινο». Αυτό που άκουσα όμως ξεκάθαρα ήταν πως δεν τους συνάντησε κανείς ούτε στα παζάρια, ούτε στα χάνια. Εγώ γαντζωνόμουν δυνατά από τα λόγια της μάνας πως «όλα καλά θα πάνε» και προσπαθούσα να μην σκέπτομαι πως ο πατέρας μου έπαθε κάτι κακό.
Ο Δεκέμβρης μπήκε, η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν βαριά και οι δικοί μου σκυθρωποί και αμίλητοι, είχαν αρχίσει να δέχονται πως κάτι κακό είχε γίνει απλά περίμεναν τον Γιωργή και τον Λευτέρη να τους το επιβεβαιώσουν. Είχα ανήσυχο ύπνο τα βράδια και μια νυχτιά είδα ένα όνειρο τόσο έντονο που νόμιζα πως το ζούσα. Είδα πως ήμουν σε ένα όμορφο μέρος γεμάτο δέντρα και λουλούδια άη Δημητριάτικα και μεγάλα λουλούδια σαφρανιού. Πουλιά ακουγόταν και ένα ποτάμι κυλούσε γαλήνια σιμά μου, ξαφνικά το ποτάμι έγινε κίτρινο, αγρίεψε με περικύκλωσε και άρχισα να νιώθω πως με πνίγει. Τότε εμφανίστηκε στην απέναντι όχθη του ποταμιού ένα μεγάλο ελάφι με ένα άσπρο σημάδι στο μέτωπο ανάμεσα στα κέρατα σαν να ήταν σταυρός και με κοιτούσε. Εγώ τότε άρχισα να αιωρούμαι πάνω από το ποτάμι σαν να κολυμπούσα στον αέρα.
Ξύπνησα ιδρωμένος και γύρισα να παρηγορηθώ στην μάνα μου και ένιωσα πως δεν ήταν στο προσκέφαλό της. Κοίταξα μπροστά και τότε είδα να είναι γονατισμένη και να έχει το κεφάλι της ακουμπισμένο στο πάτωμα μπροστά από την εικόνα του Αγίου Νικάνορα. Την άκουσα να ψιθυρίζει μες στην σιγαλιά της νύχτας: «Φέρ’ τον πίσω γερό, εσύ μπορείς!». Κοίταξα να δω σε ποιον μιλούσε και δεν έβλεπα κανένα. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και κοιτώντας την εικόνα συνέχισε να μιλά σαν να είχε κάποιον απέναντί της. «Με πήρες απ’ την ορφάνια μου και με τίμησες να γίνω γυναίκα ενός άξιου άντρα, με έκανες μάνα και σε ευχαριστώ, τώρα πέφτω στα πόδια σου, μην με κάνεις χήρα και τα παιδιά μου ορφανά. Μεγάλωσα μες στην αγκαλιά μου και το παιδί της Σοφίας χωρίς να το ξεχωρίσω από τα δικά μου τα παιδιά… παιδί μου και η Αγγελική ορφάνεψε μια φορά από μάνα, λυπήσου αυτήν, λυπήσου και μένα δώσε μου το στήριγμά μου πίσω, δεν θα αντέξω! Φέρε μου τον πίσω γερό, σε παρακαλώ, εσύ μόνο μπορείς!».
Καταλάβαινα πως έκλαιγε, παρόλο που δεν έβλεπα τα μάτια της. Τόσο καιρό έβλεπα τις άλλες γυναίκες του σπιτιού να σκουπίζουν τα δάκρυά τους και την μάνα μου ατσάκιστη να ξημερώνει στο περβάζι με την μάλλινη μαντίλα και να μην έχει χύσει ούτε ένα δάκρυ, τώρα αυτό το βράδυ έπεφταν όλα τα δάκρυα της μαζεμένα.
«Τον καλό μου τον σταυρό με τα ρουμπίνια, που μου ‘φερε από την Πόλη σου τον τάζω, να στον φέρει στο μοναστήρι, ανήμερα της γιορτής σου τον Αύγουστο και ‘γω να νηστέψω μέχρι τότε…”.
Προσκυνούσε, σηκωνόταν και παρακαλούσε πάλι, έκλαιγε, μιλούσε σαν να είχε τον Άγιο μπροστά της. Δεν άκουσα καμιά προσευχή από αυτές που λέει ο παπά Τάκης στην εκκλησία και όμως ένοιωθα πως δυνατότερα δεν είχε προσευχηθεί η μάνα μου σε κανέναν άλλο χώρο από αυτήν εδώ την κάμαρα. Ήταν τόσο αφοσιωμένη, που δεν με είδε που ξύπνησα, έτσι και ‘γω χώθηκα στα σκεπάσματα ξανά και την έβλεπα να έχει αυτήν την παράξενη επαφή με τον άγιο, ώσπου με πήρε γλυκά ο ύπνος.
Το πρωί άκουσα την ξύλινη αυλόπορτά μας να ανοίγει, πήγα στο περβάζι και την είδα τυλιγμένη με την μάλλινη μαντίλα της να φεύγει για να πάρει νερό από τον λάκκο, γύρισα και είδα την ξύλινη εικόνα του Αγίου. Πήγα και είπα δυο κουβέντες. «Εγώ είμαι… ξέρεις… ο γιος της Γιαννιώς.. δεν θέλω να είμαι ορφανό… φέρε πίσω τον πατέρα… Θα έρθω και ‘γω στο μοναστήρι σου να σ’ ανάψω ένα κερί με το μεταλίκι του παππού μου που το έκρυψα, κάνε το χατίρι της μάνας μου… συγχώρα με που χτύπησα τον Γιαννακούλη. Δι ευχών και… Αμήν».
Δεν ήξερα τι άλλο να του έλεγα, πίστευα πως ο άγιος κατάλαβε ποιος ήμουνα και τι του ζητούσα, έκανα βιαστικά τον σταυρό μου και κάθισα στο περβάζι. Έριξα το βλέμμα μου χαμηλά στην αυλή και είδα τα άη Δημητριάτικα και τα λυπήθηκα. Παρόλες τις προσπάθειες που έκανε η μάνα μου να συνέλθουν, ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, κομμένα και ξεριζωμένα. Κάποια από τα κομμένα τα είχε βάλει στην άκρη, σχηματίζοντας μια στοίβα και κάποια τα είχε κόψει κοντά στην ρίζα για να ξαναφουντώσουν. Σήκωσα στεναχωρημένος το βλέμμα μου και αγνάντεψα τα χιονισμένα βουνά πέρα στα Βέντσια που φάνταζαν μεγαλόπρεπα και σκέφτηκα: «Άραγε να βρίσκεται κάπου εκεί ο πατέρας μου;»
Έκανα να φύγω όταν άκουσα φωνές κάτω από τον δρόμο. Το σπίτι μας ήταν σε ψηλό σημείο και για να το φτάσει κάποιος έπρεπε να ανέβει ένα πέτρινο δρομάκι. Κοίταξα καλύτερα και πρόσεξα κάποια παιδιά να ανεβαίνουν μες το κρύο το καλντερίμι, να ανακατεύονται οι φωνές τους και να μην μπορώ να ξεχωρίσω τι έλεγαν, άνοιξα λίγο το παράθυρο και έβαλα αυτί να ακούσω:
«Θειέ Νικουλάκη, θειά Βαλασία, σχαρίκια θέλουμε! Τάξε μας θείε Νικουλάκη, τάξε θειά!»
Είδα και τον Γιαννακούλη της Λενάκως αναστατωμένο, με κόκκινα μάγουλα και μύξες που έτρεχαν, να ανακατεύεται κι αυτός μες στην μαρίδα και να φωνάζει. Από την φασαρία ο παππούς μου ξεπρόβαλε προσπαθώντας να δέσει την υφαντή ζώνη στην μέση του και πριν καλά καλά το κάνει το παιδομάνι τον κύκλωσε φωνάζοντας:
«Τάξι θειέ Νικουλάκη, φάνκαν! Απ΄ τν Βαντσιώστρατα πέρα έρχιτι στου λάκκου ένα μπλίκι μι ζουντανά και είνι του θκό σας!».
Εκείνος αλαφιασμένος ρώτησε: «Είνι ου Παναγιώτης, ου Γιαννακός είνι αντάμα; Είνι τα θκά μας τα μπλάρια, η Ρούσα μας είνι μπρουστά;» και όταν τα παιδιά του απάντησαν θετικά σε όλα, έβγαλε από το σακούλι που είχε κρεμασμένο με σκοινί στον λαιμό του μια χούφτα μεταλίκια και σκόρπισε στον αέρα μια χάλκινη βροχή που έκανε ευχάριστο θόρυβο πέφτοντας. Τα παιδιά ρίχτηκαν με χαρούμενες φωνές να τα μαζέψουν.
Οπλές ζωντανών αντήχησαν στο πετρόχτιστο ανηφορικό δρομάκι και εγώ είδα να ξεπροβάλλει πρώτα η αγαπημένη μου Ρούσα, ο κολαούζος του πατέρα μου. Πίσω μαζί καβάλα σε ένα άλογο ο πατέρας με την μάνα μου, από πίσω ο Γιαννακός, ο Γιωργής και ο νονός μου σέρνοντας τα υπόλοιπα ζώα.
Γύρισα τα μάτια μου στην εικόνα «Άγιε μου Νικάνορα σε ευχαριστώ!» όπως το είχε πει η μάνα μου «από το παραθύρι θα τον δεις να έρχεται» σκέφτηκα. Δεν περίμενα άλλο και ούτε κατάλαβα πώς κατρακύλησα την σκάλα και βρέθηκα μέσα στην αγκαλιά του. Είδα πως είχε το δεξί χέρι του δεμένο, ήταν αγριεμένος από το κρύο με ανακατεμένα τα μαλλιά του και πυκνά τα γένια στο πρόσωπό του. Όταν όμως μου χαμογέλασε εμένα, τότε μου φάνηκε αρχάγγελος!
Όλη η οικογένεια είχε βγει στην αυλή και ο καθένας αντιδρούσε με τον δικό του τρόπο, άλλος έκλαιγε, άλλος γελούσε, η γιαγιά σταυροκοπιόταν, η ψυχοκόρη και τα κορίτσια χοροπηδούσαν. Έπεσαν όλοι πάνω του να τον αγκαλιάσουν, χαιρέτησαν και τον Γιαννακό το ίδιο εγκάρδια και τους πήγαν όλους να ζεσταθούν μέσα στον καλό οντά που έκαιγε ο πυρομάχος. Αφού έφαγαν και ξεκουράστηκαν, ο Γιαννακός μας αποχαιρέτησε, πήρε τα ζωντανά του και έφυγε για την Σιάτιστα να σμίξει κι αυτός με τους δικούς του να ησυχάσουν και να χαρούν και αυτοί και να κάνουν μαζί γιορτές. Αγκαλιαστήκαν και άκουσα τον πατέρα μου να λέει ξεπροβοδώντας τον φίλο και συνεταίρο του:«Γιαννακό, είμαστε εμείς καλά και είμαστε στην ρίζα μας, ας χάσαμε τα καζάντια μας, θα ξανακαζαντίσουμε. Καλά Χριστούγεννα, καλές γιορτές, σι καρτιρώ με την κυρά σου την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων να γιορτάσουμε όλοι μαζί και ‘μεις θα έρθουμε του Άη Γιαννιού στην Σιάτιστα να ευχηθούμε για την γιορτή σου».
Γύρισε μέσα και δίπλα στην φωτιά μας αφηγήθηκε μια ιστορία που δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Ξεκίνησε λέγοντας: «Είχαμε καλά εμπορεύματα και κυρίως καλό σαφράνι, θυμάστε πέρσι έβρεξε στην ώρα του και όσο έπρεπε και είχαμε καλή παραγωγή. Είπαμε με τον Γιαννακό που κι αυτός είχε καλό λιαστό κρασί, φέτος να πουλήσουμε ακριβότερα στον Τούρκο. Αυτός όμως δεν θέλησε, ειδοποίησε και τους άλλους εμπόρους και μας έκανε ζημία γιατί δεν πουλήσαμε τίποτα στην Πόλη και καθυστερήσαμε να φύγουμε. Αφού είδαμε και αποείδαμε, αποφασίσαμε να φύγουμε και να πουλήσουμε στους δικούς μας στην περιοχή του Έβρου. Αργοπορήσαμε όμως και ο καιρός είχε χαλάσει, είχε παρά πολλές βροχές και ο ποταμός είχε φουσκώσει. Σε μια μεριά διαβήκαμε ένα ξύλινο γεφύρι και εκείνο έσπασε. Πήγα να τραβήξω την Ρούσα, δεν μπόρεσα, γλίστρησα και έσπασα το χέρι μου. Η Ρούσα έπεσε μέσα στο νερό και μαζί της και τα πρώτα δυο μουλάρια, ο Γιαννακός ρίχτηκε να τα βγάλει, γιατί στο πρώτο είχαμε όλο το κέρδος μας σε λίρες, κρυμμένο κάτω από το σαμάρι και στο δεύτερο όλο το απούλητο σαφράνι. Ένα ξύλο τον χτύπησε στο κεφάλι και γέμισε το νερό αίματα, τον είδα να χάνεται και όρμισα να τον τραβήξω έξω από το νερό παρόλο που πονούσα. Έπεσα σε δίνη, το ποτάμι με κάλυψε, ένιωσα ανήμπορος και τότε είπα «τέλος, αυτό ήταν, μέχρι εδώ είναι η ζωή μου» και παραδόθηκα, αλλά τελικά είχε ακόμα το καντήλι μου λάδι. Όταν εγκατέλειψα τον εαυτό μου, εκείνη την στιγμή ένιωσα χέρια να με τραβούν από το νερό και δυο αγνώστους να με τυλίγουν με μια μάλλινη κάπα. Κοίταξα δίπλα καθόταν ο Γιαννακός που έτρεμε από το κρύο, η Ρούσα με μια πληγή στην κοιλιά και τα υπόλοιπα ζωντανά μας στην όχθη. Τα δυο μουλάρια όμως τα πρώτα ήταν άφαντα. Βοσκοί ήταν αυτοί που μας έβγαλαν από το ποτάμι, μας γιατροπόρεψαν, μας περιποιήθηκαν και μας κράτησαν στο μαντρί τους γύρω στις δέκα μέρες για να συνέλθουμε. Ας είναι καλά οι άνθρωποι! Τα δύο μουλάρια δεν τα βρήκαμε και λεφτά δεν είχαμε να γυρίσουμε και κυρίως για να πληρώσουμε τα δερβένια, σκεφτήκαμε να πάμε σε έναν χανιτζή από την Σέλτσα που μας γνώριζε για να μας δώσει δανεικά τουλάχιστον μέχρι την Σαλονίκη και από εκεί θα βρίσκαμε τρόπο να έρθουμε. Δεν είχε όμως και αυτός και περιμέναμε για μέρες στο χάνι να βρούμε λύση, πουλήσαμε και λίγα υπάρχοντα στα γύρω χωριά, αλλά πάλι δεν έφταναν.
Και εκεί που απελπιστήκαμε, μια βραδιά ακούσαμε να χτυπά την πόρτα κάποιος μέσα στα μεσάνυχτα. Άνοιξε με βρισιές ο χανιτζής και τότε είδα τον Γιωργή μας με τον Λευτέρη ταλαιπωρημένους να μπαίνουν μέσα. Είχαν πάρει σβάρνα όλα τα χάνια και ρωτούσαν τους κυρατζήδες αν μας είχαν δει. Κάποιος τους είπε πως πνιγήκαμε, εκείνοι όμως δεν τον πίστεψαν, συνέχισαν να μας ψάχνουν και τελικά δικαιώθηκαν. Αγκαλιαστήκαμε σαν παιδιά και κλαίγαμε, ήρθε και ο χανιτζής μαζί μας που έπαιζε κλαρίνο και κάναμε ένα γλέντι όλη την νύχτα… τι να σας πω! Πήραμε τον δρόμο του γυρισμού την επομένη το μεσημέρι, ήρθαμε χωρίς καζάντια αυτήν την φορά και έχουμε χρέη, αλλά τουλάχιστον γυρίσαμε ζωντανοί» είπε και σκάλισε την φωτιά.
Σηκώθηκα και έβαλα τα χεράκια μου γύρω από τον λαιμό του και του είπα: «Εγώ ούτε τα καβάδια θέλω, ούτε τα χρέη, θέλω να έχω τον πάτερα μου γερό και κοντά μου» τον φίλησα και εκείνος δάκρυσε. Το βράδυ τρύπωσα ανάμεσά τους και κοιμήθηκα, πριν όμως τον άκουσα να λέει στη μάνα: «Γιαννιώ, την ώρα που με ρούφηξε κάτω το νερό και παραδόθηκα, είδα την Σοφία να με καλεί και έκανα να πάω κοντά της. Σιγά σιγά όμως η μορφή της ξεθώριασε και μια δυνατότερη μορφή φάνηκε, ήταν η δική σου εικόνα και είπε ο βοσκός πως φώναζα το δικό σου όνομα όταν με τράβηξαν έξω από το νερό».
Τις επόμενες μέρες ετοιμαστήκαμε για τις γιορτές των Χριστουγέννων και για το γλέντι που θα γινόταν για τον ερχομό του πατέρα μου. Την πρώτη μέρα όλη η οικογένεια πήγαμε αξημέρωτα στην εκκλησία και εγώ πήγα και φίλησα την εικόνα του Αγίου Νικάνορα και του είπα «ευχαριστώ». Βρήκα και τον Γιαννακούλη της Λενάκως που μου ζήτησε συγχώρεση για τα λόγια του, εγώ του είπα πως τα ξέχασα κιόλας και τον κάλεσα στο σπίτι να τον κεράσω.
Η πέτρινη φωλιά μου στολίστηκε, το σπίτι μας φεγγοβόλησε, ετοιμάστηκε το γλέντι και άρχισαν να έρχονται φίλοι και συγγενείς. Πήγα εκεί που υπήρχαν τα Άη Δημητριάτικα και είδα μια στοίβα από κομμένα και ξεραμένα λουλούδια. Σκάλισα λίγο και σηκώνοντάς τα είδα ένα μικρό μπουκετάκι από κίτρινα Άη Δημητριάτικα που είχαν γλυτώσει. Χαρούμενος τα κράτησα στα χέρια μου, τα έβαλα σε ένα βάζο και στόλισα το γιορτινό χριστουγεννιάτικο μας τραπέζι, όπου τριγύρω του καθόταν μες στην χαρά και στο τραγούδι ό,τι αγαπούσα περισσότερο στον κόσμο, η οικογένειά μου!
Ιωάννα Κύρου
