Μια υπόσχεση κι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο

Σηκώθηκε όρθιος κι έστρωσε με νευρικές κινήσεις το πουκάμισό του, πήρε μια βαθιά ανάσα κι άφησε τον αέρα να βγει από μέσα του αργά, σε μια προσπάθεια να ηρεμήσει την καρδιά του που από ώρα χτυπούσε σαν τρελή. Ξαφνικά ένιωθε σαν έφηβος που έβγαινε το πρώτο του ραντεβού. Ακούμπησε στο παγκάκι με τα δυο του χέρια κι έκλεισε τα μάτια “όχι, μην ιδρώσεις τώρα!” “διέταξε” χαμηλόφωνα τον εαυτό του. Κοίταξε το ρολόι του, σε δύο λεπτά θα ήταν κιόλας επτά. Βρισκόταν στο “γνωστό παγκάκι” από τις επτά παρά είκοσι, ήξερε πως ήταν πολύ συνεπής και της άρεσε η ακρίβεια. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να φτάσει εκεί και να την βρει να τον περιμένει.

Άκουσε βήματα πίσω του, για την ακρίβεια άκουσε πατήματα πάνω στα ξερά φύλλα. Ήταν εκείνη, το ήξερε, το ήξερε πριν καν γυρίσει να κοιτάξει. Ένιωθε την αύρα της, το άρωμά της που το απαλό αεράκι είχε κιόλας φέρει στα ρουθούνια του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και γύρισε. Ήταν αυτή. Ήταν αυτή, στο ίδιο ακριβώς σημείο, την ίδια ακριβώς ώρα, πέντε χρόνια μετά…

Μόλις γύρισε προς το μέρος της, εκείνη σταμάτησε να περπατάει και κόλλησε τα μάτια της στα δικά του. Ίσιωσε το κορμί του, έσφιξε στο αριστερό του χέρι το κόκκινο τριαντάφυλλο που κρατούσε κι έμεινε να την κοιτάζει. Ήταν αυτή, το κοριτσάκι του, το δικό του κοριτσάκι! Αυτό το κοριτσάκι που αγάπησε όσο δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί πως θα μπορούσε. Αυτό το κοριτσάκι που του χάρισε απλόχερα όσα είχε και δεν είχε στην ψυχή του. Αυτό το κοριτσάκι που φεύγοντας απ’ τη ζωή του, πέντε χρόνια πριν, πήρε μαζί της ένα κομμάτι απ’ την καρδιά του.

-Αυτό είναι μάλλον για μένα, ε; του είπε, κάνοντας μια μάλλον αποτυχημένη προσπάθεια να χαμογελάσει και προχώρησε προς το μέρος του

-Ε… ναι… δηλαδή… φυσικά, της είπε και με δυο βήματα βρέθηκε μπροστά της

Σαν πορσελάνινη κούκλα του φάνηκε, φοβήθηκε ν’ απλώσει τα χέρια του να την αγκαλιάσει, μη και τη σπάσει. Ήταν όμορφη… ήταν όμορφη όπως τότε, ή μάλλον όχι… ήταν ακόμη πιο όμορφη. Πιο φωτεινά του φάνηκαν τα μάτια της, αυτά τα μάτια που άλλαζαν μαγικά ανάλογα με το τι κοιτούσε, ανάλογα με το τι σκεφτόταν. Άλλοτε θάλασσες φουρτουνιασμένες κι άλλοτε γαλήνιες, παραδεισένιες λίμνες. Την τελευταία φορά που τα είχε δει, πέντε χρόνια πριν, σαν γκρίζοι φθινοπωρινοί ουρανοί έσταζαν πόνο και θλίψη και απόγνωση, έσταζαν φόβο και απελπισία και θυμό. Τώρα έμοιαζαν ήρεμες και γαλήνιες οι λίμνες αυτές που κάποτε λάτρεψε και που ένα μόλις δευτερόλεπτο έφτανε για να επιβεβαιωθεί πως δεν είχε πάψει ποτέ να λατρεύει.

-Θα μου το δώσεις; του χαμογέλασε κάνοντας μια αστεία γκριμάτσα που τον έκανε να γελάσει

-Μα ναι… γέλασε δυνατά και το ακούμπησε τρυφερά στο χέρι της

-Μια αγκαλιά ίσως; τον ρώτησε κοιτώντας τον περιπαιχτικά

-Μια αγκαλιά… επανέλαβε σαν υπνωτισμένος

Ακούμπησε απαλά το κεφάλι της στο στήθος του κι έβαλε τα χέρια της γύρω απ’ τη μέση του. Για λίγα δευτερόλεπτα τον κυρίευσε φόβος κι εκείνη σαν να άκουσε τις σκέψεις του, του ψιθύρισε “μη φοβάσαι, δεν θα σπάσω!”. Χαμογέλασε και χωρίς να πει λέξη, την έκρυψε στην αγκαλιά του. Έκλεισε τα μάτια και ένιωσε εκείνη τη γνώριμη ζεστασιά της να τον τυλίγει, να φτάνει η θέρμη απ’ το δέρμα μέχρι την καρδιά του. Πόσο του είχε λείψει αυτή η αίσθηση…

-Να καθίσουμε; τον ρώτησε χαμηλόφωνα

Δεν της απάντησε, κρατώντας την απ’ το χέρι περπάτησαν προς το παγκάκι. Την άφησε να καθίσει πρώτη και κάθισε δίπλα της. Την είδε να διορθώνει προσεχτικά το πολύχρωμο μαντήλι που φορούσε στο κεφάλι της και να σφίγγει πάνω της το λεπτό, καφέ παλτό της. Έβγαλε με γρήγορες κινήσεις το μπουφάν του και το ακούμπησε απαλά στην πλάτη της.

-Μπορούμε να καθίσουμε και στο αυτοκίνητο αν κρυώνεις. Ή να πάμε κάπου, σε κάποιο μαγαζί ή… ή στο σπίτι μου αν θέλεις…

Ακούμπησε το χέρι της στο γόνατό του και το έσφιξε καθησυχαστικά.

-Δεν κρυώνω, μην στεναχωριέσαι. Μου αρέσει αυτό το απαλό αεράκι που φυσάει εδώ πάνω. Γι’ αυτό ήθελα να βρεθούμε εδώ, να μυρίσω λίγο το χώμα, τα δέντρα, τη φύση… Δεν ξέρεις πόσο μου έλειψαν όλα αυτά! Δεν ξέρεις πόσο μου έλειψαν όλα εδώ… κι εσύ… κόμπιασε και κατέβασε το βλέμμα της

-Κι εσύ μου έλειψες Χαρά! Δεν έχεις ιδέα πόσο μου έλειψες! της είπε με λαχτάρα κι ένιωσε τα μάτια του να υγραίνονται

-Δεν ήταν εύκολο…

-Το ξέρω κορίτσι μου… το ξέρω ότι δεν ήταν εύκολο! Μακάρι να μπορούσα να είμαι δίπλα σου σ’ όλο αυτό! Δεν ξέρεις πόσο πολύ το ήθελα, μα η Αμερική… δεν γινόταν, ήταν αδύνατον να καταφέρω να έρθω… της είπε και κατέβασε και το δικό του βλέμμα

-Δεν χρειάζεται να απολογείσαι Γιάννη. Ένα ταξίδι στην Αμερική κοστίζει πάρα πολύ, το ξέρω, ξέρω πως δεν μπορούσες… έβαλε το χέρι της στο μάγουλό του

-Χαρά, δεν έπρεπε να γυρίσεις… της είπε με μια ανάσα, θαρρείς κι έψαχνε δυο ζωές να βρει το θάρρος να ξεστομίσει αυτές τις λέξεις

-Γιάννη, αν κάτι έμαθα όλα αυτά τα χρόνια είναι να παλεύω. Πάλεψα πολύ, πάλεψα με δυνάμεις που δεν ήξερα καν ότι είχα. Πάλεψα να μην απογοητεύσω πρώτα όσους μ’ αγαπούν και μετά εμένα. Μα ξέρεις… κάποια στιγμή πρέπει να συνειδητοποιείς πως ορισμένες μάχες είναι προδιαγεγραμμένο να χαθούν. Δεν έχει νόημα πια, δεν υπάρχει τίποτε άλλο που μπορώ να κάνω. Προτίμησα να αποδεχτώ την ήττα μου και να διαλέξω εγώ τον τρόπο που θα “φύγω”, γιατί…

-Σταμάτα Χαρά! Μη το λες αυτό! Δεν θέλω ούτε…

-Γιάννη… Γιάννη μου… μωρό μου… θέλω να είμαι εδώ, στο σπίτι μου, στ’ αδέρφια μου, στους γονείς μου, σε σένα… Θέλω να είμαι εδώ, να σας αγκαλιάσω, να σας φιλήσω, να πάρω μαζί μου κάθε στιγμή. Κουράστηκα μάτια μου… κουράστηκα να παλεύω θηρία που στη δική μου περίπτωση είναι ανίκητα.

-Χαρά, η μαμά σου μίλησε γι’ αυτή την θεραπεία που θα…

-Φτάνει! Φτάνουν οι θεραπείες, τα φάρμακα, οι βελόνες! Φτάνουν τα πειράματα πάνω μου! Οι γονείς μου έκαναν παραπάνω απ’ όσα μπορούσαν για μένα, η οικογένειά μου σχεδόν διαλύθηκε, τα αδέρφια μου μεγάλωσαν στον αυτόματο χωρίς τη μαμά. Η μαμά μου πέντε χρόνια έλιωσε σε διαδρόμους και σε άβολες καρέκλες νοσοκομείου στο πλάι μου. Ο μπαμπάς δούλεψε υπεράνθρωπα για να μπορεί να πληρώνει όλα αυτά που ίσως με έσωζαν. Δεν θα με σώσουν όμως, δεν τα κατάφεραν… δεν τα κατάφερα Γιάννη. Απέτυχα! Και δεν θέλω να πεθάνω μόνη μου, σ’ ένα κρύο νοσοκομείο. Θέλω να… σταμάτησε να μιλάει και ξέσπασε σε γοερό κλάμα, ενώ ο Γιάννης την αγκάλιασε σφιχτά κι άφησε τα μάτια του να τρέξουν πόνο χωρίς σταματημό.

Έκλαιγαν κι οι δυο αμίλητοι για ώρα, όπως τότε, την τελευταία φορά που συναντήθηκαν πριν η Χαρά πάρει το αεροπλάνο για την Αμερική, τότε που εκεί της είχαν πει ότι ήταν η μόνη σωτηρία της. Δεκαεπτά χρονών παιδιά ήταν κι οι δυο, γεμάτοι αγάπη κι άδολο έρωτα ο ένας για τον άλλον, γεμάτοι με όνειρα κι ελπίδες για ένα κοινό μέλλον, που με την αθωότητα της ηλικίας τους πίστευαν πως θα κατάφερναν να κάνουν πράξη. Θα είχαν στ’ αλήθεια καταφέρει αυτό το “για πάντα μαζί”, αν τα πράγματα δεν είχαν αλλάξει απ’ την ξαφνική αρρώστια της Χαράς; Κανείς δεν ξέρει… αυτός ο βίαιος αποχωρισμός τους όμως, είχε στοιχίσει και στους δύο.

Η σπάνια πάθησή της, δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί στην Ελλάδα. Οι γονείς της Χαράς ήταν και οι δυο γιατροί και μάλιστα πολύ έμπειροι και απ’ τους καλύτερους στους τομείς τους. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Η μετάβαση της Χαράς σε εξειδικευμένο κέντρο της Αμερικής ήταν η μόνη λύση για να παλέψουν για την σωτηρία της. Με συνοδεία της μητέρας της έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, αφήνοντας πίσω τον πατέρα με τα δυο μικρότερα αδέρφια της και τον Γιάννη, τον “άνθρωπο της ζωής της” όπως συνήθιζε να τον λέει. Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα, έδωσε πολλές μάχες, μπήκε σε πειραματικά προγράμματα, ταλαιπωρήθηκε πολύ, αλλά πάλεψε όσο ήταν ανθρωπίνως δυνατό. Ήξερε πως έπρεπε να κάνει ό,τι μπορούσε για όλους αυτούς που την αγαπούσαν και την περίμεναν πίσω γερή και δυνατή. Ο καιρός περνούσε και το “θηρίο” καταλάγιαζε για λίγο, τόσο όσο να τους γεμίσει ελπίδες κι επανερχόταν πίσω πιο δυνατό από πριν. Κάθε φορά… κάθε γαμημένη φορά… Κι έφτασε πια το σημείο που η Χαρά δεν άντεχε να παλεύει άλλο, έφτασε το σημείο που αποφάσισε πως ό,τι κι αν κάνει, όσο κι αν προσπαθήσει, δεν θα τα καταφέρει. Κι αποφάσισε να παραιτηθεί. Όλοι οι δικοί της άνθρωποι και κυρίως η μητέρα της που δεν έφυγε στιγμή απ’ το πλευρό της, προσπάθησαν να την πείσουν να μην εγκαταλείψει, να κάνει έστω μια προσπάθεια ακόμη, με μια καινούρια πειραματική θεραπεία που είχε βρεθεί και που ίσως θα κατάφερνε να την βοηθήσει, αλλά η Χαρά ήταν ανένδοτη. Ενήλικη πια, μπορούσε να πάρει τις δικές της αποφάσεις. Κι η απόφασή της ήταν οριστική και τελεσίδικη. “Γυρίζουμε πίσω”.

Χωρίς ιατρική υποστήριξη, η Χαρά είχε ουσιαστικά υπογράψει το θάνατό της. Δεν θα κατάφερνε να μείνει όρθια για περισσότερο από λίγες εβδομάδες, αλλά σάμπως και η όποια καινούρια θεραπεία μπορούσε να της διασφαλίσει πως θα τα κατάφερνε για περισσότερο; Είχε πια αποφασίσει πως αυτή ήταν η μοίρα της κι έπρεπε να τη δεχτεί. Ήθελε να γυρίσει πίσω στο σπίτι της, στην οικογένειά της, στους φίλους, στους συγγενείς, στο Γιάννη της… Ήθελε να καταφέρει να τους αποχαιρετίσει, να πάρει μαζί της “μυρωδιές” από μέρη κι ανθρώπους που αγαπούσε. Ήθελε να πεθάνει με τον δικό της τρόπο.

Ο Γιάννης θυμόταν ακόμη την τελευταία τους αγκαλιά, τότε που πνιγμένοι κι οι δυο στα δάκρυά τους, αντάλλασσαν άηχα “σ’ αγαπώ”, άηχα “θα μου λείψεις”, άηχα “φοβάμαι χωρίς εσένα”. Όταν βγήκε εκείνη την τελευταία φορά απ’ τα χέρια του, ένιωσε σαν να του ξεκόλλησε κι ένα κομμάτι απ’ την καρδιά του. Και την άφησε να το πάρει μαζί της, με μια ελπίδα να του το φέρει πίσω, γερή και δυνατή πια. Πίστευε σε εκείνη, πίστευε στο πείσμα και στη δύναμή της, πίστευε ότι θα τα κατάφερνε. Ακόμη κι όταν ο καιρός περνούσε, η ελπίδα αυτή σιγόκαιγε μέσα του, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι γινόταν να συμβεί κάτι άλλο. Η Χαρά θα επέστρεφε νικήτρια. Δεν το κατάφερε ποτέ να πάει στην Αμερική, ένα τέτοιο ταξίδι στοίχιζε χρήματα που δεν είχε και θα ήταν αδύνατον να αποκτήσει ποτέ, μιας και σε αντίθεση με την οικογένεια της Χαράς, η δική του ήταν άνθρωποι μεροκαματιάρηδες. Ο ίδιος έπιασε δουλειά με το που τελείωσε το λύκειο, αλλά ήταν αδύνατον να συγκεντρώσει τόσα χρήματα, μιας και ό,τι έβγαζε, ήταν απαραίτητο για την επιβίωση της οικογένειας. Επικοινωνούσαν όμως συνέχεια με τη Χαρά όλα αυτά τα χρόνια κι ακόμη και τα διαστήματα που εκείνη δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν, της έστελνε συνέχεια γραπτά μηνύματα, ώστε να τα διαβάσει όταν θα ένιωθε καλύτερα.

Η Χαρά ήταν το πιο όμορφο κορίτσι που είχε δει ποτέ του, ακόμη και τώρα που είχε τόσο πολύ αδυνατίσει, που είχε τόσο πολύ ταλαιπωρηθεί, που είχε χάσει τα μαλλιά της, ακόμη και τώρα, για εκείνον ήταν η νεράιδα του. Ήταν η νεράιδα του κι οι νεράιδες δεν πεθαίνουν, οι νεράιδες ζουν αιώνια στα παραμύθια και στις καρδιές των παιδιών. Κι ο Γιάννης παρότι άντρας πια, δίπλα στη Χαρά θα ήταν πάντα το δεκαπεντάχρονο παιδί που δίνει το πρώτο του φιλί και τρέμει από αγωνία.

Σκούπισε με απότομες κινήσεις τα μάτια του, έκλεισε το πρόσωπό της στα χέρια του και την κοίταξε αποφασιστικά.

-Θυμάσαι ποια ήταν η τελευταία υπόσχεση που σου έδωσα πριν φύγεις; 

-Δεν ήταν υπόσχεση, ήταν απειλή! του είπε κάνοντας μια αποτυχημένη προσπάθεια να χαμογελάσει και να ελαφρύνει το κλίμα

-Σου υπόσχομαι πως εσένα θα σε κάνω γυναίκα μου…. Θυμάσαι;

*****

Ο Γιάννης έπεισε τελικά τη Χαρά να μπει σ’ εκείνη την καινούρια πειραματική θεραπεία. Κι εκείνη παρότι κουρασμένη και σχεδόν παραδομένη, έκανε μια τελευταία προσπάθεια για εκείνον. Ήταν εκείνος που τη συνόδεψε στην Αμερική αυτή τη φορά, ήταν επιθυμία και των δυο τους και οι γονείς της Χαράς δεν μπορούσαν να το αρνηθούν, ήλπιζαν πως η παρουσία του θα την βοηθούσε. Και θες η παρουσία του, θες το πείσμα της, θες η τύχη… αυτή τη φορά τα πράγματα πήγαν καλά. Και γύρισαν νικητές, νικητές κι ερωτευμένοι όσο ποτέ.

Η πρόταση έγινε μ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο “παγκάκι τους” κι ο γάμος τους ήταν απλός, λιτός, μα παραμυθένιος. Ο Γιάννης κράτησε την υπόσχεση που της είχε δώσει χρόνια πριν κι η Χαρά στάθηκε στο πλάι του ντυμένη στα λευκά, ψιθυρίζοντάς του πως για όσο ζει, θα είναι ευτυχισμένοι. Και κράτησε κι εκείνη τη δική της υπόσχεση κι όλα τα χρόνια που περάσανε μαζί ήταν όμορφα, γλυκά και ζεστά. Καμία σημασία δεν έχει πόσο κράτησε το δικό τους “για πάντα”, σημασία έχει πως κατάφεραν να ζήσουν το όνειρο που η ζωή προσπάθησε σκληρά να τους κλέψει. Σημασία έχει πως τα χρόνια που η αγάπη και η δύναμή τους τους χάρισαν, κατάφεραν να γεμίσουν με ανεξίτηλες μυρωδιές τις ψυχές τους. Σημασία έχει πως το κατάφεραν να ζήσουν με τον δικό τους τρόπο…

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading