Ζωή κρυμμένη

Παρασκευή απόγευμα. Ο ουρανός έχανε σιγά σιγά το μπλε του χρώμα και η νύχτα έπαιρνε τη θέση της. Το σκοτάδι θα κάλυπτε σιγά σιγά την πόλη.

Το περίμενε αυτό το σκοτάδι. Όλη την εβδομάδα ανυπομονούσε για τη σημερινή μέρα που θα μπορούσε να τον ξαναδεί. Μια ολόκληρη ζωή κλεισμένη σε ένα δωμάτιο ενός φθηνού ξενοδοχείου. Είχαν μόνο 2 ώρες, αλλά και πάλι ένιωθε ότι αυτές τις ώρες ζούσε μαζί του όλα όσα ντρεπόταν να διεκδικήσει.

Η εξάτμιση του μπροστινού αμαξιού στο φανάρι την ξύπνησε από την ονειροπόλησή της και βιάστηκε να γκαζώσει, για να φτάσει στον προορισμό της. Βρήκε πολύ γρήγορα πάρκινγκ, τέσσερα τετράγωνα μακριά, αλλά δεν την πείραζε. Ίσως ο κρύος αέρας να ηρεμούσε την αγωνία που ένιωθε στην ψυχή της. Μπήκε στο μικρό ξενοδοχείο και μια γλυκιά μυρωδιά από μανταρίνι την τύλιξε. Χαιρέτησε τον υπάλληλο της υποδοχής και έτρεξε προς το ασανσέρ. Μια γρήγορη ματιά στο είδωλό της για να ισιώσει το τσουλούφι που πετούσε και πάτησε το κουμπί του 2ου ορόφου.

Η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε και ο ήχος από τα τακούνια της χάθηκε στην μοκέτα του διαδρόμου. Σε ένα λεπτό χτύπησε την πόρτα του δωματίου, η οποία άνοιξε αμέσως.
– Αγάπη μου, νόμιζα δεν θα έρθεις…
– Δεν θα μπορούσα να το σκεφτώ καν, του είπε και τον φίλησε.
Ο άντρας την αγκάλιασε σφιχτά και στη συνέχεια τη βοήθησε να βγάλει το παλτό της. Η αγκαλιά του την έλιωσε και ένιωσε αμέσως τα γόνατά της να λύνονται.

Έλα, της είπε, παρήγγειλα να μας φέρουν ζέστη σοκολάτα και καρμπονάρα που ξέρω ότι σου αρέσει. Ήμουν σίγουρος ότι θα ήσουν κουρασμένη μετά τη δουλειά.
Η γυναίκα τον κοίταξε με ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης. Ποτέ κανένας δεν είχε σκεφτεί να κάνει κάτι για αυτή χωρίς κάποιο αντάλλαγμα και ξαφνικά ένας άνθρωπος σχεδόν άγνωστος τη σκέφτεται καθημερινά, αντιλαμβάνεται τις ανάγκες της και προσπαθεί να ικανοποιήσει κάθε επιθυμία της πριν καν ειπωθεί…

6 μήνες πριν
Όλα ξεκίνησαν τυχαία 6 μήνες πριν, όταν ο άνδρας ήρθε στο μεσιτικό γραφείο που εργάζονταν για αναζήτηση σπιτιού. Ήταν νέος στην πόλη, μόλις είχε προσληφθεί σαν δάσκαλος στο δημοτικό και έψαχνε κάπου να εγκατασταθεί.

Τη στιγμή που μπήκε στο γραφείο της, ένιωσε ξαφνικά το δωμάτιο να μικραίνει και την ανάσα της να κόβεται. Ήταν λες και δεν υπήρχε άλλος στο χώρο και ο μοναδικός άνθρωπος που έβλεπε ήταν αυτός.
-Καλησπέρα σας. Ενδιαφέρομαι για την ενοικίαση ενός σπιτιού. Μου είπαν ότι το γραφείο σας έχεις τις καλύτερες προσφορές.
Η φωνή του την επανέφερε στην πραγματικότητα.
-Φυσικά, φυσικά. Παρακαλώ καθίστε και πείτε μου περίπου για τι διαμέρισμα ενδιαφέρεστε.

Μισή ώρα κράτησε η συνομιλία τους. Σε αυτό το διάστημα πρόλαβε να αποτυπώσει στη μνήμη της κάθε καμπύλη του προσώπου του και όποιο μικρό συνοφρύωμα εμφανιζόταν στο μέτωπό του κάθε φορά που σκεφτόταν κάτι.

Το σπίτι βρέθηκε γρήγορα και η γυναίκα πίστευε ότι δεν θα τον ξαναέβλεπε ποτέ. Μέχρι που σε κάποια ειρωνεία της τύχης, το μοναδικό πρωινό που δεν προλάβαινε ο σύζυγος να πάει την κόρη τους σχολείο και ανέλαβε η ίδια, τον πέτυχε στην πόρτα χαμογελαστό.

Η κόρη της όταν τον είδε, έτρεξε ενθουσιασμένη προς το μέρος του και τον αγκάλιασε.
-Μαμά, μαμά, κοίτα, είναι ο κύριος της μουσικής που σου έλεγα. Είδες πόσο όμορφος είναι; Και είναι και πολύ καλός! Μαμά με ακούς;

Η φωνή της μικρής την έκανε να κουνήσει το κεφάλι της αμήχανα.
– Ναι αγάπη μου, της είπε, τον θυμάμαι. Αφού όλη μέρα γι’ αυτόν μιλάς. Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω. Με το σπίτι όλα καλά;
– Ναι, όλα υπέροχα. Σε ευχαριστώ πολύ για τη βοήθειά σου. Ήρθε και η γυναίκα μου πριν λίγες μέρες, οπότε μπαίνουμε σιγά σιγά σε μια σειρά.
– Τι ωραία! Χαίρομαι πολύ που το ακούω. Ελπίζω να βρείτε ωραία την πόλη μας και να περάσετε μία όμορφη χρόνια. Αγάπη μου εγώ πάω για δουλειά, θα τα πούμε το μεσημέρι.

Το μεσημέρι στο σχόλασμα ήταν πάλι αυτός στην είσοδο να ξεπροβοδίζει τα παιδιά. Όλα τον χαιρετούσαν με λατρεία. Αντάλλαξαν μερικά τυπικά λόγια, πήρε την κόρη της και έφυγε.

Τις επόμενες μέρες τον συναντούσε κάθε μέρα. Είτε στο σχολείο, είτε στο σούπερ μάρκετ, είτε έξω από τη δουλειά της, δεν υπήρχε μέρα που να μην τον δει έστω και τυχαία.

Ώσπου κάποια στιγμή, σε μια ακόμα τέτοια τυχαία συνάντηση, την πλησίασε ο ίδιος και της πρότεινε να πάνε για έναν καφέ. Η γυναίκα στην αρχή ταράχτηκε και αρνήθηκε. Εξάλλου τι δουλειά είχε μαζί του; Η πόλη ήταν μικρή και τα στόματα μεγάλα. Δεν είχε κάποιο λόγο να βγει με το δάσκαλο… οι εβδομάδες περνούσαν και η πρότασή του για εκείνον τον καφέ συνεχιζόταν με κάθε ευκαιρία.

Ώσπου μια εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα, δέχτηκε. Την πήρε και πήγαν σε ένα μικρό καφενεδάκι με θέα το φαράγγι. Εκεί ξεδίπλωσε όλη τη ζωή του… την ορφάνια του, το γάμο που δεν ήθελε, τη μιζέρια που νιώθει ότι ζει κάθε μέρα.
– Μόνη μου ευχαρίστηση είναι η μουσική και τα παιδιά. Γι’ αυτό έγινα δάσκαλος… κάθε φορά που βρίσκομαι μαζί τους νιώθω λες και μου χαρίζουν τον κόσμο. Και ξαφνικά ήρθα εδώ, είδα εσένα και κάτι άλλαξε μέσα μου…

Η γυναίκα κουνήθηκε αμήχανα στη θέση της. Όλο αυτό το διάστημα τον άφησε να μιλάει χωρίς να τον διακόπτει, αλλά ένιωθε και η ίδια τόσα πολλά που ήθελε να του πει, αλλά φοβόταν. Ο καφές τελείωσε γρήγορα και πήρε τη θέση του το κρασί, το οποίο τη βοήθησε να ρίξει τα τείχη της και να του εξιστορήσει και αυτή με τη σειρά της τη ζωή της. Την καταπίεση που βίωνε από την οικογένειά της και στη συνέχεια από το σύζυγό της. Την προσπάθειά της να είναι τέλεια σε όλα και να μην προδίδει τίποτα στα παιδιά της. Όλο το άγχος και τις κρίσεις πανικού που βιώνει καθημερινά… Και τα είπε όλα αυτά σε έναν άγνωστο, που ωστόσο ένιωθε λες και τον ξέρει χρόνια.

Η επόμενη συνάντησή τους δεν άργησε να έρθει, σε ένα ξενοδοχείο αυτή τη φορά, όπου εξερεύνησαν ο ένας τον άλλον με κάθε τρόπο. Ήταν λες και είχαν βρει επιτέλους τα κομμάτια του παζλ που έλειπαν από τις ζωές τους…

Σήμερα

Όταν άνοιξε ξανά η ίδια πόρτα δύο ώρες αργότερα, φόρεσε πάλι τη μάσκα της γυναίκας που ήταν αποδεκτή στον κόσμο και χάθηκε στο σκοτάδι της νύχτας εκείνης. Ένα μικρό χαμόγελο ωστόσο στόλιζε τώρα το κουρασμένο πρόσωπό της.

Ντάτα Π.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading