«Γιωργάκη, έλα να δεις τι βρήκε ο μπαμπάς», φώναξε η Δέσποινα από την κουζίνα. Μαγείρευε ως συνήθως ένα λιτό φαγητό, που αποτελούνταν από ψάρια που είχε πιάσει την προηγούμενη μέρα ο άντρας της, ο Πέτρος και πατάτες από το μικρό παντοπωλείο της πόλης του νησιού που έμεναν.
Έξω, η βροχή έπεφτε ασταμάτητα και οι αστραπές δονούσαν τους τοίχους του σπιτιού. Στους δρόμους, κυκλοφορούσαν λίγα οχήματα, κυρίως της αστυνομίας και της πυροσβεστικής, που έσπευδαν σε κάποιο περιστατικό ή απλά περιπολούσαν.
«Πιστεύεις ότι θα του αρέσει;» ρώτησε ο Πέτρος. Τα ρούχα του είχαν λερωθεί από τις ώρες που είχε περάσει στο καΐκι, ένα πλοιάριο που μετρούσε πάνω από τριάντα χρόνια υπηρεσίας στην οικογένειά του. Όλοι οι πρόγονοι του Πέτρου, όπως και πολλών άλλων κατοίκων, ασχολούνταν βασικά με την αλιεία. Όμως, με τέτοιο καιρό, τα πράγματα δυσκόλευαν πολύ. Ο Πέτρος δεν είχε ξανοιχτεί στη θάλασσα περισσότερες από πέντε φορές αυτές τις εβδομάδες, γεγονός που πλήγωνε τα οικονομικά της οικογένειας και τη γενικότερη κατάστασή της.
Η Δέσποινα κοίταξε το καράβι που είχε ανασύρει ο Πέτρος. Ήταν ένα παλιομοδίτικο παιχνίδι, πλασμένο από ξύλο, φθαρμένο, αλλά αρκετά όμορφο. Τα κατάρτια του είχαν χάσει το χρώμα τους και φαίνονταν έτοιμα να διαλυθούν με το πρώτο άγγιγμα, σαν φτερά πεταλούδας. Στα πλαϊνά του, είχε σχηματισμένες μικρές στρογγυλές τρύπες, για κανόνια ή σαν παράθυρα. Το μοναδικό στοιχείο του πλοίου που μπορούσες να μετακινήσεις, χωρίς να το χαλάσεις, ήταν η άγκυρα στη μια πλευρά, που ήταν εφικτό να την τραβήξεις και να ξεδιπλωθεί για μερικά εκατοστά.
«Ναι», είπε, «πιστεύω ότι θα του αρέσει. Και μάλιστα, λέω να το στολίσουμε. Την άλλη εβδομάδα έχουμε Χριστούγεννα».
«Πολύ καλή ιδέα, αγάπη», της είπε ο Πέτρος και τη φίλησε.
Ο δεκάχρονος Γιώργος εμφανίστηκε στην πόρτα. Σήμερα δεν είχε σχολείο, ένεκα Σαββάτου, οπότε, όταν είδε το καράβι, έγινε διπλά χαρούμενος. Το πήρε από τα χέρια της μητέρας του και άρχισε να φωνάζει «διαταγές», σαν να ήταν πλοίαρχος. «Είναι τέλειο!» φώναξε.
«Γιωργάκη, λέμε να το στολίσουμε για τα Χριστούγεννα. Φαντάσου το με λαμπιόνια να αναβοσβήνουν γύρω του. Πώς σου φαίνεται;»
Ο Γιώργος ατένισε με τον νου του το πλοίο με τα μικρά φώτα, να σαλπάρει και να περιηγείται σε όλες τις θάλασσες του πλανήτη, με τον ίδιο στο πηδάλιο και τους ναύτες να τραγουδάνε χαρούμενοι. «Ναι, ναι, να το στολίσουμε», απεφάνθη και το πήρε στο δωμάτιό του, για να βάλει στο κατάστρωμα μερικά από τα ναυτάκια που του είχε αγοράσει ο πατέρας του όταν ήταν οχτώ χρονών.
Ο Πέτρος πήγε και έβαλε λίγο νερό και ήπιε. «Δεν θα σταματήσει η κακοκαιρία», είπε.
«Ναι, το άκουσα. Όλοι λένε ότι θα χειροτερέψει».
«Θα προσπαθήσω να πιάσω όσο περισσότερα ψάρια γίνεται, πριν να είναι αργά. Αν φουρτουνιάσει, ξεχνάμε κάθε εξόρμηση προς τα ανοιχτά».
Η Δέσποινα κατένευσε. Ήξερε καλά τι θα πει να προκαλέσει κάποιος την οργή της θάλασσας. Ο πατέρας της είχε κάνει αυτό το λάθος πριν είκοσι χρόνια, όταν εκείνη ήταν δεκαπέντε χρονών και το είχε πληρώσει με την ζωή του. Δεν θα επέτρεπε ποτέ να κάνει και ο άντρας της το ίδιο σφάλμα, ακόμα και αν έμεναν για μέρες χωρίς φαγητό.
Η κατάσταση της οικογένειας γενικά ήταν δύσκολη. Από οικονομικής άποψης, το εισόδημά τους προερχόταν κυρίως από την αλιεία. Η Δέσποινα ασχολιόταν με την κοπτική-ραπτική, αλλά δεν είχε μεγάλη πελατεία. Το νησί εδώ και δέκα χρόνια περίπου είχε αρχίσει να έχει τουρισμό, οπότε, πέραν από τα ξενοδοχεία, είχαν ανοίξει και διάφορα μαγαζιά, μεταξύ των οποίων ήταν και τρία που ασχολούνταν με επιδιορθώσεις ρούχων. Η Δέσποινα είχε ζητήσει να εργαστεί σε αυτά, όμως απέρριψαν την αίτησή της κι έτσι είχε μείνει με τους λίγους γνωστούς που απευθύνονταν σε εκείνη για τα ρούχα τους.
Ο μικρός Γιώργος, από την άλλη, το πάλευε με το σχολείο, αλλά ήταν φανερό πως δεν τα κατάφερνε όσο καλά μπορούσαν άλλα παιδιά. Δυσκολευόταν να παρακολουθήσει τα μαθήματα, ειδικά την αριθμητική. Οι γονείς του, όσο μπορούσαν, προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν, αλλά αυτό που κατάφερναν ήταν να τον πιέζουν περισσότερο απ’ όσο άντεχε, με αποτέλεσμα να κλαίει και να λέει ότι είναι «άχρηστος». «Δεν το θέλω το σχολείο», έλεγε, «εγώ θέλω να ταξιδέψω με πλοίο!». «Ένα-ένα, Γιωργάκη μου», προσπαθούσαν οι γονείς του. «Μπορείς να σπουδάσεις στο μέλλον και να δουλέψεις σε πλοίο». Αυτό φαινόταν να πείθει κάπως τον μικρό, μόνο μέχρι να βρει ξανά εμπόδιο ανάμεσα στις σελίδες των σχολικών βιβλίων και στις ασκήσεις που είχε σημειώσει στα τετράδιά του.
Η οικογένεια ζούσε σε ένα σπίτι τριάντα τετραγωνικών, με δύο υπνοδωμάτια, κουζίνα, μπάνιο και αποθήκη. Το συντηρούσαν όπως-όπως, όμως ήταν περήφανοι για αυτό. Με βάση τις συγκυρίες, έκαναν το καλύτερο δυνατό για το οίκημα και τους ίδιους.
Το ίδιο απόγευμα, η οικογένεια στόλισε το καράβι, στερεώνοντάς το πάνω σε ένα κομοδίνο στην κουζίνα και αγκαλιασμένοι ευχήθηκαν καλά Χριστούγεννα.
Μετά από εκείνο το Σάββατο, όμως, τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ πιο ραγδαία απ’ ό,τι υπολόγιζαν όχι μόνο ο Πέτρος και η Δέσποινα, αλλά και πολλοί επιστήμονες. Οι θαλασσοταραχές, οι άνεμοι των εννιά και δέκα μποφόρ και οι δυνατές καταιγίδες που μάστιζαν το νησί ξέφευγαν πλέον από κάθε έλεγχο. Οι καταστροφές, που ήταν ήδη εκτεταμένες, έφτασαν στο αποκορύφωμα ανήμερα των Χριστουγέννων. Τα κύματα έλουζαν τους δρόμους και το νερό διέλυε τα όποια άτυχα οχήματα βρίσκονταν στο διάβα του, ενώ ισόγεια σπιτιών και πολυκατοικιών πλημμύριζαν. Οι υπάλληλοι στα ξενοδοχεία έτρεχαν και δεν έφταναν για τους πελάτες τους. Στο λιμάνι, δεν έβλεπες παρά ελάχιστα πλοία και βάρκες –τα περισσότερα τα είχε μαζέψει στα βάθη του το πέλαγος. Οι κάτοικοι παρέμεναν στις οικείες τους, προσπαθώντας να επιβιώσουν από τα νερά που εισέβαλλαν κατά ριπάς στο χώρο τους, καταστρέφοντας την γαλήνη, την θαλπωρή, μα πάνω απ’ όλα την ασφάλεια που θα έπρεπε να νιώθουν εντός των σπιτιών τους.
«Ησύχασε, Γιώργο μου», έλεγε η Δέσποινα στον μικρό, ενώ παράλληλα προσπαθούσαν με τον Πέτρο να ξεφορτωθούν την πλημμύρα που καταστάλαζε γύρω τους. Ο Γιώργος είχε βοηθήσει στην αρχή, αλλά ο φόβος του, συνδυασμένος με την ψύχρα του νερού και της έλλειψης οποιουδήποτε σώματος θέρμανσης -καθότι όλα είχαν αχρηστευθεί-, ήταν τόσο ισχυρός που οι γονείς του τον έβαλαν να καθίσει πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, όσο εκείνοι μάχονταν τις δολιοφθορές, που όλο και πλήθαιναν.
Αλλά ήταν μάταιο. Οι δύο εξώθυρες δεν εμπόδιζαν ουσιωδώς τα θαλάσσια ρεύματα. Μέσα στο σχεδόν απόλυτο σκοτάδι, οι γονείς του Πέτρου χρησιμοποιούσαν κουβάδες, ούτως ώστε αδειάζουν το νερό έξω, για να διαπιστώσουν αργότερα πως δεν είχαν καταφέρει κάτι. Το νερό επανερχόταν και η στάθμη ανέβαινε: τώρα είχε φτάσει περάσει τα γόνατά τους.
Ένας φαύλος κύκλος, διαποτισμένος με αλμυρό νερό και ουράνιους ήχους θυμού, είχε αρχίσει και στον ορίζοντα δε διαφαινόταν κάποια πιθανότητα αλλαγής.
Ώσπου πρώτα ο Γιωργάκης και μετά οι γονείς του συνειδητοποίησαν ότι άκουγαν φωνές από κάπου κοντά τους. Στράφηκαν και είδαν πως ένα σημείο στο σπίτι δεν είχε επηρεαστεί από την θεομηνία, και αυτό ήταν το καράβι. Τα λαμπιόνια του ήταν ακόμα αναμμένα, παρά το ότι το ρεύμα είχε πέσει εδώ και ώρες.
Και όχι μόνο αυτό, αλλά στο κατάστρωμά του διέκριναν κινήσεις. Μικρές, αλλά… ήταν εκεί.
«Τα ναυτάκια», είπε ο Γιώργος, εκστασιασμένος.
Κανείς δεν μίλησε, γιατί αμέσως η άγκυρα εκτοξεύτηκε προς το μέρος τους, τους τύλιξε και τους έφερε στο πλοίο. Εκεί βρήκαν άντρες να τρέχουν και να φωνάζουν.
Λίγα λεπτά μετά, καθώς το νερό άγγιξε το πλοίο, εκείνο βρέθηκε εκτός του σπιτιού, στο πλήρες μέγεθός του, να πλέει, με τον νεαρό Γιώργο στο πηδάλιο και τα λαμπιόνια να φέγγουν στο σκοτάδι.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
