Το μυστήριο “Αμπαλά”

Η μπέμπα είπε μια καινούργια λέξη.
Τεντώθηκε όσο γινόταν πάνω στα παχουλά της ποδαράκια, σήκωσε το χεράκι κι έδειξε εκεί ψηλάααα… το ψυγείο.
Η μπέμπα έδειξε το ψυγείο και ξεφώνησε τραγουδιστά: «ΑΜΠΑΛΑ»!
Μαμά και γιαγιά κοιτάχτηκαν με απορία.
– Μπάλα γυρεύει!… Η γιαγιά θεωρούσε τον εαυτό της ειδήμονα στα της νηπιακής αργκό. Μπορεί να είχαν περάσει 30τόσα χρόνια από τότε που εξειδικεύτηκε, αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία. Και καταλάβαινε δύσκολες έννοιες, λόγω εμπειρίας. Π.χ. στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ποιος άλλος εκτός από εκείνη γνώριζε τι θα πει «αλικόπατο» (τουτέστιν «ελικόπτερο»); Δεν ήταν και μικρό πράγμα αυτό….
– Απαλά λέει! αποφάνθηκε η μαμά… Αχ, το χρυσό μου… Για τη μαμά, η μπέμπα είναι, εκτός όλων των άλλων που κατατάσσουν το μωρό της στην κατηγορία των θαυμάτων, ένα απαλό, χνουδωτό λαγουδάκι. Που δεν χορταίνει να αγκαλιάζει και να γλυκοφιλά.

Η γιαγιά πήγε και έφερε μια μικρή πλαστική μπάλα από το παιδικό δωμάτιο. Άργησε λίγο, επειδή αυτή η σύγχρονη σπηλιά του Αλαντίν είναι πάντα πολύ ακατάστατη. Πλίνθοι και κέραμοι, ατάκτως εριμμένοι – όλα τα παιχνίδια σκορπισμένα από την ανήλικη ένοικο, ολούθε. Παρότι, κάθε βράδυ, η ταλαίπωρη μαμά τα μαζεύει στο καλάθι τους. Η μπέμπα είναι περίεργη, δραστήρια και ανεξάρτητη. Από πολύ νωρίς. Πριν ποδαρώσει για τα καλά, έχει επινοήσει έναν τρόπο μετακίνησης, πολύ πιο γρήγορο και άνετο από το μπουσούλημα. Καθιστή, με το ένα πόδι διπλωμένο, το ένα χέρι σαν βάση και το άλλο πόδι σαν τιμόνι και μοχλό, κινεί το κορμάκι της προς όλες τις κατευθύνσεις. Αυτό της επιτρέπει να χρησιμοποιεί ελεύθερα το ένα της χέρι. Θυμίζει τον τρόπο που μετακινούνται ανώτερα είδη του ζωικού βασιλείου, όπως π.χ. οι γορίλες. “Αυτό, δείχνει ότι διαθέτει ευφυία άνω του μέσου όρου”, έχει αποφανθεί η παιδίατρος, κάνοντας εξαιρετικά περήφανους τους γονείς της μπέμπας.
Προσωπικά, η γιαγιά θεωρεί την συγκεκριμένη παιδίατρο αρκετά «βαρεμένη», που τολμάει να συγκρίνει την ακριβή της εγγονή με γορίλα, αλλά τέλος πάντων…

Η μπέμπα πήρε αγκαλιά τη μπάλα, που ήταν κόκκινη και μαλακή και συνέχισε να δείχνει το ψυγείο επιμένοντας «Αμπαλά»!
Η μαμά παράτησε σύξυλα τα πιάτα στο νεροχύτη και κάθισε οκλαδόν μπροστά της. Την πήρε στην αγκαλιά της, ώστε να είναι πρόσωπο με πρόσωπο. Μίλησε αργά και καθαρά, όπως η παιδίατρος την είχε δασκαλέψει: «Τι θέλεις μπέμπα μου; Το αρκουδάκι σου; Που είναι απαλό;»
Εννοείται ότι πήρε την ίδια απάντηση: «Αμπαλά!». Αυτή τη φορά όμως μια οκτάβα προς τα άνω. Αγανακτισμένη…

Μέχρι να βρει και να φέρει η μαμά το αρκουδάκι, η μπέμπα είχε γαντζωθεί στο πόδι της γιαγιάς. Που είπε να αποτελειώσει το πλύσιμο εκείνων των έρμων των πιάτων. Δεν είχε γαντζωθεί απλώς. Ούρλιαζε επίσης, φανερά εκνευρισμένη «Αμπαλά!»
– Να σου πω, δεν είναι ώρα να της δώσουμε το φρούτο της; είπε η γιαγιά, ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη, σκουπίζοντας τα χέρια της, στη μαμά. Που πεσμένη στα τέσσερα, έψαχνε το αρκουδάκι. Η μπέμπα το είχε εκτοξεύσει, θυμωμένη, κάτω από το τραπέζι της κουζίνας.

Το θηριάκι τοποθετήθηκε, με συνδυασμένες προσπάθειες μαμάς και γιαγιάς, καθότι ζόρικο, στο καρεκλάκι του και, ώ του θαύματος (!) επιτέλους το βούλωσε μόλις του προσφέρθηκε ένα κομμάτι μπανάνας. Οι άμεσες εν ζωή πρόγονοί του αναστέναξαν με ανακούφιση. Ουφφφ… το ξέχασε…

Για κανένα μήνα περίπου, αυτό που έκανε την μπέμπα να φωνάζει «Αμπαλά», εκτός από τις ώρες που κοιμόταν, παρέμεινε μυστήριο ανεξιχνίαστο.
Ώσπου, η μαμά παρατήρησε το προφανές. Ότι δηλαδή πάνω στο ψυγείο βρισκόταν το καλαθάκι με τις μπανάνες. Και ότι η μπέμπα σταματούσε τα «Αμπαλά» αμέσως μόλις μπούκωνε τη μπανάνα της.
– Να δεις που εννοεί «μπανάνα» εκμυστηρεύτηκε στη γιαγιά. Και επειδή η μπανάνα είναι απαλή και μαλακή, τη λέει «αμπαλά»! Της λέω «μπανάνα» και εκείνη επιμένει στο «αμπαλά».
Η γιαγιά δέχτηκε προσωρινά αυτή την εξήγηση, αποφεύγοντας να σχολιάσει ότι η λέξη «μπανάνα» είναι σαφώς ευκολότερη από τη λέξη «αμπαλά». Και ότι η μπέμπα προφέρει καθαρότατα και άλλες, πιο δύσκολες λέξεις. Με πολλά «α», όπως «ανανά», «μαλλιά», «γυαλιά», «γιαγιά».

Η ζωή έγινε ευκολότερη τώρα. Όταν η μπέμπα λέει «Αμπαλά», όλο το σόι είναι ενημερωμένο ότι θέλει τη μπανάνα της. Μπορεί να τρελαίνεται για κινέζικο, ινδική κουζίνα και σούσι, αλλά η μεγάλη της αγάπη παραμένει η μπανάνα. Ακόμα κι όταν τη συνδυάζει με… φακές! Τελευταία, έμαθε να την ξεφλουδίζει και να την τρώει μόνη της. Ανάμεσα σε δυο μπουκιές, σταματάει, την κοιτάζει με λατρεία και της ψιθυρίζει «Αμπαλά»!

Ήδη καβάτζαρε ενάμιση χρόνο ζωής. Μεγαλώνει γοργά. Παρατηρεί ασταμάτητα τον κόσμο γύρω της και απορροφά σαν σφουγγαράκι όσα ακούει, όσα βλέπει… Τα κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση έχουν γίνει μέρος της ζωής της. Όχι όλα. Βασικά, αυτά που αρέσουν στη μαμά, στη θεία και στη γιαγιά. Που τις κάνουν να γελάνε. Και να γυρίζουν για λίγο στην εποχή που ήταν ανέμελες και αθώες. Σαν τη μπέμπα.

Η μαμά, η θεία και η γιαγιά, έχουν ανακαλύψει τα σύγχρονα στρουμφάκια. Αυτά που η βιομηχανία πλασάρει μαζικά αυτή την εποχή. Στην τηλεόραση, στα έντυπα, στα παιδικά παιχνίδια. Λέγονται μίνιονς και δεν είναι μπλε, αλλά κίτρινα. Είναι αστεία, χαριτωμένα, κάνουν κουτουράδες, γελάνε κακαριστά, χορεύουν, τραγουδάνε. Και μιλούν μια δική τους, κατάδική τους διάλεκτο. Επίσης, λατρεύουν τις μπανάνες. Τις θεωρούν ιερές. Στη γλώσσα τους, τις αποκαλούν «Αμπαλά»!

Ελένη Ασμάνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading