Είχε υποσχεθεί στις κόρες της να πάνε στο παζάρι σήμερα. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και ήθελε να δημιουργήσει μια όμορφη γιορτινή ατμόσφαιρα στα παιδιά, τα οποία δεν είχαν καταλάβει πως διανύαν την εβδομάδα των γιορτών. Τα Χριστούγεννα τους έβρισκαν τόσο μακριά από την Ευρώπη, σε μια άλλη ήπειρο, με άλλη θρησκεία και έθιμα, μα εκείνη δεν την ενοχλούσε ιδιαίτερα, άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που άλλαζαν χώρα, είχε πλέον συνηθίσει να μην «δένεται» με τόπους. Μπορεί η Ανατολή να είχε άλλους ρυθμούς, διαφορετική νοοτροπία και μια επιφυλακτικότητα στους λαούς της Ευρώπης, αλλά της άρεσε με έναν τρόπο που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Άλλωστε η Λουντιμίλα και ο Δημήτρης ήταν ένα ζευγάρι που δεν είχε σύνορα, πολίτες του κόσμου, άλλαζαν κάθε δυο χρόνια την βάση της κατοικίας τους. Εκείνος στην πρεσβεία και οι υπόλοιποι σιωπηρά ν’ ακολουθούν χωρίς ν’ αφήνουν συναισθηματικούς δεσμούς πίσω τους, χωρίς να αποχαιρετούν, χωρίς κανείς να τους περιμένει, πλην των γιαγιάδων και παππούδων που είχαν ακροβολισθεί οι δυο στον Καναδά και οι άλλοι δυο στην Μόσχα. Δύσκολη αυτή η οικογένεια, μα δυνατή και προσαρμόσιμη στις καταστάσεις.
Κάλυψε το κεφάλι της Μαρίας με ένα μαντήλι στο χρώμα του λαδιού, το έδεσε κάτω από το πηγούνι ικανοποιημένη ως προς το αποτέλεσμα και με ένα δεύτερο μαντήλι κεφαλιού κάλυψε και το κεφαλάκι της μικρότερης, της Ροζέτας. Αμέσως μετά έδεσε και το δικό της. Σήμερα θα έβγαιναν οι τρεις τους, η Μαρία η μεγάλη της, δεκατεσσάρων και η Ροζέτα η μικρότερη, μόλις έξι. Δεν ήθελε καθόλου να προκαλούν με το ντύσιμό τους, σεβόμενη την κουλτούρα της χώρας και την θέση του άνδρα της. Τις έπιασε από το χέρι βγαίνοντας από το κατώφλι του προσωρινού σπιτιού, παρόλο που η Μαρία παραπονέθηκε με το βλέμμα, η μητέρα της απάντησε με ένα νεύμα εντείνοντας το σφίξιμο του χεριού.
Το παζάρι ήταν μόλις πέντε λεπτά από το σπίτι τους με τα πόδια και είχε χειμωνιάτικη ηλιόλουστη ημέρα. Ήθελαν μπαχάρια οπωσδήποτε, φρούτα και λίγο παστουρμά για το βραδινό τραπέζι, ίσως και λίγα φιστίκια με αποξηραμένους χουρμάδες. Κόσμος πολύς στο παζάρι, χρώματα, φωνές, γέλια και κλάματα παιδιών που είχαν κουραστεί από την πολύωρη ορθοστασία. Η μητέρα στάθηκε μπροστά από έναν πάγκο να δει κάποια υφάσματα, της άρεσε ένα γαλάζιο μετάξι. Ο έμπορος άνοιξε το τόπι να το δει καλύτερα, της έκανε καλύτερη τιμή έλεγε, ευκαιρία μην το χάσει. Η μικρή Ροζέτα, βλέποντας τον έμπορο με τα χρυσά δόντια να της χαμογελά, σφίχτηκε στο χέρι της μητέρας και μισοκρύφτηκε φοβισμένη πισωπατώντας. Η Μαρία βαριόταν έντονα, ήθελε να φύγουν, να πάνε λίγο πιο κάτω, να πιούν μια μαστίχα με λίγο κονιάκ αν το επέτρεπε η μητέρα.
Όπως άγγιζαν το μετάξι, τα χέρια τους συναντήθηκαν, κοιτάχτηκαν στα μάτια ασυναίσθητα οι δυο τους, χωρίς λόγο, χωρίς καμιά αιτία, μάνα και κόρη ένιωσαν απέραντη αγάπη σε αυτό το βλέμμα. Την επόμενη στιγμή η εικόνα διαλύθηκε σε μικρά κομματάκια σαν σε παζλ. Εκκωφαντικός ήχος, σκόνη, κόσμος, φωνές, κλάματα και αίμα. Θεέ μου, αίμα! Τρέχει αίμα από εκείνη, πού είναι; Τι έγινε; Η μητέρα είναι πεσμένη κάτω, η Ροζέτα σκονισμένη όρθια δίπλα της κλαίει και εκείνη δεν μπορεί να καταλάβει, δεν νιώθει καλά, καθόλου καλά, ο κόσμος τρέχει, κάποιος φωνάζει κάτι, δεν ακούει, έχει πέσει πάνω από την μητέρα, την σκουντά να σηκωθεί, μα εκείνη με ανοιχτά τα μάτια και μια πληγή στην κοιλιά κατακόκκινη, δεν απαντά, δεν σαλεύει, δεν αντιδρά. Δεν νιώθει καλά, ζαλίζεται, τραβά την Ροζέτα πάνω της και σέρνονται κάτω από τον πάγκο. Χάνεται, σβήνει, λιποθυμά.
«Μαρία; Με ακούς; Μαρία;» είναι ο πατέρας της, χαμογελά που τον βλέπει, είναι στο κρεβάτι, ζαλίζεται και κάτι δεν πάει καλά. Σιγή! Κάτι της λέει ο πατέρας, μα βλέπει μόνο τα χείλη να κουνιούνται, δεν ακούει. Κάνει προσπάθεια να συγκεντρωθεί, μα πάλι δεν ακούει. Ζαλίζεται, σβήνει…
Έχουν περάσει χρόνια από εκείνο το μεσημέρι του τρομοκρατικού κτυπήματος, από το μεσημέρι που έχασε την μητέρα της και την ακοή της. Αυτοσχέδια βόμβα, στην καρδιά του παζαριού, προξένησε τον θάνατο είκοσι ανθρώπων, ανάμεσά τους δέκα παιδιά. Μια θλιβερή επέτειος είναι σήμερα, λίγες ημέρες πριν τα Χριστούγεννα και η Μαρία ξαναζεί μια προς μια τις στιγμές, σαν να μην πέρασε μια ημέρα. Βλέπει καθαρά το χαμόγελο της μητέρας, θυμάται το μάλλινο κερασί παλτό που έκανε αντίθεση με το λαδί μαντήλι του κεφαλιού που φόραγε η ίδια και τις ξανθές μπούκλες που ξέφευγαν από το μαντήλι της Ροζέτας. Ένα μεγάλο μωρό, μια κούκλα ήταν η Ροζέτα, με ροδαλά μαγουλάκια και γλυκιά σαν ροδάκινο. Γέλαγε, φλυαρούσε, της είχε υποσχεθεί η μητέρα παστέλι και παγωτό μόλις τελείωναν από το παζάρι. Και μετά, καπνός σκόνη και απώλεια. Η μικρή Ροζέτα δεν ξαναμίλησε από τότε. Οι γιατροί είπαν από το σοκ, αλλά η Μαρία πιστεύει πως επέλεξε να μην μιλάει. Σαν τιμωρία προς τον Θεό που της πήρε την μητέρα! Περίεργο πώς τιμωρούν οι άνθρωποι τον εαυτό τους, Θεό τον ονομάζουν και βάλλονται εναντίον του.
Τακτοποιεί όπως μπορεί τις σκέψεις της και ετοιμάζεται να φύγει. Η ζωή είναι δύσκολη για έναν άνθρωπο που δεν ακούει, μα η Μαρία έχει βρει τρόπο να είναι λειτουργική να συνεχίσει την ζωή της. Κλείνει την πόρτα και κατευθύνεται στο παζάρι, στο τέλος του δρόμου είναι το νοσοκομείο και σε δέκα λεπτά ξεκινάει η βάρδιά της. Είναι εθελόντρια στην χώρα που της στέρησε την μητέρα της, στη χώρα που την πόνεσε τόσο πολύ. Καθημερινά φροντίζει τραύματα και πληγές ανθρώπων διαφορετικών και έτσι κάπως κλείνει και την δική της πληγή. Επικοινωνεί με την Ροζέτα κάποιες φορές με γραπτά μηνύματα, μαθαίνει για εκείνη πως δίνει έναν άλλο αγώνα για τον ίδιο σκοπό. Εκείνη, η μικρή σαν το ροδάκινο, εκτελεί χρέη γραμματέως της ευρωπαϊκής ένωσης για την αποκατάσταση της ειρήνης και της ενίσχυση της ανθρώπινης ζωής. Πιστή σε έναν σκοπό κλείνει και εκείνη με τον τρόπο της, εκτός από το στόμα, την δική της τραυματική πληγή…
Ελένη Ρέγγα
