Ζωγραφιά

02/04/2017
Από το μπαλκόνι του έβλεπε τη θάλασσα. Ένα από τα λίγα πράγματα που μπορούσε πια να κάνει μόνος του.
Στην αρχή της μοναξιάς του, περνούσε το μεγαλύτερο διάστημα της μέρας, σιωπηλός, με το βλέμμα καρφωμένο στον απέναντι τοίχο. Μέσα του κόχλαζε μια οργή που δεν ήξερε πώς να τη διαχειριστεί. Μάλλον επειδή δεν καταλάβαινε με ποιόν ήταν θυμωμένος. Μπορεί με τον ίδιο του τον εαυτό. Ίσως με τις επιλογές του. Αλλά πάντα με την ίδια τη ζωή και τις ανατροπές της.

Στα εξήντα του, ήταν καθηλωμένος σε αναπηρική καρέκλα. Δίχως τη χρήση των ποδιών του. Στο νοσοκομείο είχε ξετυλιχτεί το κουβάρι της φρίκης. Διαβητική νευροπάθεια του είχαν πει, που εξελίχθηκε ραγδαία, με τη βοήθεια της απέχθειάς του για στοιχειώδη άσκηση και των τριών πακέτων που κάπνιζε σε καθημερινή βάση. Και βέβαια της λαιμαργίας του…

Ήταν μόνος. Με τη γυναίκα του είχαν χωρίσει χρόνια τώρα, ούτε τον ένοιαζε αν ζούσε ή είχε πεθάνει. Η κόρη του μακριά, σε άλλη πόλη, άλλη ξένη κι αυτή. Με άλλες, βασικότερες για ‘κείνην, προτεραιότητες και υποχρεώσεις. Μοναδικός σύνδεσμος με τον έξω κόσμο, η επ’ αμοιβή Βουλγάρα. Αλλά και μ’ αυτήν, το εμπόδιο της γλώσσας, ανυπέρβλητο.

Η επίσκεψη της νεαρής εθελόντριας, αρχικά τον ενόχλησε. Ποια ήταν αυτή με την ψευτοσυμπόνια της και τις ανόητες ιδέες της, σκέφτηκε με την επιφυλακτικότητα του παλιού ναυτικού… Κι όμως, ο ίδιος είχε ζητήσει τη βοήθεια του συλλόγου, στον οποίο ανήκε η μικρή.

Απαντούσε μονολεκτικά και βαριεστημένα στις ερωτήσεις της, δεν ανταποκρινόταν καθόλου στις άοκνες προσπάθειές της για λίγη κουβέντα… Παρόλα αυτά, με κάποιο τρόπο, βρέθηκε να της εξιστορεί την παλιά του αγάπη. Αυτή, που τον έκανε να σκιτσάρει με το μολύβι, ό,τι του τραβούσε την προσοχή.
Στα μεγάλα ταξίδια του, αλλά και μετά από αυτά. Το κατάστρωμα του γκαζάδικου να κονταροχτυπιέται με τα κύματα του Ινδικού, ένα γλάρο κουρνιασμένο στο κατάρτι, τον μάστορα να αποτελειώνει μια βάρκα στο καρνάγιο. Σκίτσα απλά, με λίγες βασικές γραμμές, δίχως προοπτική, ασπρόμαυρα. Πάνω σε πρόχειρα χαρτιά, σε χαρτοπετσέτες. Μια φορά, πάνω σ’ ένα ραγισμένο τοίχο.
Της τα ‘πε όλα. Και μια μέρα, στα καλά καθούμενα, εκείνη του κουβάλησε, καμβάδες, καβαλέτο, χρώματα .

Την είχε ρωτήσει: «Τι να τα κάνω όλα αυτά εγώ;»
– Να ζωγραφίσεις! τον είχε διατάξει, χαμογελώντας.
– Και τι να ζωγραφίσω; Δεν βγαίνω πια έξω.
– Ζωγράφισε αυτό που μπορείς, όπως μπορείς κι όταν νοιώσεις ότι μπορείς!

Δυο μήνες είχαν περάσει από τότε. Η μικρή είχε φύγει να παραδώσει την πτυχιακή της. Αύριο θα γύριζε, του είχε μηνύσει. Και θα ‘ρχόταν για επιθεώρηση, κατέληξε γελώντας.
Το μυαλό του, σαν να ζωντάνεψε ξαφνικά. Σκέφτηκε να κάνει κάτι, να την ευχαριστήσει. Τελικά, τα ‘χε καταφέρει να πάρει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά του, το παλιοκόριτσο. Νοσταλγούσε το χαμόγελό της και τη στοργή της.

Έβαλε τον καμβά στο καβαλέτο κι έμεινε να τον κοιτάζει.
Ύστερα, ξεχώρισε το μπλε, το γαλάζιο, το άσπρο, το πράσινο. Χρωμάτισε πρώτα το βαθύ -πότε μπλε και πότε πράσινο. Επειδή η αέναη κίνηση δεν το άφηνε να κατασταλάξει σε μια απόχρωση.
Πάνω σ’ αυτό το φόντο σχεδίασε καμπύλες και ύστερα πιο πάνω, πτυχές και παραπάνω κορφές και λεπτές μετέωρες κλωστές.
Αργά – αργά κατάφερε να ανεβεί από τα βαθιά στην επιφάνεια. Κι εκεί έβαλε το γαλάζιο και το κυανό του κοβαλτίου να παλεύουν ποιο θα πάρει κεφάλι, να σχηματίζουν δίνες και συρμές.
Τα ένωσε στο κέντρο, σε αυλάκια αλληλοσυμπλεκόμενα και κάποια τα κορφολόγησε με άσπρο.
Έφτασε αρκετά ψηλά. Και τότε, βάλθηκε να στολίσει το εσωτερικό της καμπύλης του κυρίαρχου μπλε, που κάλπαζε. Το έκανε με το απατηλό λευκό, που έφευγε κι ερχόταν συνέχεια. Αφιέρωσε πολύ χρόνο σ’ αυτό τον αγώνα.

Παρόλα αυτά, κράτησε δυνάμεις. Και τα κατάφερε να κεντήσει φιλόπονα το τέλος της ζωγραφιάς, με ολόλευκη δαντέλα, δίχως να νοιάζεται για το πόσο προσωρινή ήταν…

Η πλάτη του πονούσε όταν έγειρε πίσω να κοιτάξει. Όμως χαμογελούσε… Κι ακόμα, σαν να ‘χε λυθεί ένας κόμπος, ανακάλυψε έκπληκτος ότι μπορούσε να δακρύσει, επιτέλους.
Ακούμπησε τα υγρά του δάχτυλα, αυτά που είχαν σκουπίσει τα δάκρυα, πάνω στη ζωγραφιά.
Ήταν η συμβολική, τελική πινελιά στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, που είχε καταφέρει να βγάλει από την ψυχή του.

Ελένη Ασμάνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading