Το ραντεβού

«Σε παρακαλώ! Σε παρακαλώ! Σε παρακαλώ!»
«Ξέχασέ το!»
«Σε παρακαλώ! Σε παρακαλώ! Σε παρακαλώ!»
«Αποκλείεται!»
«Μα τι σου ζητάω πια; Μια χάρη τόση δα και εσύ δεν μπορείς! Ήμαρτον πια!»
«Μια τόση δα χάρη είναι να βγω με τον τύπο που θες να ξεφορτωθείς εσύ;»
«Τι σόι αδερφή είσαι εσύ, ρε; Δεν μου αρέσει ο τύπος και μου τον προξενεύουν τα παιδιά. Δεν τον θέλω! Δεν τον έχω δει ποτέ… Βγες εσύ, που είσαι και μεγαλύτερη! Πρέπει να με προστατεύσεις!»
«Παιδί μου, δεν θα βγω με ένα άγνωστο παλικάρι, το οποίο περιμένει να δει εσένα! Είναι άρρωστο και πολύ κακό, δεν το καταλαβαίνεις;»
«Δεν θα το καταλάβει! Αφού μοιάζουμε… Θα πεις εκεί μια, δυο βλακείες, θα πιεις και το κρασάκι σου και γυρίσεις. Σε παρακαλώ! Δεν πρόκειται να τον ξαναδούμε! Σε παρακαλώ! Μου έστειλε ο άλλος να πάμε για ποτό μετά από τόσο καιρό… Δεν γίνεται να το χάσω αυτό… Δεν γίνεται! Σε παρακαλώ, καλή μου αδερφούλα! Σε παρακαλώ!»
«Για μια ώρα! Στο λέω από τώρα! Και δεν το ξανακάνω… Μεγαλώσαμε πια για τέτοιες βλακείες!»
«Είσαι η καλύτερη αδερφή του κόσμου! Ετοιμάσου τώρα, γιατί σε δύο ώρες πρέπει να είσαι στην πλατεία!».

Η Αθηνά αναστέναξε και σηκώθηκε από το κρεβάτι ώστε να ετοιμαστεί για το blind date της αδερφής της. Από μικρές το είχαν αυτό το χούι! Όταν ήθελαν να ξεφορτωθούν κάποιον, πήγαινε η άλλη στο ραντεβού, τα έκανε χάλια και έκτοτε δεν υπήρχε επικοινωνία. Η Αθηνά είχε στείλει την αδερφούλα της σε δικό της ραντεβού μόνο δύο φορές όλα αυτά τα χρόνια κι αυτό γιατί οι τύποι της είχαν γίνει στενός κορσές.

Η Εβελίνα από την άλλη, έστελνε την Αθηνά το λιγότερο μια φορά τον μήνα σε κάποιο ραντεβού. Ευτυχώς που ήταν όλοι φίλοι φίλων και μετά μπορούσαν εύκολα να πουν την αλήθεια σε όλους. Η ζημιά είχε γίνει. Δεν υπήρχε τίποτα γκομενικό με κανέναν και γίνονταν μια μεγάλη παρέα. Τώρα όμως είχαν φτάσει τριάντα… Δεν ήταν το ίδιο. Ήταν ο κολλητός της ξαδέρφης της κολλητής της Εβελίνας που έλειπε χρόνια στο εξωτερικό. Και ο άνθρωπος θα περίμενε την Εβελίνα και αντί για εκείνη, θα εμφανιζόταν η Αθηνά.

Ετοιμάστηκε, βάφτηκε, ντύθηκε όμορφα αλλά απλά, μπήκε στο αμάξι και κατευθύνθηκε προς το σημείο συνάντησης. Τουλάχιστον ήταν το αγαπημένο της εστιατόριο στο κέντρο της Αθήνας! ‘Η Αθηνά στην Αθήνα!’, έλεγε όση ώρα οδηγούσε στον εαυτό της για να διώξει την αμηχανία. Το σιχαινόταν όλο αυτό. Δεν ήθελε να κοροϊδέψει κανέναν, αλλά τι να έκανε που ήταν η μικρή της αδερφή… ‘Τελευταία φορά, Αθηνά! Τελευταία φορά!’, είπε και πάρκαρε έξω από το μαγαζί.

Πήγαινε πάντα δέκα με δεκαπέντε λεπτά νωρίτερα ώστε να επεξεργαστεί τον χώρο, να χαλαρώσει και να περιμένει, αλλά αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Ένας τύπος, κοντά στην ηλικία της, περίμενε έξω από το μαγαζί έχοντας ένα τσιγάρο στο χέρι. Μόλις εκείνη βγήκε από το αμάξι, αυτός την κάρφωσε με το βλέμμα του. Η Αθηνά άρχισε να προχωράει προς το μαγαζί και εκείνος προς το μέρος της…

«Συγνώμη! Είστε η Εβελίνα;». Πάγωσε η Αθηνά.
«Ναι ναι, η Εβελίνα είμαι. Είστε ο Αναστάσης;»
«Ναι, εγώ είμαι! Χαίρομαι τόσο πολύ! Ας περάσουμε μέσα, μην κρυώσετε!».

Μπήκαν στο μαγαζί, έκατσαν στο αγαπημένο της τραπέζι δίπλα στο βορειοδυτικό παράθυρο και παράγγειλαν από ένα ποτήρι κρασί. Τα αμήχανα χαμόγελα ήταν κολλημένα και στων δύο τα πρόσωπα, παρ’ όλα αυτά όμως η Αθηνά ένιωθε όμορφα. Περίεργα όμορφα! Σαν να το έχει ξαναζήσει όλο αυτό!

«Τι θα φάμε;», τη ρώτησε με ερευνητικό ύφος.
«Τι έχεις όρεξη;»
«Θες να πάρουμε μαζί ένα αλμυρό και ένα γλυκό;»

Η Αθηνά έκλεισε τον κατάλογο μπροστά της, σταύρωσε τα χέρια της πάνω στο τραπέζι και τον κοίταξε στα μάτια.
«Τι προτείνεις;»
«Χαχαχαχα! Μια πίτσα τρούφα και τα brownies!»
«Μα αυτά είναι τα αγαπημένα μου!», είπε η Αθηνά σοκαρισμένη.
«Και τα δικά μου… Κοίτα σύμπτωση!», απάντησε ο Αναστάσης χαμογελώντας.

Όταν ήρθαν τα κρασιά τους και ήπιαν την πρώτη γουλιά, χαλάρωσαν αρκετά και άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες ερωτήσεις.

«Πες μου για σένα! Ξέρω ότι ζεις στο εξωτερικό!»
«Ναι, μένω στην Ιταλία. Στη Ρώμη συγκεκριμένα. Είμαι αρχιτέκτονας και δουλεύω σε ένα γραφείο εκεί. Ήρθα στην Ελλάδα να δω τους δικούς μου, αλλά θα κάτσω αρκετό καιρό…»
«Η Ρώμη είναι μια πανέμορφη πόλη! Την είχα επισκεφτεί πριν πολλά χρόνια και την ερωτεύτηκα!»
«Την πόλη ερωτεύτηκες;»
«Ναι! Την πόλη!»
«Λογικό! Η αιώνια πόλη! Και με τι ασχολείσαι;»
«Είμαι νηπιαγωγός!»
«Νηπιαγωγός; Η ξαδέρφη μου μού είπε ότι είσαι λογίστρια!”

Άσπρισε η Αθηνά με τη γκάφα της. Υποτίθεται ότι παρίστανε την Εβελίνα, η οποία είναι λογίστρια, τοξοτίνα, φανατική με το μπάσκετ, party animal, λάτρης του σινεμά, φιλόζωη και vegan! Καμία σχέση δηλαδή με την ίδια που ήταν νηπιαγωγός, παρθένος, λάτρης της ζωγραφικής και των βιβλίων, παμφάγο ον, σπιτόγατα και η μοναδική σχέση με αθλήματα είναι το σκάκι.

«Ε, ναι! Λογίστρια είμαι, απλά τώρα παρακολουθώ σεμινάρια παιδαγωγικής!». Ανάσανε! Α! Και η Αθηνά δεν είχε καμία σχέση με τα μαθηματικά. Τα σιχαίνεται! Εξαιρετικά θα πάει αυτό!
«Έχεις αδέρφια;»
«Ναι, μια αδερφή! Εσύ;»
«Έναν αδερφό! Ζει μόνιμα στο Μιλάνο με τη γυναίκα του και τα ανίψια μου. Δύο αγοράκια!».

Ήρθε η πίτσα. Η Αθηνά τον παρατηρούσε… Είχε τα πιο εκφραστικά μάτια, το πιο γλυκό χαμόγελο και τα πιο υπέροχα δάχτυλα που είχε δει ποτέ.

«Παίζεις πιάνο;», τον ρώτησε. Εκείνος γέλασε δυνατά. Τόσο δυνατά που παραλίγο να του πέσει το πιάτο.
«Γιατί γελάς;»
«Γιατί με σκανάρεις! Και παρατήρησες τα δάχτυλά μου και εγώ όλο αυτό το έχω ξαναζήσει!»
«Τι εννοείς;»
«Περιμένω να φας και μετά θα τα πούμε όλα!».

Μόλις σέρβιραν την πίτσα στα πιάτα τους, άρχισαν να μιλούν για μουσική, ταινίες, βιβλία, ποίηση, ζωγραφική. Είχαν τόσα κοινά… Και η συζήτηση βάθαινε… Μίλησαν για τις οικογένειές τους. Για τα κατοικίδιά τους. Για τα μεγαλύτερα όνειρα και τους χειρότερους φόβους τους. Η Αθηνά είχε ξεχάσει ότι έπρεπε να παριστάνει την Εβελίνα και ήταν ο εαυτός της. Για πρώτη φορά… Το κρασί που έρεε στις φλέβες τις, είχε ρίξει τις αναστολές και το απολάμβανε.

Απολάμβανε τη φωνή του, το γέλιο του. Χανόταν στα μάτια του και μαγευόταν από το χαμόγελό του. Ο Αναστάσης… Κρίμα που εκείνος δεν θα είχε την ευκαιρία να γνωρίσει καλύτερα την Αθηνά… Κρίμα! Όλο αυτό το μπέρδεμα στερεί γνωριμίες. Στερεί ευκαιρίες… Και ο Αναστάσης της είχε κλέψει την καρδιά…

Μετά το τρίτο κρασί, ήρθε το γλυκό. Αυτός ο λαχταριστός πύργος από σοκολατένιο κέικ, πολύ παγωτό και μπόλικο σιρόπι…
«Ορίστε! Πάρε το κουτάλι για την πρώτη μπουκιά!». Τον κοίταξε η Αθηνά με ανοιχτό το στόμα.
«Ορίστε;»
«Πρώτος πάντα την πρώτη μπουκιά! Όπως και το πρώτο κομμάτι πίτσα…»
«Αρχίζει και γίνεται τρομακτικό, δεν βρίσκεις; Πώς το ξέρεις αυτό;»
«Αρχίζει και γίνεται εκνευριστικό, όχι τρομακτικό! Και επειδή δεν θέλω να εκνευριστώ, ώρα για αλήθειες, Αθηνά!».

Τον κοίταζε σαν χαμένη με το γεμισμένο κουτάλι σχεδόν στον αέρα. Εκείνος την παρατηρούσε να χάνει τον έλεγχο και το απολάμβανε! Περίμενε χρόνια αυτή τη στιγμή. Δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια… Τόσο καιρό είχε να την δει… Τόσο καιρό προσπαθούσε να τη βρει, μα κανένας δεν καταδεχόταν να του μιλήσει για εκείνη… Τόσα χρόνια καψούρης… Από τότε που χωρίστηκαν οι δρόμοι τους στην Ιταλία…

«Αναστάση… Εγώ… Δεν… Δεν ξέρω τι να πω… Η αλήθεια είναι ότι το όνομά μου είναι Αθηνά! Είχες ραντεβού με την αδερφή μου, την Εβελίνα, αλλά…»

«Αλλά, τι; Ήρθες εσύ! Όπως ακριβώς ήλπιζα ότι θα συνέβαινε… Εσείς οι δύο δεν έχετε αλλάξει καθόλου… Και αν ο τρόπος να σε δω, ήταν να στήσω ένα ραντεβού με την αδερφή σου, τότε χαλάλι… Δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια, Αθηνά! Και να ‘μαστε… Στο ίδιο τραπέζι!»

Τότε έγινε η έκρηξη στο κεφάλι της… Ο Αναστάσης της… Ο δικός της Αναστάσης… Ο παντοτινός της έρωτας… Πώς δεν το κατάλαβε αμέσως; Τα μάτια του… Τα χέρια του… Το χαμόγελό του… Ήταν δεκαέξι χρονών όταν ζήτησε από την Εβελίνα να βγουν για παγωτό, αλλά η Εβελίνα έβαλε την Αθηνά να βγει μαζί του. Δεν της άρεσε… Δεν ταίριαζαν τότε… Άλλο λέβελ η Εβελίνα και εκείνος το μοναχικό αγόρι. Αυτό που δεν ήξερε η Εβελίνα τότε, ήταν πως η Αθηνά ήταν ερωτευμένη μαζί του…

Είχε περάσει άπειρες ώρες μαζί του και ποτέ δεν της έφταναν. Διπλανοί από το νηπιαγωγείο, αλλά φίλοι ποτέ. Τυπικοί και απόμακροι μα προστατευτικοί και από κάτω να σιγοβράζει η έλξη. Η αγάπη! Σε εκείνο το ραντεβού, εκείνο το λανθασμένο ραντεβού, συνειδητοποίησαν ότι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Και ο επίλογος; Ένα φιλί! Το πρώτο τους… Στο ίδιο τραπέζι, το βράδυ πριν φύγουν οικογενειακώς για την Ιταλία.

Και τον ακολούθησε… Βρήκε ένα πρόγραμμα ανταλλαγής μαθητών εκείνο το καλοκαίρι και πήγε να τον βρει. Ερωτεύτηκαν παράφορα… Αν και έφηβοι, ήξεραν πως ήταν ο ένας το γραμμένο του άλλου… Και πέρασαν υπέροχα… Έγιναν ένα… Κυριολεκτικά και Μεταφορικά! Μια ένωση αγάπης. Ένα σμίξιμο καρδιών και λαχτάρας. Έζησαν το απόλυτο και μετά τέλος…

Εξαφανίστηκαν… Εκείνος εκεί και εκείνη στην Αθήνα… Καμία επαφή… Δεν υπήρχαν και σόσιαλ μίντια τότε. Πού να τον βρει… Η Αθηνά θεωρούσε πως ήταν το γραμμένο της και ήλπιζε πως κάποια στιγμή η ζωή θα τους έφερνε κοντά… Και να που έγινε…

«Είσαι όντως εσύ;», τον ρώτησε με τα βουρκωμένα μάτια της.
Εκείνος σηκώθηκε από τη θέση του και την πλησίασε. Την κοίταξε στα μάτια και τη φίλησε απαλά στα χείλη… Ακριβώς όπως τότε… Δεκατέσσερα χρόνια πριν…
«Εσύ είσαι! Μου φαίνεται σαν ψέμα…»
«Δεν είναι! Είμαστε εδώ μαζί… Δεν θα σε αφήσω ξανά… Είναι το πρώτο ραντεβού της υπόλοιπης ζωής μας…»

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading