Ιούλιος 1974

Τα καλοκαίρια της κυλούσαν αμέριμνα και χαρούμενα στο νησί που είχε γεννηθεί. Γιαγιάδες και θειάδες, ολόκληρος στρατός, την αγκάλιαζαν προστατευτικά, δείχνοντας με κάθε τρόπο, τη στοργή και τη λαχτάρα για το βλαστάρι που ζούσε τον υπόλοιπο χρόνο, μακριά τους. Όσο για τα πολλά ξαδέλφια, άλλα μεγαλύτερα κι άλλα συνομήλικα ή μικρότερα –η συμμορία της στα παιχνίδια, την περίμεναν κάθε φορά, με ανυπομονησία όμοια με την δικιά της.

Όμως, εκείνο το καλοκαίρι του ‘74, κάτι είχε αλλάξει. Εκείνη, με φρεσκοκλεισμένα τα δεκαπέντε, είχε χάσει την όρεξη για κρυφτό, κυνηγητό και άλλες τέτοιες κουτουράδες. Δεν λαχταρούσε πια να σκαρφαλώνει στα δέντρα της αυλής, την άφηναν αδιάφορη οι κόντρες με τα ποδήλατα, τα ακροβατικά στη θάλασσα και τα καταβρέγματα με το λάστιχο, ακόμα και τα ατέλειωτα τουρνουά των επιτραπέζιων παιχνιδιών, αυτή, που συνήθως τους κατατρόπωνε στο «Μονόπολυ».

Αντί γι’ αυτά, ήθελε να ακούει δίσκους στο πικάπ, σιγοτραγουδώντας και ονειροπολώντας, να κοιτάζεται στον καθρέφτη, ψάχνοντας ψεγάδια ή καμαρώνοντας. Χτένιζε σχολαστικά τα μαλλιά με το πιστολάκι, λουζόταν με κολόνια λεμόνι, διάλεγε προσεκτικά τα ρούχα της. Και κάθε βράδυ, με το μαλλί στην τρίχα και το καλύτερο φουστάνι, αγκαζέ με τις συνομήλικες ξαδέρφες και φιλενάδες, ξεκινούσε τις βόλτες στην προκυμαία του νησιού. Τα μάτια όλων τους, περισκόπια, παρατηρούσαν τις αγορίστικες παρέες που βόλταραν κι αυτές.

Πού και πού, κάποια από τις φίλες εξαφανιζόταν με κάποιο αγόρι στον διπλανό δημοτικό κήπο -είχε παγκάκια και μισοσκόταδο εκεί. Οι υπόλοιπες την περίμεναν κι όταν γύριζε μετά από λίγο, καταιγισμός οι ερωτήσεις: «Σου είπε ότι του αρέσεις;», «Σε φίλησε; Πώς ήταν;». Οι απαντήσεις συνήθως έδειχναν ενθουσιασμό, ντροπαλή χαρά, λίγες φορές απογοήτευση. Πάντα γίνονταν δεκτές με αστεία σχόλια και νευρικά χάχανα. Κι ύστερα ξανάρχιζαν οι βόλτες πάνω – κάτω και το παιχνίδι των ματιών, μέχρι τις δέκα, που επέτρεπαν οι μεγάλοι, στα δεκαπεντάχρονα, εκείνη την εποχή.

Είχαν φτάσει πια τα μέσα του Ιουλίου, όταν εκείνη κατάλαβε πως ένα ζευγάρι μάτια γαλανά, σε ένα ψιλόλιγνο κορμί, κοντά στα δικά της χρόνια, την στόχευε και την παρατηρούσε. Αυτά τα μάτια της άρεσαν πολύ. Γι’ αυτό και σκόπευε να τους χαμογελάσει και να τα ενθαρρύνει, το επόμενο βράδυ που θα τα αντίκριζε.

Όμως, το άλλο πρωί ξημέρωσε διαφορετικό. Πραξικόπημα και χούντα και εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο είπαν οι μεγάλοι κι έμεναν ώρες κολλημένοι στα ραδιόφωνα, αντί να πάνε στις δουλειές τους. Έδειχναν στεναχωρημένοι, ανήσυχοι κι όλο πρόσταζαν απότομα τα παιδιά, να μην θορυβούν. Κηρύχθηκε επιστράτευση, κουβέντιαζαν. Ο νεότερος θείος ντύθηκε ξανά στο χακί και έφυγε, δίχως να ξέρει κανείς πού τον πάνε. Οι γιαγιάδες θυμήθηκαν τη Μικρασιατική καταστροφή και τον πόλεμο του ‘40 και άρχισαν να γεμίζουν τα ντουλάπια με αλεύρια, ζάχαρες, γάλατα εβαπορέ, όσπρια και ζυμαρικά. Τα βράδια, συσκότιση και απαγόρευση κυκλοφορίας. Πάνε οι βόλτες στην προκυμαία… Η Τουρκία ήταν επικίνδυνα κοντά στο νησί. Οι μεγάλοι έτρεμαν μη γίνει κι άλλη εισβολή.

Έτσι, πέρασαν λίγες μέρες. Ο φόβος, η ανησυχία, η ένταση των μεγάλων είχαν επηρεάσει και τα παιδιά. Μπλέκονταν στα πόδια τους άσκοπα, δίχως να έχουν κέφι για τίποτε. Το καθημερινό μπάνιο στη θάλασσα είχε κοπεί κι αυτό. Δεν τα άφηναν να απομακρυνθούν καθόλου από το σπίτι.

Ώσπου, ένα πρωί, τα ραδιόφωνα ανακοίνωσαν ότι η χούντα έπεσε ! Η ζωή άρχισε να βρίσκει σιγά – σιγά το ρυθμό της. Το καλοκαίρι νίκησε ξανά, τα φώτα άναψαν και ο κόσμος, ξεχύθηκε στους νυχτερινούς δρόμους. Άνοιξαν τα καφενεία, οι ντισκοτέκ, τα εστιατόρια. Την άλλη μέρα, ο ευλογημένος, πολυαγαπημένος, μεγάλος ξάδερφος, έπεισε το κογκλάβιο των θειάδων και των γιαγιάδων ότι και η νεολαία έπρεπε να γιορτάσει την περίσταση! Έτσι, το ίδιο βράδυ, εκείνη βρέθηκε, τρελή από χαρά, με την παρέα της, στην υπαίθρια ντισκοτέκ. Με άδεια διανυκτέρευσης, ως τα μεσάνυχτα, παρακαλώ!

Και επειδή τα θαύματα εκείνου του Ιουλίου δεν είχαν τελειωμό, αντίκρισε τον γαλανομάτη πρίγκιπά της, που νόμιζε ότι είχε χάσει, να κάθεται στο απέναντι τραπέζι με τους φίλους του. Σαν να αναστατώθηκε κι αυτός μόλις την είδε. Κι όταν αντήχησαν οι πρώτες νότες του παθητικού μπλουζ των Ρόλλινγκ Στόουνς, δεν έχασε καιρό: σηκώθηκε με βιάση, μην και προλάβει κανένας άλλος και την πήρε για χορό!
Με πόδια που έτρεμαν, πρόσωπο αναψοκοκκινισμένο, καρδιά που βροντοχτυπούσε, εκείνη χώθηκε στην αγκαλιά του και κούμπωσε, εκείνος την κράτησε πάνω του σφιχτά κι αρχίσαν να λικνίζονται ανάμεσα στ’ άλλα ζευγάρια, μέσα στο μισοσκόταδο. Σε λίγο θα της μιλούσε, ίσως και να την φιλούσε στα κλεφτά και, πόσο, μα πόσο το λαχταρούσε εκείνη, με όλα τα άγουρα δεκαπέντε χρόνια της και το πρώτο της ζωής της, το χτυποκάρδι… Αχ, εκείνη η νύχτα μοσχοβολούσε αγιόκλημα, ήταν μαγική…

Μα, καταπώς φαίνεται, τα θαύματα είχαν τελειώσει: δεν πέρασαν ούτε δύο λεπτά και το τραγούδι κόπηκε απότομα. Τη θέση του πήρε ένα άλλο, άγνωστο σε εκείνην τραγούδι, που θύμιζε εμβατήριο. Τα φώτα άναψαν εκτυφλωτικά. Ο κόσμος ξαφνικά γύρω τους τρελάθηκε!
«Όχι, δεν είναι δυνατόν! Ακούμε Θεοδωράκη!» φώναξε εκείνος ενθουσιασμένος.

Τα χέρια του την ελευθέρωσαν, την άφησε σύξυλη στη μέση της πίστας και όρμησε να σμίξει μ’ ένα πλήθος που ήδη ζητωκραύγαζε, τραγούδαγε, αγκαλιαζόταν και κατευθυνόταν σαν ποτάμι στην έξοδο της ντισκοτέκ.
Μερικοί έκλαιγαν, ενώ ένα μεγάφωνο ανακοίνωνε συνέχεια «Έρχεται ο Καραμανλής! Έρχεται ο Καραμανλής!».

Εκείνη, δεν είχε ξανακούσει μέχρι τότε μουσική του Θεοδωράκη. Ήταν αυστηρά απαγορευμένη από την επτάχρονη χούντα κι αυτή, ήταν μόλις δεκαπέντε.

Ο μεγάλος ξάδερφος την βρήκε ακίνητη, ολομόναχη σε μια άδεια πίστα – μια τεράστια απογοήτευση και μια απέραντη απορία να φουσκώνουν μέσα της. Βιαστικά, την πήρε να γυρίσουν στο σπίτι.

Το αγόρι με τα γαλάζια μάτια, εκείνη δεν το ξαναείδε ποτέ. Οι γονείς της μήνυσαν να γυρίσει πίσω άμεσα, επειδή «κανείς δεν ήξερε τι θα ξημερώσει» κι έφυγε άρον – άρον, από το νησί.

Το καλοκαίρι αυτό τέλειωσε πρόωρα. Μα εκείνη το θυμάται ακόμα ολοζώντανο. Γλυκόπικρο, πρωτόγνωρο, διαφορετικό.
Μπορεί να ήθελε να την προετοιμάσει για τις μικρές και μεγάλες ανατροπές που όλοι βιώνουμε, αναπόφευκτα.
Ίσως να ήθελε να της διδάξει πόσο ασήμαντα και κωμικά φαίνονται τα μικρά, απλοϊκά όνειρα, σε σύγκριση με το λαμπερό, συλλογικό όραμα.
Όμως, ακόμα και τώρα, μετά από πενήντα χρόνια, ακόμα κρατά την εικόνα. Όχι του προσώπου, εκείνων των γαλανών ματιών μόνο.
Και δεν πολυσυμπαθεί τη μουσική του Θεοδωράκη…

Ελένη Ασμάνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading