Η αγάπη είναι αναδασωτέα

Σεπτέμβριος 1901

Γεννιέται ο Μίλτος σε μια γειτονιά της Σμύρνης. Το τρίτο παιδί από τα οχτώ. Οι γονείς του τον είχαν τον τρόπο τους. Έτσι ήταν η Σμύρνη τότε. Έμπορος ο πατέρας, από πλούσια οικογένεια η μητέρα, με προίκα δυο σπίτια και πολλά χρήματα. Η καημένη η μαμά του είχε ξεχάσει πώς είναι να μην είσαι λεχώνα. Τον έπιασε στην αγκαλιά της, τον φίλησε στο μέτωπο και του είπε στοργικά « Εσύ είσαι το πρώτο μου αγόρι! Ευλογημένος να είσαι! Σου εύχομαι να έχεις την αγάπη για δύναμή σου γιέ μου!».

Ιούλιος 1905

Σε μια πιο διαφορετική γειτονιά της Σμύρνης, γεννιέται η Ιουλία. Το τελευταίο από πέντε παιδιά. Αναμενόμενο να είναι το μοσχαναθρεμμένο του πατέρα της και η αιτία της ζήλιας των τεσσάρων αδερφών της. «Εσένα σε έχουν μη στάξει και μη βρέξει. Εμάς μας τις βρέχουν κάθε μέρα» της έλεγαν τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια της, που ομολογουμένως ήταν αρκετά ζωηρά. Η Ιουλία έμαθε έτσι από πολύ μικρή ηλικία, ότι η αγάπη από μόνη της δεν φτάνει για να κρατηθεί ένα σπίτι. Χρειάζεται καλοσύνη και δουλειά. Πολύ δουλειά.

Ιούνιος 1920

Ο Μίλτος είχε αρχίσει να βοηθάει τον μπαμπά του στις δουλειές του. Σπουδαίος έμπορος ο μπαμπάς του, το πρώτο αγόρι ο Μίλτος ήταν θεωρητικά ο συνεχιστής του. Μπορεί να μην του άρεσε το εμπόριο, αλλά ακόμα δεν είχε βρει τι ήθελε να κάνει και αν είχε αυτό σημασία. Ούτε ο πατέρας του αγαπούσε την δουλειά του, αλλά έφερνε καλά λεφτά στο σπίτι και αυτό τον γλύκαινε. «Αγόρι μου, κάποια στιγμή θα παντρευτείς και θα κάνεις οικογένεια. Πρέπει να μπορείς να φέρνεις λεφτά στο σπίτι να ζείτε με αξιοπρέπεια. Βλέπεις, οχτώ παιδιά και δυο εμείς δέκα άτομα μέσα στο σπίτι και μεγαλώσατε με όλες τις ανέσεις. Αν καθόμουν να ψάξω τι μου αρέσει, δεν θα είχαμε λεφτά ούτε για το ένα παιδί». Ο Μίλτος τον άκουγε σκεπτικός. Περπατούσε με το κεφάλι κατεβασμένο και τα χέρια πιασμένα πίσω, προσπαθώντας να αναλογιστεί κατά πόσο ο πατέρας του είχε δίκιο. Εκείνος αισθανόταν πως το να κάνεις οικογένεια δεν είναι τόσο σημαντικό, όσο το να κάνεις κάτι που σου αρέσει για να την συντηρήσεις. Τότε συνέβη το μοιραίο.
-Σας ζητώ συγνώμη! Ο ήλιος είναι τόσο δυνατός που κρατώ την ομπρέλα μου όπως μπορέσω να προστατευτώ και δεν σας είδα. Σας χτύπησα μήπως; Είστε εντάξει;
-Μα τι λέτε δεσποινίς μου! Εγώ περπατούσα σκυφτός και σκεπτικός δεν σας πρόσεξα. Σας ζητώ εγώ συγνώμη.
Τελειώνοντας την φράση, σήκωσε το κεφάλι του και την είδε. Αισθάνθηκε ότι μόλις είχε δει ένα πλάσμα από άλλο κόσμο. Δεν ήταν τα μακριά μαύρα μαλλιά της που τον γοήτευσαν, ούτε το όμορφο χαμόγελό της, αλλά το βλέμμα της. Τόσο αθώο και τόσο σαγηνευτικό παράλληλα. Τόσο πολύ, που για λίγο είχε ξεχάσει ότι ήταν άνθρωπος και προφανώς είχε και σώμα. Μόλις το συνειδητοποίησε, κοίταξε το σώμα της για να σιγουρευτεί ότι υπάρχει. Όμορφο σώμα, καμπυλωτό που έλεγε και ο πατέρας του. Αλλά σαν τα μάτια της δεν ήταν. Σήκωσε το βλέμμα του και αυτή τη φορά την είδε σαστισμένη και λίγο ενοχλημένη. Τότε συνειδητοποίησε πως την κοιτούσε για μισό λεπτό με πολύ αδιάκριτο τρόπο.
-Με συγχωρείτε και πάλι δεσποινίς μου. Ή μήπως να πω κυρία πιο σωστά;
-Δεσποινίς, όχι κυρία, είπε εκείνη γοητευμένη
-Τότε ωραία μου δεσποινίς, εγώ είμαι ο Μίλτος.
-Χάρηκα Μίλτο. Ιουλία.
Η χειραψία που ακολούθησε, οδήγησε σε γάμο μόλις 3 μήνες μετά. Ο πατέρας του συνταξιοδοτήθηκε αμέσως μετά τον γάμο και άφησε όλη του την δουλειά στον Μίλτο.

Δεκέμβριος 1921

Η Ιουλία γεννάει τον πρωτότοκό της. Τον Φώτη της. Το φως της, όπως έλεγε πολύ συχνά. Ο Μίλτος ξεκίνησε να δουλεύει ακόμα πιο εντατικά ώστε να ξεκινήσει καλά και δυναμικά ο γάμος του. Έτσι, αν πιο μετά ήθελε να κάνει κάτι άλλο θα είχε την οικονομική δυνατότητα να το κάνει. Τα είχαν συζητήσει με την Ιουλία και ήταν σύμφωνοι και οι δυο. Μια ομάδα, ένα σώμα, μια γροθιά.
«Έχει ο Θεός Μιλτάκο μου. Όσο έχουμε την υγεία μας και την δύναμή μας όλα γίνονται.»

Σεπτέμβριος 1922

Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά, τόσο απότομα. Για πότε βύζαξε το μωρό της, για πότε της χτύπησαν οι Τούρκοι την πόρτα λέγοντας «Αν αρνηθείς τον Θεό σου και έρθεις με εμάς θα ζήσεις, αλλιώς θα καείς μαζί με το σπίτι σου». Η Ιουλία δεν αρνήθηκε την καταγωγή της και την πίστη της και έτσι το σπίτι της μέσα σε λίγα λεπτά καιγόταν από τα χέρια των Τούρκων. Ήταν μάνα με παιδί όμως. Την λυπήθηκαν και την άφησαν να φύγει. Τρέχοντας ξεκίνησε να τρέχει χωρίς να γνωρίζει πού πήγαινε και τι θα έκανε. Έναν μπόγο μόνο είχε πάρει με τα πράγματα του παιδιού και 2 αλλαξιές. Ο Μίλτος της δεν ήταν εκεί. Η Ιουλία ήξερε ότι επειδή ήταν έμπορος μπορεί να ήταν Σμύρνη, αλλά μπορεί και σε κάποια διπλανή πόλη. «Ο Μίλτος μου; Πού είναι ο άντρας μου; Μίλτο! Μίλτο!» ούρλιαζε, αλλά η φωνή δεν έβγαινε από το λαρύγγι της, έβγαινε από τα βάθη της καρδιάς της. Από τα πιο σκοτεινά σημεία της ψυχής της που είχαν γίνει ένα με εκείνα του Μίλτου. «Άσε όποιον ψάχνεις και τρέξε στο λιμάνι, φεύγουν βάρκες! Θα την κάψουν την Σμύρνη μας! Τρέξε να σωθείς εσύ τουλάχιστον!» της είπε ένας περαστικός. Ξεκίνησε να τρέχει προς το λιμάνι. Σε κάθε βήμα της προσπαθούσε να βρει την δύναμη να κάνει το επόμενο και να μην γυρίσει πίσω να ψάξει για τον άντρα της. Δεν θα τον έβλεπε ξανά αν έφευγε. Φτάνει στο λιμάνι. Πολύς κόσμος. Πολλές φωνές. Πολύ κλάμα. Πολλοί Τουρκαλάδες με όπλα. Λίγες βάρκες. Δεν θα τα κατάφερναν όλοι. «Ιουλία! Ιουλίαααα!» ακούει μια φωνή πίσω της. Γυρίζει και βλέπει τον Μίλτο να τρέχει να την φτάσει. «Πήγα στο σπίτι, αλλά είχε γίνει στάχτη! Οι Τούρκοι με είδαν που σε έψαχνα και μου είπαν πως σε άφησαν να πάρεις το παιδί και να φύγεις. Πάμε να φύγουμε γρήγορα. Αν μείνουμε, δεν θα ζήσουμε». Μετά από πολύ αγώνα και κλάμα, ανέβηκαν σε μια βάρκα με προορισμό μια άγνωστη Ελλάδα και ένα αβέβαιο αύριο. Η καταστροφή της Σμύρνης κράτησε 4 ημέρες. Για κάποιους, η καταστροφή της δεν έχει τελειώσει ακόμα. Ο Μίλτος και η Ιουλία εγκαταστάθηκαν στα Ζαγοροχώρια. Μετά από τρεις μήνες μεταφέρθηκαν στην Λάρισα, όπου με φιλοξενίες και σκληρή δουλειά, πάτησαν στα πόδια τους.

Δεκέμβριος 1923

Ο Μίλτος δούλευε εδώ και κάποιους μήνες ως κουρέας σε έναν μεγάλο σε ηλικία Λαρισαίο, ο οποίος φεύγει από την ζωή τον Οκτώβριο και αφήνει στον Μίλτο το κουρείο για να τον βοηθήσει να φτιάξει την ζωή του πάλι. Τον Δεκέμβριο η Ιουλία γεννάει τα διδυμάκια της. Την Θεοδώρα και τον Ηλία της.

Απρίλιος 1941

Η Θεοδώρα γεννάει την πρώτη της κόρη Πελαγία και ο Μίλτος με την Ιουλία γίνονται επίσημα παππούδες. Σχεδόν 20 χρόνια μετά την καταστροφή της Σμύρνης, ζούνε τώρα μια νέα καταστροφή. Ονομάζεται “κατοχή”. Από τότε που πήρε το κουρείο ο Μίλτος, ξεκίνησε και η άνοδός τους. Έφτιαξαν ένα σπίτι αξιοπρεπές και ο Μίλτος είχε τόσο δουλειά, που εκτός από τους δυο υπαλλήλους του, έφερνε και τους γιους του να δουλεύουν. Λες και ήταν ο επίσημος κουρέας της Λάρισας. Η κατοχή όμως, αν και ένα μήνα μόλις στην Λάρισα, έφερε πείνα, ακρίβεια και το κούρεμα πλέον δεν ήταν ανάγκη. Ο Μίλτος δέχεται επίσκεψη από τον “Γερμαναρά”, όπως του είχαν βγάλει το παρατσούκλι του. Αμέσως μετά την συνάντηση αυτήν, ο Μίλτος πηγαίνει κατευθείαν σπίτι και έκανε την μεγάλη ανακοίνωση. «Εγώ το κουρείο θα το κλείσω. Μας έδιωξαν από το σπίτι μας οι Τουρκαλάδες, τώρα μας κυνηγάνε και αυτοί εδώ. Ήρθε σήμερα ο Γερμαναράς και μου είπε ότι θα τους κουρεύω εγώ από εδώ και πέρα όλους. Προτιμώ να το κλείσω, παρά να ακουμπήσει το δικό μου το ψαλίδι κεφάλι δικό τους, γιατί στο λέω Ιουλία μου, δεν θα κρατηθώ και θα του καρφώσω το ψαλίδι στην καρωτίδα!». Ο Μίλτος είχε γίνει κόκκινος από τον θυμό του και η Ιουλία συμφώνησε. «Καλά θα κάνεις Μίλτο μου. Από τον οχτρό δεν θέλουμε τίποτα. Μόνο κάνε μου μια χάρη, πήγαινε και πάρε τα σύνεργά σου και φύλαξέ τα κάπου να μην τα βρουν ποτέ!». Έτσι και έγινε. Δυο μήνες μετά, οι Γερμανοί του έκαψαν το κουρείο και οι Ιταλοί του έκαναν πλιάτσικο στο σπίτι παίρνοντας ό,τι βρήκαν, εκτός από τα σύνεργά του.

Φεβρουάριος 1944

Έχοντας μπει πλέον σε μια ρουτίνα πείνας, μη γνωρίζοντας πότε και αν θα υπάρξει η πολυπόθητη ελευθέρωση, η ζωή συνεχιζόταν για τον Μίλτο και την Ιουλία, με τον Φώτη, τον πρωτότοκο, να αποκτάει το πρώτο του παιδί, τον Μίλτο. Η Θεοδώρα είχε κάνει ήδη άλλα δυο παιδιά, την Αλίκη και τον Παναγιώτη. Ο μόνος που δεν τους είχε χαρίσει ένα εγγόνι ακόμα, ήταν ο Ηλίας. Η κατοχή ήταν δύσκολη όμως. Η οικογένεια του Μίλτου έχασε την μισή και πλέον περιουσία τους μόνο για να μπορέσουν να ζήσουν την οικογένειά τους με το λιγοστό φαγητό που υπήρχε. Αμέτρητες νύχτες έπεφταν στο κρεβάτι με άδειο στομάχι. Ο Μίλτος δεν πούλησε ποτέ τα σύνεργά του όμως, γιατί ήλπιζε. Ήλπιζε πως αν κάποια μέρα τελείωνε αυτό το ναζιστικό μαρτύριο, με αυτά τα σύνεργα θα ξεκινούσε πάλι από την αρχή. Λίγους μήνες μετά, 23 Οκτωβρίου 1944, η Λάρισα απελευθερώνεται επίσημα από την κατοχή. Ένα χρόνο μετά ο Μίλτος ανοίγει πάλι κουρείο και ξεκινά από την αρχή.

Νοέμβριος 1970

Ακόμη μια φωτιά θα καταστρέψει την ζωή του Μίλτου. Αυτή την φορά, δεν έμαθε ποτέ κανείς αν ήταν από την Χούντα, γιατί τον θεώρησαν αριστερό ή από τους αριστερούς, γιατί τον θεώρησαν φίλο της χούντας. Ο Μίλτος είχε κουραστεί τόσο από τους πολέμους, που πλέον δεν άντεχε να πάρει θέση και σε αυτόν τον πόλεμο. Έως το 1974 κούρευε όσο μπορούσε κρυφά στο σπίτι του, μιας και πλέον η ηλικία του δεν του επέτρεπε να κουραστεί άλλο.

Ιανουάριος 1988

Η Ιουλία έχει γύρω της όλα της τα εγγόνια, τρία από την Θεοδώρα, δύο από τον Φώτη και άλλα δύο από τον Ηλία.
-Και δηλαδή, πόσες φορές κάηκε το σπίτι και το κουρείο γιαγιά;
-Τρεις γιαβρί μου. Το σπίτι στην Σμύρνη και το κουρείο στην κατοχή και την Χούντα. Ήταν δύσκολα τα χρόνια τότε τζιέρια μου, είπε η Ιουλία και έκανε να βάλει τα χέρια της στο τζάκι να ζεσταθεί.
-Και πώς καταφέρατε και τα χτίσατε πάλι γιαγιάκα; Αφού κάηκαν. Καταστράφηκαν!
-Η αγάπη καρδούλα μου. Η αγάπη. Να θυμάστε ότι η αγάπη είναι αναδασωτέα. Όσο και να προσπαθήσουν να κάψουν το δάσος της, δεν θα καεί ποτέ αν έχει δυο πυροσβέστες που αγαπιούνται να την κρατάνε ζωντανή. Και αν ποτέ αρπάξει λίγο, φύτεψε ένα δεντράκι με αγάπη και ξεκίνα από την αρχή.
Εκείνη την ώρα μπαίνει ο παππούς Μίλτος στο σπίτι. «Ποιος στην χάρη σου γυναίκα, βγήκα μέσα στο κρύο! Έλα, σου πήρα κακάο. Θα μας κάνεις από μια κούπα να πιούμε με τα παιδιά στο τζάκι;»
Η Ιουλία χαμογέλασε και του απάντησε «Ναι πυροσβέστη μου. Πάω τώρα»

Αλεξάνδρα Καραφώτη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading