[Το κείμενο προέρχεται από ανάθεση της Κικής Γιοβανοπούλου, της εικόνας που υπάρχει σα φόντο.
Μια προειδοποίηση (και spoiler alert): το κείμενο με δυσκόλεψε, λόγω της θεματικής του βιασμού. Συνήθως, αποφεύγω τέτοια disclaimer, γιατί προκαταβάλουν το κοινό, αλλά αν ΔΕΝ θέλετε να διαβάσετε κάτι αντίστοιχο, καλύτερα να το αποφύγετε.]
Την έφεραν στο σαλόνι της ο μαυρομάλλης, παχουλός Νίκος και ο Χρήστος, με τα πρασινωπά μάτια του, που πάντα προκαλούσαν νευρικότητα στους γύρω του –με εξαίρεση τον Νίκο και ειδικά τον αρχηγό της παρέας, τον Ορέστη. Την έσερναν πάνω στο χαλί, ενώ εκείνη έκλαιγε και το κοντό μαύρο φόρεμα που την είχαν αναγκάσει να βάλει τραβιόταν ψηλά, αναδεικνύοντας τα λεπτά, ξυπόλυτα πόδια της. Ο ένας την τραβούσε από τον λαιμό, χρησιμοποιώντας το αγαπημένο του σχοινί, ενώ ο άλλος, σκυμμένος από πάνω της, είχε τον αγαπημένο του σουγιά λίγα εκατοστά από την καρωτίδα της και της χαμογελούσε και θώπευε τα στήθη της κάτω από το λεπτό ύφασμα.
Η Ελένη κρατούσε το σχοινί που έγδερνε τον λαιμό της. Είχε σταματήσει να τους παρακαλάει, γιατί δυσκολευόταν να μιλήσει. Όταν γύρισε από τη δουλειά, ο Ορέστης την έπιασε από τα χέρια και της σφράγισε το στόμα, τη στιγμή που ο Νίκος πετούσε την τσάντα και τη ζακέτα της μακριά και ο Χρήστος έκλεινε και κλείδωνε την πόρτα του σπιτιού της. Όχι ότι περίμεναν να ακούσει κανείς τις κραυγές της μες στην νύχτα, μιας και, όπως πολλά σπίτια στο χωριό, έτσι και το δικό της απείχε κάνα χιλιόμετρο από τα πιο κοντινά και τέτοια ώρα (σχεδόν έντεκα) κυκλοφορούσαν κυρίως γάτες ή ζωύφια ή κάνα νυχτοπούλι. Όχι, σήμερα ήταν δική τους. Αλλά δεν είχαν όρεξη να την ακούνε εξ αρχής να μυξοκλαίει.
«Άκουσέ με» της είχε πει ο Ορέστης, στρέφοντας απότομα το κεφάλι της προς το πρόσωπό του και την ανάσα του που μύριζε μπίρα. Ήταν όμορφος άντρας, με κοντά ξανθά μαλλιά και γένια (τα οποία περιποιόταν με την χτένα που κουβαλούσε πάνω του), ενώ το σώμα του ήταν γυμνασμένο από την πολλή δουλειά. «Εδώ, εμένα κοίτα. Εμένα».
Η Ελένη τον κοίταξε τελικά, αφού πρώτα είδε (και τρόμαξε, γιατί ήξερε τι φήμη είχαν) τον Νίκο και το Χρήστο, ενώ απόρησε (αρχικά) που μαζί τους είχαν φέρει και τον Γιάννη, ο οποίος ήταν ο πιο αγαθός άνθρωπος που είχε γνωρίσει ποτέ της, ίσως λόγω κάποιας ανεπάρκειας που είχε στο μυαλό, όπως εκείνη είχε σκεφτεί όταν ήρθε στο χωριό, τον βρήκε να δουλεύει στο τοπικό μίνι μάρκετ και αντάλλαξαν τις πρώτες τους κουβέντες. Αλλά έπειτα, θυμήθηκε ότι τον Γιάννη τον έκαναν όλοι ό,τι ήθελαν και ειδικά οι άλλοι τρεις που είχαν εισβάλλει στο πατρικό της.
Τους είχε ζητήσει να φύγουν.
Δεν το έκαναν.
Τους είχε ζητήσει να μην την πειράξουν.
Ο Ορέστης τη χαστούκισε, στέλνοντάς τη να πέσει στο πάτωμα. «Μη με διακόπτεις, γαμημένη!» της είχε πει. «Σκάσε και άκου. Σήμερα είναι η τυχερή σου μέρα».
Ο Χρήστος και ο Νίκος είχαν γελάσει, ενώ ο Γιάννης καθόταν πιο πέρα, προς τη μπαλκονόπορτα και κοιτούσε με δυστυχισμένο ύφος, αλλά δίχως να βγάζει άχνα.
Ο Ορέστης της είχε πει τι ακριβώς ήθελε από εκείνη και πως, άμα δεν συνεργαζόταν, θα έβαζε τον Χρήστο να την πετσοκόψει με τον σουγιά του, τη στιγμή που ο Νίκος θα τη μαστίγωνε με το σχοινί του. «Και αυτά» είχε τονίσει «θα είναι μόνο η αρχή. Οπότε συνεργάσου και θα τα πάμε πολύ καλά».
Η Ελένη παρακάλεσε ξανά, αλλά τότε, πριν το καταλάβει, ο Νίκος πέρασε το σχοινί πάνω από το κεφάλι της και την τράβηξε προς το μέρος του, προς το διάδρομο. Προς το δωμάτιο όπου κάποτε έμεναν ο παππούς και η γιαγιά της και πιο πριν οι δικοί τους γονείς και άλλοι, παλαιότεροι πρόγονοί της. Ο Χρήστος τους ακολούθησε. Εκεί, πάνω στα σκεπάσματα, την περίμενε το βραδινό, κοντό φόρεμα, το οποίο δεν ήταν δικό της και έπαιρνε όρκο ότι το είχαν αγοράσει από ένα συγκεκριμένο μαγαζί στην κοντινή κωμόπολη –το είχε δει στη βιτρίνα του. Δεν ήταν ακριβό, αλλά ήταν όμορφο με τις επίχρυσες μπρασελέ τιράντες του κι αυτό την πλήγωνε ακόμα περισσότερο. Πάνω στο φόρεμα, βρίσκονταν τα σύνεργα για το μακιγιάζ της.
Ο Νίκος την άφησε και της επανέλαβε ό,τι της είχε πει ο Ορέστης.
Εκείνη κοίταξε τους δύο άντρες. Τους παρακάλεσε χαμηλόφωνα.
Ο Χρήστος εμφάνισε ξανά το σουγιά του και τον κίνησε προς το μέρος της, δίχως όμως να την αγγίζει.
Η Ελένη κατάλαβε ότι είναι μάταιο και άρχισε να βγάζει τα ρούχα της. Άλλαξε και βάφτηκε μπροστά τους. Τους είχε πλάτη, νιώθοντας το βλέμμα τους, ακούγοντας την ανάσα τους. Σχεδόν ηλεκτρίστηκε από την ανυπομονησία τους να της χιμήξουν. Ήξερε, όμως, ότι δεν θα το έκαναν, γιατί φοβούνταν τον Ορέστη. Δούλευαν μαζί του σε χωράφια, σε οικοδομές, σε επιδιόρθωση υδραυλικών, σε ό,τι χειρωνακτική εργασία υπήρχε στην γύρω περιοχή. Μαζί πήγαιναν στο τοπικό μπαρ, μαζί κάπνιζαν, μαζί παντού και τα πάντα. Η Ελένη, απ’ όταν έμαθε για αυτούς και απ’ όταν τους είδε επί τω έργω (να επισκευάζουν κάποια σημεία του πατρικού της, που είχαν πληγεί από σεισμούς και από υγρασία, αλλά και να συγυρίσουν τον εξωτερικό, περιβάλλοντα χώρο), είχε αναρωτηθεί αν κοιμούνταν στο ίδιο σπίτι κι αν έκαναν κι άλλα πράγματα παρέα.
Τώρα το μετάνιωνε. Έπρεπε να είχε καταλάβει ότι τούτοι δω ήταν επικίνδυνοι και ότι μπορεί και η ίδια να κινδύνευε, ειδικά από τη στιγμή που ήταν μια ξένη από την πρωτεύουσα που είχε έρθει στο χωριό. Η νοοτροπία πολλών ντόπιων για τους ξένους θύμιζε άλλες εποχές, κι αυτό, ενώ εκείνη το είχε αντιληφθεί από τη συμπεριφορά των άλλων γύρω της, δεν το σκέφτηκε διεξοδικά. Δε φαντάστηκε ότι θα μπορούσε να της συμβεί κάτι από δαύτους. Βαθιά μέσα της, πίστευε ότι κάποια πράγματα γίνονται μόνο στα έργα, στις ταινίες τρόμου που έβλεπε και στα αντίστοιχα βιβλία που διάβαζε. Φυσικά, άκουγε και μάθαινε τι γινόταν στον κόσμο (και στην Ελλάδα) και ήξερε ότι πολλές γυναίκες βίωναν απάνθρωπες καταστάσεις, αλλά όλα αυτά έμοιαζαν τόσο… τόσο μακρινά από την ίδια, σαν να ήταν άτρωτη, λες και υπήρχε ένα αόρατο πέπλο προστασίας που την περιέβαλλε.
Πόσο έξω είχε πέσει… Τώρα, ενώ την τραβούσαν σα βαριά σακούλα σκουπιδιών, το καταλάβαινε.
Ο Νίκος την απίθωσε στο χαλί κοντά στο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Εκεί, είχαν φέρει ένα χαμηλό, ξύλινο κομοδίνο που υπήρχε στο δωμάτιο όπου είχε κοιμηθεί και η ίδια όταν ήταν παιδί και ερχόταν με τους γονείς της. Η Ελένη, ρίχνοντας μια ματιά, είδε ότι πάνω σε αυτό την περίμενε ένας τετράγωνος δίσκος, στο κέντρο του οποίου έλιωνε μια τούρτα. Μια τούρτα που είχε χαραγμένο πάνω της μια αρκετά πιστή απεικόνιση του πίνακα Ουίτζα, του παιχνιδιού που το είχαν υπερεκμεταλλευτεί σε πάμπολλες ταινίες τρόμου, καθώς υποτίθεται ότι μέσω αυτού μπορούσες να έρθεις σε επαφή με κάποιο πνεύμα. Το κιτρινωπό φόντο, τα μαύρα γράμματα του ελληνικού αλφάβητου, το ΝΑΙ και το ΟΧΙ στις πάνω άκρες, οι αριθμοί, το πλακίδιο που χρησιμοποιούνταν για να σχηματίζονται λέξεις από το πνεύμα… Τα είχε όλα. Όποιος είχε φτιάξει αυτό το σχέδιο στην τούρτα είχε μπροστά του την εικόνα της.
Η μόνη διαφορά σε σχέση με έναν πραγματικό πίνακα Ουίτζα (πέραν των προφανών, ότι οι «αυθεντικοί πίνακες» δεν ήταν κάποιο είδος κέικ και πως δεν προσαρμόζονταν συχνά στα ελληνικά δεδομένα) ήταν ότι σε τούτον υπήρχαν δύο αναμμένα κεριά, ένα με τον αριθμό 2 και ένα με τον αριθμό 9, που υποδείκνυαν την ηλικία της Ελένης.
Μαζί, θα γιορτάσουμε τα γενέθλιά σου, της είχε πει ο Ορέστης. Αφού δεν έχεις κανένα φίλο εδώ, θα έχεις εμάς. Το χειρότερο δεν ήταν όσα είχε πει, αλλά ο τρόπος που τα είχε πει. Ήταν σοβαρός, δε χαμογελούσε. Δεν έβλεπε τίποτα αστείο, σε αντίθεση με τον Νίκο και το Χρήστο, που χαζογελούσαν ανά στιγμές. Ο Ορέστης έμοιαζε σχεδόν απαθής, σαν να έκανε μια αγγαρεία που έπρεπε να γίνει. Λες και αυτός ήταν ο στάνταρ τρόπος να φέρονται οι ντόπιοι στους ξένους.
Η Ελένη έβγαλε μια κραυγή, όταν μπροστά της έπεσε με θόρυβο και στραπατσαρίστηκε ένα βιβλίο. Από το μέγεθος και το οπισθόφυλλο, κατάλαβε ότι ήταν το Ρόουζ Μάντερ, του Στίβεν Κινγκ. Θυμήθηκε που η ηρωίδα, η Ρόουζ, είχε φύγει από τον αστυνομικό άντρα της που την κακοποιούσε. Και η ίδια η Ελένη είχε φύγει από την Αθήνα, αλλά όχι λόγω κάποιου μαλάκα πρώην, παρά γιατί η ζωή στην πρωτεύουσα είχε αρχίσει να μην της αρέσει. Ίσως έφταιγαν και οι φίλες της, που παντρεύονταν ή και έκαναν παιδιά, ενώ η ίδια έμενε μόνη της, μη μπορώντας να στεριώσει με κάποιον. Ίσως έφταιγε που η δουλειά της στο μαγαζί παπουτσιών δεν πήγαινε καλά και το αφεντικό είχε αρχίσει να μιλάει για «δυσκολίες» (δηλαδή, σκεφτόταν ποια ή ποιος να απολύσει). Ίσως, πάλι, να έφταιγαν οι επιλεγμένες, ωραίες αναμνήσεις της από το χωριό και τους δικούς της. Μπορεί να ευθυνόταν και ότι το πατρικό της θύμιζε λίγο αντίστοιχα σπίτια από ιστορίες τρόμου, σαν αυτές που έβλεπε κατά καιρούς σε ταινίες και πάντα την εξίταραν. Πιθανώς, να ήταν ένας συνδυασμός αυτών, αλλά, όπως και να είχε, εκείνη είχε φύγει και είχε έρθει εδώ και μέσα σε λιγότερο από τρεις μήνες από την άφιξή της, κινδύνευε από τρεις (ή τέσσερις;) άντρες, τους οποίους είχε εμπιστευτεί –και τους είχε υποτιμήσει, με το που έμαθε ότι ήταν αχώριστοι. Τους είχε φέρει να σουλουπώσουν το σπίτι και εκείνοι της φέρονταν έτσι. Το μετέτρεψαν σε πορνείο.
Ένιωθε να ζεσταίνεται, σαν να είχε ανάψει το καλοριφέρ πολύ περισσότερο απ’ ό,τι το είχε.
Το επόμενο δευτερόλεπτο, άλλο ένα, πολύ μικρότερο σε αριθμό σελίδων βιβλίο, έπεσε δίπλα της, τρομάζοντάς την ξανά. Η Ελένη κοίταξε το Κορίτσι της διπλανής πόρτας, του Τζακ Κέτσαμ, το οποίο είχε μείνει ανοιχτό, με κάποιες από τις σελίδες του να έχουν λυγίσει.
«Πολλά βιβλία διαβάζεις» είπε ο Ορέστης, καθώς ψαχούλευε τη βιβλιοθήκη της, την οποία είχε φέρει μαζί της από την Αθήνα, όταν ακόμα νόμιζε ότι θα κατάφερνε να δουλέψει στην πρωτεύουσα του νομού και να ζήσει στο χωριό από το οποίο καταγόταν.
«Μαλακίες» είπε ο Χρήστος.
«Και πολλές ταινίες βλέπεις» συνέχισε ο Ορέστης, ενώ κρατούσε ένα Blu-ray. «Τι λέει εδώ; Αδέσποτα Σκυλιά. Ταινία του Σαμ Πέκιν… Πέκινπ… Πέκινπαχ; Ή δεν προφέρεται το τελευταίο h; Ποιος χέστηκε, ε;»
«Ναι, ποιος χέστηκε;» γέλασε ο Νίκος.
«Μπορεί να χέστηκε ο Γιάννης» είπε ο Χρήστος, δείχνοντας τον Γιάννη.
«Όχι, εγώ δεν έκανα τίποτα» είπε με τρόμο ο Γιάννης. «Αλήθεια, Ορέστη, εγώ δεν…»
«Και εδώ» είπε ο Ορέστης, χωρίς να δίνει σημασία στους άλλους «λέει Το Κάλεσμα… Η Ένατη Πύλη… Βλέπω τον θάνατό σου… Χμμμ». Σταμάτησε για λίγο. «Εδώ λέει I Spit on Your Grave. Grave είναι ο τάφος, νομίζω. Αυτό φαίνεται ενδιαφέρον». Έδειξε στους άλλους το εξώφυλλο του Blu-ray. «Για δείτε εδώ».
«Πώς είναι έτσι ο κώλος της;» ρώτησε ο Χρήστος, αναφερόμενος στην μισόγυμνη κοπέλα, που είχε γυρισμένη την πλάτη της στο φακό και κρατούσε μαχαίρι. «Ντεκαβλέ, τελείως».
«Εμένα μια χαρά μου φαίνεται» είπε ο Νίκος.
«Καλά, εσύ, με τόση αναβροχιά, θα πηδούσες και μια κουφάλα δέντρου».
«Νίκο, άντε γαμήσου».
«Άντε γαμήσου εσύ».
«Σκάστε!» Ο Ορέστης πέταξε το Blu-ray πάνω στα άλλα που είχε βάλει, με αποτέλεσμα πολλά από αυτά να πέσουν εκκωφαντικά από το ράφι της βιβλιοθήκης και να ανοίξουν. «Η τούρτα λιώνει. Δεν θα προλάβουμε να τη χαρούμε, κι εσείς λέτε μαλακίες».
Οι άλλοι σταμάτησαν και έμειναν να κοιτάνε και να περιμένουν.
Η Ελένη είδε τον Ορέστη να σκύβει προς το μέρος της και να της λέει «Θα σου τραγουδήσουμε το Να ζήσεις, σκύλα και χρόνια πολλά. Όταν το τελειώσουμε, θα σβήσεις τα κεριά. Και μετά… θα φάμε. Όλοι».
Η Ελένη κούνησε το κεφάλι της. «Σε παρακαλώ…» επανέλαβε. «Φύγετε. Δεν θα πω…»
Ο Ορέστης τη χαστούκισε ξανά. «Με άκουσες; Κατάλαβες τι είπα; Τραγουδάμε, σβήνεις τα κεριά, τρώμε. Το ’πιασες; Ή μήπως θες να αρχίσουμε από τώρα το… φαΐ;»
Η Ελένη έκλεισε τα μάτια της.
«Εμ… Ο-Ορέστη;»
Ο Νίκος και ο Χρήστος και ο Ορέστης κοίταξαν τον Γιάννη. Έμοιαζε να έχει χάσει το χρώμα του, ενώ απέφευγε να τους κοιτάζει και έξυνε τα χέρια του. Ήταν ένα λεπτεπίλεπτο παιδί, κοντοκουρεμένο, που συνήθως κυκλοφορούσε με τα ίδια ρούχα: μια πράσινη (ή κίτρινη ή γαλάζια ή πορτοκαλί) μακό μπλούζα, λερωμένο τζιν παντελόνι και αθλητικά παπούτσια. Του άρεσαν πολύ τα γλυκά, τα πατατάκια και το μπιφτέκι, ενώ γελούσε με ό,τι γελούσαν οι γύρω του, σε μια προσπάθεια να είναι ένας από αυτούς.
«Τι είναι, Γιάννη; Έχεις κάτι να πεις;» ρώτησε ο Ορέστης.
Ο Νίκος και ο Χρήστος χαμογέλασαν και αντάλλαξαν μια ματιά.
Η Ελένη στράφηκε κι αυτή προς τον Γιάννη.
«Εμ… Ο…» ο Γιάννης κοίταξε την Ελένη. «Εμείς… ίσως… δεν… Δηλαδή, δεν νομίζω…». Δεν άντεξε το παρακλητικό βλέμμα της. Έκλεισε τα μάτια του. Ρούφηξε την μύτη του. Είπε «Να φύγουμε. Δεν θέλω να είμαστε εδώ».
Ο Ορέστης δεν απάντησε αμέσως. Έμεινε να κοιτάζει τον Γιάννη με περιέργεια.
Ο Νίκος και ο Χρήστος γέλασαν. «Άκου τι λέει ο παλαβός» σχολίασε ο δεύτερος. «Ναι, δεν πάει καλά» είπε ο πρώτος.
Ο Γιάννης μισάνοιξε τα μάτια. Τους είδε όλους, μα μαγνητίστηκε από την Ελένη. Πάντα την θεωρούσε όμορφη. Υπό άλλες συνθήκες, βλέποντάς την με ένα τόσο κοντό φόρεμα, θα είχε κοκκινίσει από τον πόθο του για εκείνη, όμως τώρα, με όλα αυτά που γίνονταν, ένιωθε χάλια, όπως στο σχολείο που τον μάλωναν οι δάσκαλοι και δασκάλες του γιατί δεν καταλάβαινε τι προσπαθούσαν να του μάθουν. Δεν ήθελε να βλάψει την Ελένη, αλλά φοβόταν να κάνει το παραμικρό που θα τσάντιζε τον Ορέστη ή τους άλλους δύο. Το ότι είχε μιλήσει ήταν άθλος για τον Γιάννη.
«Όχι» είπε ο Ορέστης, χωρίς να χρωματίζει τη φωνή του με θυμό. Έμοιαζε περισσότερο με λογιστή που προσπαθούσε να εξηγήσει στον πελάτη του ποιες είναι οι μοναδικές επιλογές που έχει, αν θέλει να συνεχίσει να έχει το σπίτι του. «Όχι, δεν θα πάμε πουθενά. Τούτη ‘δω θα σβήσει τα κεριά, θα την πηδήξουμε, θα φάμε την τούρτα και μετά θα… θα δούμε. Θα φύγουμε κάποια στιγμή, όμως, στο υπόσχομαι. Απλά, όχι τώρα. Κατάλαβες, Γιάννη;»
«Μα…»
«Όχι “μα”. Ό,τι είπα θα γίνει. Και θα συμμετέχεις και εσύ. Κανονικά. Κανονικότατα. Αλλιώς…» εγλειψε τα χείλη του. «Αλλιώς δεν θα φας τούρτα. Και θες να φας τούρτα, έτσι δεν είναι;». Ο Ορέστης χάραξε με το δάχτυλό του την επιφάνεια της τούρτας-Ουίτζα και έβαλε στο στόμα του το κομμάτι που απέσπασε. «Μμμ, πολύ ωραία τούρτα» σχολίασε.
Ο Γιάννης, κοιτάζοντας τον Ορέστη, άρχισε να ιδρώνει. Μια σταλιά σάλιο φάνηκε στα χείλη του.
Ο Νίκος και ο Χρήστος γέλασαν πιο δυνατά.
«Και ξέρεις» συνέχισε ο Ορέστης, παίρνοντας λίγο ακόμα από το γλυκό, «ξέρεις πότε θα σου αρέσει πραγματικά η τούρτα;», κατέβασε την μία από τις δύο τιράντες του φορέματος της Ελένης και έκανε έναν σοκολατένιο κύκλο στο εκτεθειμένο στήθος της. Πρόσεξε πώς ο Γιάννης γούρλωσε τα μάτια και πώς φούσκωσε το παντελόνι στο καβάλο. «Τώρα νομίζω ότι την θες πραγματικά, έτσι; Την… τούρτα, εννοώ».
Ο Γιάννης δεν μπορούσε να μιλήσει. Έτρεμε. Με το ζόρι κρατιόταν.
Οι άλλοι δύο είχαν σταματήσει να γελάνε, γιατί κι αυτοί κοιτούσαν το στήθος της Ελένης και προσπαθούσαν να συγκρατηθούν.
Ο Ορέστης είπε «Τώρα, ας τραγουδήσουμε, τι λέτε; Ή μάλλον, μισό». Έβγαλε την χτένα του και έσαξε κάποιες τρίχες από τα μαλλιά της Ελένης, που είχαν ανακατωθεί. «Καλύτερα. Let’s sing».
Κι αυτό έκαναν. Τραγούδησαν.
Να ζήσεις, σκύλα, και χρόνια πολλά
Μεγάλη να γίνεις, με άσπρα μαλλιά.
Παντού να σκορπίζεις του μουνιού το φως
Και όλοι να λένε, να μία σοφός.
Δεν τους πήρε πάνω από λίγα δευτερόλεπτα.
Ο μόνος από τους άντρες που δεν συμμετείχε ήταν ο Γιάννης, παρότι ο Νίκος τον ζόρισε να τους σιγοντάρει.
«Ωραία» είπε ο Ορέστης στην Ελένη. «Χρόνια σου πολλά, με περισσότερα καυλιά».
Ο Χρήστος λύθηκε στα γέλια.
«Για σβήσε τα κεριά».
Η Ελένη πλησίασε.
Την σταμάτησε ο Ορέστης. «Στα τέσσερα, σκύλα. Γονατιστή. Όχι σαν να θέλεις να κοιμηθείς».
Εκείνη υπάκουσε. Από το μυαλό της πέρασε η σκέψη ότι τούτο το σπίτι τελικά αποδεικνυόταν στοιχειωμένο για εκείνη. Πίστευε πως δεν θα μπορούσε να δει ποτέ ξανά της ταινία τρόμου ή να διαβάσει κάποιο τέτοιο βιβλίο. Αν επιβίωνε σήμερα, δηλαδή. Μπορεί και να πέταγε ό,τι από αυτά είχε. Δεν άντεχε την σκέψη ότι τέτοιες ιστορίες τής προσέφεραν ψυχαγωγία και διασκέδαση.
Δεν είδε τον Ορέστη να κάνει νόημα στον Νίκο, ο οποίος ήρθε πίσω της. Έκανε να διαμαρτυρηθεί, καθώς εκείνος της ανέβαζε το φόρεμα, μα ο Χρήστος έβγαλε το σουγιά του και τον έφερε κοντά στο πρόσωπό της. «Μην κάνεις καμιά μαλακία. Απόψε θα γαμηθείς» της είπε. «Από όλους μας. Είπαμε να σκορπίζεις του μουνιού το φως. Κι αυτό θα κάνεις». Γέλασε.
Η Ελένη τον κοίταξε. Το ήδη κατεστραμμένο μακιγιάζ της δεν μπορούσε να κρύψει το μίσος της για αυτόν τον άνθρωπο. Για όλους τους.
«Εμένα κοίτα».
Η Ελένη δεν υπάκουσε τον Ορέστη. Έτρεμε, καθώς προσπαθούσε να αποφασίσει αν θα ριχνόταν στον Χρήστο.
«Ε, σκύλα». Ο Ορέστης τη γράπωσε από τα μαλλιά και γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του.
Η Ελένη τον κοίταξε κατάματα, ενώ ο Νίκος κατέβαζε το παντελόνι του και έβγαζε το σχοινί του. Σημάδεψε, πέταξε τον κόμπο, ο οποίος τυλίχτηκε στον λαιμό της Ελένης. Και τότε, άρχιζε να τραντάζει το σώμα της.
Ο Γιάννης έκανε να πλησιάσει, μα το σκέφτηκε ξανά. Πήγε να μιλήσει, αλλά δεν το έκανε. Δεν ήξερε τι να κάνει. Από την μια, εκείνη, από την άλλη οι φίλοι του…
«Σβήσε τα κεριά» είπε ο Ορέστης. «Τώρα. Αλλιώς θα σε πετσοκόψουμε, στο είπα».
Η Ελένη, νιώθοντας να πονάει και να αηδιάζει ακόμα και για τον εαυτό της (περισσότερο λόγω των βογκητών του Νίκου) γύρισε με κόπο προς την καταραμένη τούρτα και, όσο της επέτρεπε ο κόμπος φύσηξε τις φλογίτσες των κεριών.
«Αυτό… είν… είναι…» έλεγε ο Νίκος, καθώς πήγαινε μπρος πίσω. «Χουί!»
Τα κεριά δεν έσβησαν.
«Φύσηξε ξανά» είπε ο Ορέστης. «Πιο δυνατά».
Ο Νίκος είπε «Ό,τι πεις, αφεντικό».
Ο Χρήστος γέλασε.
Ο Γιάννης δάκρυσε.
Η Ελένη έσφιξε τα δόντια της και φύσηξε πιο δυνατά.
Τα κεριά δεν έσβησαν.
«Τι σκατά;» είπε ο Ορέστης. Τη χαστούκισε. «Ξανά».
Η Ελένη φύσηξε με όλη της τη δύναμη.
Τίποτα. Οι φλογίτσες ήταν ακόμα εκεί.
«Πάλι».
Και μετά, «πάλι».
Και μετά, «ξανά, συνέχισε».
Κανένα αποτέλεσμα.
Μόνο ο Νίκος έβγαλε ένα τελευταίο αγκομαχητό.
«Ε, άσε και για εμένα» είπε ο Χρήστος, γελώντας. «Έλα, σήκω. Σειρά μου τώρα».
Ο Νίκος έλυσε τον κόμπο, ανέβασε το παντελόνι του και έφυγε. Πήγε και κάθισε σε μια καρέκλα και άναψε τσιγάρο. «Αχ, το χρειαζόμουν αυτό».
Ο Χρήστος πήρε θέση. Έβγαλε και τον σουγιά του και, καθώς πήγαινε μπρος πίσω, χάραζε την Ελένη.
Ο Ορέστης είπε στην Ελένη «Σβήσε τα κωλόκερα».
«Δεν μπορώ. Δε σβήνουν». Τα φύσηξε ξανά, κλαίγοντας.
«Άχρηστη είσαι, γαμώτο». Ο Ορέστης δοκίμασε να σβήσει κι αυτός, μα δεν το κατάφερε. «Τι σκατά!» φώναξε. Προσπάθησε πάλι και πάλι.
Τίποτα.
«Δεν πα’ να γαμηθούν» αποφάσισε. Γύρισε προς τον Χρήστο. «Άντε, τελείωνε».
«Έννοια σου… τώρα…» Έβγαλε ένα τελευταίο αγκομαχητό κι αυτός και σηκώθηκε, αφήνοντας την Ελένη να ματώνει.
«Γιάννη, μετά από εμένα» είπε ο Ορέστης.
Ο Γιάννης δεν μίλησε. Είχε κλείσει τα αυτιά και τα μάτια του και καθόταν κουλουριασμένος κοντά στην μπαλκονόπορτα.
Τρία λεπτά αργότερα, ο Ορέστης σηκώθηκε και φώναξε τον Γιάννη. Εκείνος δεν ανταποκρίθηκε. Ο Ορέστης φώναξε ξανά, απειλώντας τον. Ο Γιάννης δεν μίλησε, ούτε κουνήθηκε.
«Νίκο, φέρ’ τον εδώ. Τώρα» διέταξε, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από τον Γιάννη.
«Ω να σου γαμήσω» ακούστηκε ο Χρήστος.
Τότε ο Ορέστης κοίταξε.
Όταν άκουσε την πονεμένη κραυγή, κοίταξε και η Ελένη. Όπως ο Χρήστος και ο Ορέστης, προσπάθησε και αυτή να ερμηνεύσει αυτό που έβλεπε.
Ο Νίκος, ενώ χαμογελούσε, είχε περάσει τον κόμπο του αγαπημένου του σχοινιού στον λαιμό του και τραβούσε τις άκρες, πνίγοντας τον ίδιο του τον εαυτό. Τα μάτια του γούρλωσαν, η γλώσσα του βγήκε από το στόμα του. Το πρόσωπό του κοκκίνισε.
«Μα τι κάνεις!» είπε ο Ορέστης, που πετάχτηκε πάνω και έπιασε το σχοινί. «Χρήστο, κόψε το. Τώρα».
Ο Χρήστος ήρθε δίπλα στον Ορέστη και έβγαλε τον σουγιά του. «Περίμενε, ρε μαλάκα» είπε στον Νίκο. «Δεν ξέρω τι σε έπιασε, αλλά θα σε σώσουμε».
Ο Νίκος συνέχιζε να αυτοκτονεί.
Εκείνη τη στιγμή, ο Ορέστης ένιωσε κάτι υγρό να πέφτει πάνω στα μάτια του. Ήταν πηχτό και παραλίγο να τον τυφλώσει. Σκούπισε γρήγορα το πρόσωπό του. «Τι στο…» έκανε να πει, αλλά σταμάτησε, γιατί είδε τον Χρήστο να κόβει τις φλέβες των χεριών του.
«Ρε! Μα τι έπαθες κι εσύ;» είπε ο Ορέστης. «Τι;…»
Όμως, σταμάτησε: και να φωνάζει, και να προσπαθεί να λύσει τον Νίκο, που ούτως ή άλλως είχε πεθάνει.
Η Ελένη είδε μπροστά της να βγάζει ο Ορέστης τη χτένα του και να κατεβάζει το χέρι του προς το εκτεθειμένο του πέος. Πρόλαβε να της ρίξει μόνο μια τρομοκρατημένη ματιά.
«Τώρα μπορείς να φύγεις» του είπε με μίσος.
Εκείνος προσπάθησε να μην υπακούσει, μα εντέλει κάρφωσε τα δόντια της χτένας στο πέος του και, παρά τον πόνο, άρχισε να καταστρέφει τον ανδρισμό του, μέχρι να πεθάνει από αιμορραγία.
Εκείνη παρέμεινε παγωμένη στην θέση της, μέχρι που αντιλήφθηκε κάποιον να την πλησιάζει και να σκύβει προς το μέρος της.
Κοίταξε τον Γιάννη που άπλωσε το χέρι του προς το σώμα της.
Ήταν έτοιμη να τον χτυπήσει, αλλά δε χρειάστηκε. Γιατί αυτός σήκωσε το μισοριγμένο φόρεμα και έφερε την τιράντα που εξέθετε το στήθος της Ελένης στην θέση της.
«Εγώ…» προσπάθησε να της πει, ενώ απέφευγε το βλέμμα της. «Εγώ… σ-συγνώμη. Συγνώμη. Δεν… δεν μπόρεσα…»
Η Ελένη αναστέναξε. Για πρώτη φορά, αυτό το βράδυ, απέβαλλε την ένταση από μέσα της. Έπιασε τα χέρια του Γιάννη και του χαμογέλασε. «Καταλαβαίνω» του είπε.
Ο Γιάννης είπε «Τα κεριά… Πρέπει να τα σβήσουμε. Για να μην… μην καούμε».
«Εντάξει. Ας τα σβήσουμε».
Κι αυτό έκαναν: φύσηξαν και οι φλογίτσες έσβησαν.
Με αργές κινήσεις, έπιασαν τα βιβλία και προσπάθησαν να τα ισιώσουν, να τα επαναφέρουν στην πρότερη, αξιοπρεπή κατάστασή τους. Προσπάθησαν να περισώσουν και τις ταινίες. Αλλά δεν θα ήταν εύκολο.
Όμως, δεν τους πείραζε πολύ.
Έτσι κι αλλιώς, η Ελένη και ο Γιάννης είχαν μια ολόκληρη τούρτα να φάνε, μέχρι να έρθει η αστυνομία.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις:
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/

One response to “Τούρτα γενεθλίων”
Λοιπόν, εφόσον ζητάς σχόλια, άκου:
Αν θες να γράψεις για ένα βιασμό, κάντο, ζούμε σε μια δημοκρατική(υποτίθεται) χώρα, με ελευθερία λόγου(πάλι υποτίθεται). Να ξέρεις όμως, ότι τα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, δεν θα ‘πρεπε να λαμβάνονται χαλαρά υπόψιν, και κατ’ επέκταση, ούτε να γράφονται κατ’ αυτό τον τρόπο.
Διαβάζοντας το κείμενό σου, κατάλαβα ότι έχεις μια τέτοια ”χαλαρή” εικόνα για το τι εστί βιασμός. Αν θες να γράψεις από την οπτική γωνία του θύματος, και πάντα με σεβασμό απέναντι στα ατυχή κορίτσια που υπέστησαν κακοποίηση, οφείλεις τουλάχιστον, να έχεις μελετήσει/φανταστεί/ρωτήσει/κάνει έρευνα πώς είναι να σε βιάζουν, και να το αποδόσεις όσο πιο ρεαλιστικά μπορείς.
Δεν χρειάζεται να έχεις βιαστεί για να γράψεις για βιασμό. Μπορείς όμως να σκεφτείς μια δικιά σου ανάμνηση όπου κάποιος έχει παραβιάσει με τρόπο βίαιο τα όρια του εαυτού σου, και του σώματός σου (π.χ μπούλινγκ στο σχολείο). Πώς ένιωθες τότε; Σκεφτόσουν καθαρά όπως κάνει η Ελένη; Σκεφτόσουν βιβλία του Στίβεν Κινγκ; Ή μήπως ήσουν τόσο παραλυμένος από το σοκ και τον τρόμο που είχες ξεχάσει ακόμη και τ’ όνομα σου;
Αν καταφέρεις και μπεις στη θέση του θύματος, θα δεις ότι δεν έχει καμία μα καμία σχέση μ’ αυτά που γράφεις.
Από τη άλλη, περιγράφοντας τους βιαστές, προσπάθησε να τους χρωματίσεις όπως πραγματικά είναι: αποβράσματα. Μην τους ωραιοποιείς. Εκτός αν γράφεις από την πλευρά ενός βιαστή, ο οποίος, ψυχιατρικά διαταραγμένος, δεν αναγνωρίζει γιατί διαπράττει έγκλημα.
Με καλή πρόθεση, από έναν άλλο συγγραφέα.