Η Αλεξία έστρεψε το βλέμμα της προς το κινητό που χτυπούσε ασταμάτητα από το πρωί, ενώ συμμάζευε το γραφείο της για να γυρίσει σπίτι. Κοίταξε για λίγο την οθόνη και μετά πάτησε το κουμπί της σίγασης. «Δεν υπάρχει περίπτωση να στο σηκώσω!» μονολόγησε και τσέκαρε για τελευταία φορά τον χώρο γύρω της, μήπως είχε ξεχάσει κάτι. Αφού έκλεισε και το λάπτοπ, πέρασε την τσάντα στους ώμους της, πήρε το κινητό, τα κλειδιά του αυτοκινήτου και του γραφείου της μέσα από το γυάλινο μπολ, έκλεισε τα φώτα και τράβηξε την πόρτα.
Καληνύχτισε όσους συναδέλφους δεν είχαν φύγει ακόμη και παίρνοντας το ασανσέρ έφτασε στο υπόγειο του κτηρίου. Μπήκε στο αμάξι της και με δύο τιμονιές βρέθηκε πάνω στον κεντρικό δρόμο που την οδηγούσε ‘καρφί’ στο σπίτι.
Κατά την διαδρομή, το κινητό χτύπησε άλλες δύο φορές κι έτσι οι αναπάντητες του Χάρη είχαν φτάσει αισίως τις 10.
Ήταν πια μεσάνυχτα όταν η Αλεξία πάρκαρε στο πάρκινγκ της πολυκατοικίας. Είχε αποφασίσει, πριν επιστρέψει σπίτι, να κάνει μια στάση στο αγαπημένο της Κινέζικο και να πάρει σούσι για απόψε. Άνοιξε την πόρτα του οδηγού και με γρήγορες κινήσεις πήρε τα πράγματά της και κλείδωσε το αμάξι μιας και πεινούσε σαν λύκος. Μα στην πόρτα την περίμενε μια έκπληξη… ο Χάρης!
-Τι θες εδώ τέτοια ώρα; Φύγε! Αρκετά με έχεις φέρει σε δύσκολη θέση με τα απανωτά σου τηλέφωνα! Είναι και ο Μίλτος πάνω! Τι θες τώρα; Να μου καταστρέψεις τη ζωή; βομβάρδισε με ερωτήσεις και προσταγές η Αλεξία τον Χάρη κοιτάζοντάς τον με γουρλωμένα μάτια
-Δεν φεύγω αν δεν σου εξηγήσω, είπε ο Χάρης με μια ηρεμία στη φωνή και στο βλέμμα που έσπαγε ακόμα περισσότερο τα νεύρα της Αλεξίας
-Την είχες την ευκαιρία σου! Φύγε τώρα!, συνέχισε επιτακτικά η Αλεξία.
-Όχι, αν δεν μου υποσχεθείς ότι τουλάχιστον θα πάμε για έναν καφέ αύριο… Να μιλήσουμε… Σε παρακαλώ…
Όσο και αν προσπάθησε να παραμείνει ‘βράχος’ η Αλεξία, τελικά λύγισε. Γιατί σήμερα έγινε αυτό που φοβόταν…Ήξερε ότι αν τον έβλεπε μπροστά της, αν την κοίταζαν αυτά τα καφετί μάτια και της μιλούσαν αυτά τα χείλη, αν άκουγε αυτή τη φωνή, ό,τι και να της είχε κάνει, θα υπέκυπτε… Πού να την άγγιζε κιόλας, όπως συνήθιζε να κάνει με τα ακροδάχτυλά του κατά μήκος του κορμιού της… Αυτά προσπαθούσε να αποφύγει τόσες μέρες και δεν σήκωνε καν το τηλέφωνο.
-Εντάξει, απάντησε η Αλεξία κοφτά. Αύριο πιάνω δουλειά πιο αργά, στις 12. Θα τα πούμε στις 10. Γεια!
-Καληνύχτα…, της απάντησε ο Χάρης και με ένα μεγάλο χαμόγελο αποχώρησε, αφήνοντας επιτέλους τον χώρο μπροστά από την εξώπορτα της πολυκατοικίας ελεύθερο. Μέχρι να σταματήσει να τρέμει η Αλεξία και να μπορέσει να βάλει το κλειδί στην πόρτα, ακούστηκε και ο θόρυβος μιας μηχανής μεγάλου κυβισμού που απομακρυνόταν…
«Θεέ μου, τι ήταν αυτό τώρα; Τι θα κάνω; Τι θα πω στον Μίλτο; Την αλήθεια θα του πω! Μίλτο μου θα πρέπει να βγω με τον Χάρη γιατί με έχει πρήξει! Θα καταλάβει! Ένας καφές είναι μόνο για να μας αφήσει ήσυχους. Κι αν ο Μίλτος δεν θέλει δεν θα πάω. Απλά τα πράγματα», σκεφτόταν δυνατά η Αλεξία και κουνούσε το κεφάλι της πέρα δώθε, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι δεν είχε μπει καν σπίτι ακόμα.
Πήρε μια βαθιά ανάσα, άνοιξε την πόρτα και πήρε το ασανσέρ για τον 5ο που ήταν και το διαμέρισμά της.
Μέσα την περίμενε ο Μίλτος και την υποδέχτηκε με μια μεγάλη αγκαλιά και ένα θερμό φιλί, τα οποία φρόντισε να απολαύσει για όσο περισσότερο γινόταν. Ήταν αν μη τι άλλο το ‘safe place’ της τους τελευταίους μήνες και τόσο μετά από όσα πέρασε, όσο και μετά από όσα θα έπρεπε να συζητήσει μαζί του, η αγκαλιά του και το φιλί του ήταν αναγκαία για να ηρεμήσει ψυχικά και να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά.
Άφησε τις χάρτινες σακούλες με το φαγητό στον πάγκο της κουζίνας και προχώρησε προς το υπνοδωμάτιο για να αλλάξει. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα της και ο Μίλτος δεν άντεξε.
Χωρίς να πει τίποτα, την πήρε άλλη μια από αυτές τις μαγικές αγκαλιές του και το επόμενο λεπτό βρέθηκαν γυμνοί στο κρεβάτι να κάνουν έρωτα.
Το μυαλό της Αλεξίας άδειασε εντελώς μέσα στα χέρια του Μίλτου.
Μετά και από ένα ζεστό ντουζ έκατσαν πια στο τραπέζι της κουζίνας για να φάνε.
-Άργησες ρε μωράκι…, της είπε ο Μίλτος βάζοντας κρασί στα ποτήρια τους.
-Σόρυ ρε αγάπη, αλλά έγινε κάτι που με καθυστέρησε και με τάραξε οφείλω να πω. Κάτι που θα ήθελα να συζητήσουμε. Μόνο να μου υποσχεθείς ότι δεν θα θυμώσεις…, του απάντησε η Αλεξία και τα χέρια της είχαν ήδη αρχίσει να ιδρώνουν από το άγχος
-Ωχ, δυσάρεστη κατάληξη θα έχει η βραδιά… το βλέπω!, αποκρίθηκε ο Μίλτος και παραμέρισε για λίγο το πιάτο του. Για πες…
-Λοιπόν… τον θυμάσαι τον Χάρη, σωστά;, ρώτησε η Αλεξία και στραβοκατάπιε
-Για αυτόν πρόκειται;, ρώτησε με αυστηρό ύφος ο Μίλτος.
-Ναι… Έχουμε πει ότι θα τα λέμε όλα μεταξύ μας και αυτό δεν θέλω να το αποσιωπήσω. Με έχει ταράξει στα τηλέφωνα τελευταία και επειδή δεν απαντούσα εμφανίστηκε κάτω από την πολυκατοικία σήμερα. Και μου ζήτησε να πάμε για έναν καφέ. Μόνο έτσι θα μου πει αυτά που θέλει και μετά δεν θα με ενοχλήσει ξανά… Σκέφτηκα ότι θα ήταν μια ευκαιρία να ξεκαθαρίσω μια και καλή τη θέση μου… Τι λες;
Ο Μίλτος την κοίταζε σιωπηλός και μέσα στα μάτια. Ήθελε να πει τόσα πολλά, αλλά ήξερε και τι είχε περάσει η Αλεξία εξαιτίας του Χάρη και πόσο έμπιστη και σωστή ήταν και είναι απέναντί του. Πώς ήταν δυνατόν να ξεχάσει το βράδυ στη βεράντα του σπιτιού του, που πριν φιληθούν για πρώτη φορά, του ανοίχτηκε για αυτό το ζήτημα και για όσα την πλήγωσαν…
-Να πας. Να ξεκαθαρίσεις μια και καλή τη θέση σου. Σε εμπιστεύομαι., της απάντησε.
Πήρε το πιάτο του μπροστά του και άρχισε να τρώει.
Η Αλεξία δεν απάντησε κάτι, μόνο μιμήθηκε τις κινήσεις του Μίλτου.
Το επόμενο πρωί, ο Μίλτος σηκώθηκε από τις 7:00 για να πάει στη δουλειά. Μη θέλοντας να ξυπνήσει την Αλεξία, την φίλησε στο μάγουλο και έφυγε.
Το ξυπνητήρι ήχησε στις 8:00. Όταν η Αλεξία άνοιξε τα μάτια της και δεν βρήκε τον Μίλτο δίπλα της ένιωσε μια στεναχώρια. Μα γρήγορα θυμήθηκε ότι το βράδυ θα βρίσκονταν πάλι. Προς το παρόν είχε να ετοιμαστεί για να αντιμετωπίσει τον Χάρη!
Όντως, στις 10:00 ακριβώς τον πήρε εκείνη τηλέφωνο και του ζήτησε να βρεθούν σε μια καφετέρια κοντά στην εργασία της.
Μετά από μισή ώρα είχαν φτάσει και οι δύο έξω από το σημείο συνάντησης και επειδή υπήρχε ένα πάρκο εκεί κοντά, ο Χάρης πρότεινε να πάρουν ένα καφέ στο χέρι και να κάτσουν σε κάποιο παγκάκι. Η Αλεξία το βρήκε καλή ιδέα.
-Λοιπόν, για να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα, γιατί τόσα ψέμματα;, ρώτησε η Αλεξία με αυστηρό ύφος. Σήμερα θα μάθαινε όσα ήθελε και δεν θα άφηνε ούτε τα μάτια, ούτε τη μυρωδιά, ούτε τα λόγια του Χάρη να την παρασύρουν
-Ποια ψέμματα;, απάντησε πραγματικά έκπληκτος ο Χάρης
-Όλα αυτά που μου είπες εκείνον τον Σεπτέμβρη! Όταν τα παράτησα όλα για να έρθω τόσα χιλιόμετρα να σε δω κι εσύ ξεκίνησες τα ψέμματα για αδιαθεσίες και εμετούς! Δεν σεβάστηκες ούτε τον κόπο μου, ούτε τα χρήματα που έδωσα για να έρθω να σε βρω! Ακόμα και τη νοσοκόμα ήμουν διατεθειμένη να κάνω κι εσύ με έδιωξες! Με έδιωξες! Και περιμένοντας στον σταθμό του τρένου σε είδα αγκαλιά με άλλη! Εσένα, που μου έλεγες τόσα μεγάλα λόγια περί έρωτος! Αυτά τα ψέμματα!
-Είχα πανικοβληθεί…Ήσουν η πρώτη μου… Και μετά τα λόγια φίλων να μην μείνω με μία και τέτοια, διχάστηκα… Αλλά τώρα είμαι εδώ γιατί θέλω να είμαι μαζί σου!, αποκρίθηκε ο Χάρης και πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά της.
-Ώπα!, είπε δυνατά η Αλεξία και τραβήχτηκε. Με δυο μπούρδες θα είμαστε ξανά μαζί νομίζεις; τον ρώτησε με επιθετικό τόνο και κοιτάζοντάς τον στα μάτια, με τα δικά της να υγραίνονται και τη φωνή της να αρχίζει να τρέμει. Εγώ πίστεψα σε σένα! Ξεκινήσαμε με ένα one night stand κι εσύ με έβαλες στη διαδικασία να νιώσω πράγματα για σένα και να πιστέψω τα ψέμματά σου! Δεν στο ζήτησα! Και τώρα έρχεσαι και απαιτείς τι;
-Να αφήσεις τον Μίλτο και να έρθεις μαζί μου. Να ζήσουμε όσα ονειρευτήκαμε. Έχω αλλάξει… Θα στο αποδείξω…, απάντησε με αυτή την ηρεμία που εξόργιζε αφάνταστα την Αλεξία
-Α δεν πας καλά! Οτι τι δηλαδή; Θα αφήσω εγώ την ασφάλειά μου και τον άνθρωπο που με τράβηξε από το βούρκο για να φύγω μαζί σου; Για να ζήσω μια ζωή μέσα στα ψέμματα και την αβεβαιότητα; Δεν νομίζω! Ο Μίλτος ξέρει ότι είμαι εδώ σήμερα και η σχέση μας βασίζεται στην αλήθεια και την εμπιστοσύνη! Λυπάμαι, αλλά κάπου εδώ αυτή η συζήτηση τελειώνει. Είπες ό,τι ήθελες! Πρέπει να πάω στη δουλειά μου και να συνεχίσω τη ζωή μου! Αντίο!, είπε η Αλεξία. Σηκώθηκε από δίπλα του και άρχισε να περπατά με γοργό βήμα, ώστε να φύγει όσο γίνεται πιο μακριά του.
-Στάσου!, της φώναξε ο Χάρης και την άρπαξε από το χέρι. Την έφερε ακριβώς μπροστά του και τη φίλησε.
Η Αλεξία ήθελε να τρέξει, μα η γεύση του, η θύμηση του φιλιού του και τα χέρια του πάνω της, την ακινητοποίησαν… Τόσο που ανταπέδωσε το φιλί! Ένιωσε να διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα όλο της το κορμί, οι παλμοί της ανέβηκαν και το μυαλό της άδειασε! Αφέθηκε στη στιγμή τους…
Μα γρήγορα η λογική υπερίσχυσε. Άνοιξε τα μάτια της και τον έσπρωξε μακριά της.
-Τέλος! Δεν μπορώ να το ξανακάνω αυτό στον εαυτό μου! Χάνεσαι για 11 ολόκληρους μήνες κι έρχεσαι τώρα να ικανοποιήσεις τον εγωισμό σου! Λυπάμαι, δεν θα γίνει έτσι! Να πας σε άλλη να τη βασανίσεις με τα λόγια σου! Εγώ τον Μίλτο δεν τον αφήνω!, είπε με μια ανάσα η Αλεξία και άρχισε πάλι να περπατάει γρήγορα, ενώ ο Χάρης δεν σταμάτησε να ακολουθεί δίπλα της
-Σ’ αγαπάω! Σε θέλω! Άστα όλα κι έλα να το ζήσουμε μαζί! επαναλάμβανε ξανά και ξανά μέχρι που έφτασαν, μετά από αρκετή ώρα ‘κυνηγητού’ έξω από την εταιρεία που εργαζόταν η Αλεξία
Τότε μόνο τον κοίταξε, ίσως για πρώτη φορά ήρεμη και του είπε… “Είχαμε κάτι μαγικό και το διέλυσες. Δεν θυσιάζω την ασφάλειά μου για μια ζωή γεμάτη αβεβαιότητα.” και σπρώχνοντας την πόρτα του πολυώροφου κτηρίου μπήκε μέσα, αφήνοντας μια για πάντα έξω από τη ζωή της τον Χάρη.
Αγγελική Ανδριοπούλου
