Του είχε πει στις 00.15 και την περίμενε εκεί. Δεν ήταν χαζός να ρίξει άκυρο σε μια τέτοια κουκλάρα. Τουλάχιστον έτσι φαινόταν από τις φωτογραφίες της στην εφαρμογή γνωριμιών. Τι γνωριμιών δηλαδή… κάθε άλλο παρά γνωριμίες έκανες σε αυτή την εφαρμογή. Ο Φίλιππος γέλασε από μέσα του σκεπτόμενος πόσες κοπέλες είχε «γνωρίσει» τον τελευταίο μήνα από τότε που συνδέθηκε στην εφαρμογή. Και δεν ήταν να απορείς. Ψηλός, μελαχρινός με μούσια και πράσινα μάτια, τραβούσε την προσοχή κάθε πιθανής κοπέλας που έβλεπε τις φωτογραφίες που είχε ανεβάσει στο προφίλ του.
Δέκα λεπτά πέρασαν και ακόμα να έρθει. «Θα περιμένω άλλα πέντε και θα φύγω. Έχει και αλλού πορτοκαλιές…» σκέφτηκε. Βέβαια αυτή η τύπισσα του είχε τραβήξει πολύ έντονα το ενδιαφέρον. Μιλούσε λίγο και έλεγε πολλά. Οι φωτογραφίες της υπόσχονταν ακόμα πιο πολλά. Άνοιξε το κινητό του να τις ξαναδεί. Μακριά μαλλιά, καλοσχηματισμένο κορμί και ένα στήθος που φαινόταν εντέχνως μέσα από μια μικροσκοπική μπλουζίτσα.
Αρχικά του είχε τραβήξει την προσοχή το όνομά της, Κίρκη. Ήταν συνηθισμένος σε κοπέλες που έδιναν ψευδώνυμα και δεν τον ένοιαζε. Άλλωστε δεν ήθελε και αυτός πολλά πολλά, αλλά αυτό το όνομα παραήταν περίεργο.
«Ας είναι, τουλάχιστον να αξίζει τον κόπο η αναμονή» σκέφτηκε.
Τότε την είδε να έρχεται από την γωνία. Με βήμα γεμάτο αυτοπεποίθηση, φορώντας μαύρα ρούχα. Όσο πλησίαζε μπορούσε να διακρίνει μες την νύχτα ότι φορούσε ένα μαύρο κολλητό παντελόνι και από πάνω μια μαύρη καπαρντίνα. Αφού τον είδε, του χαμογέλασε σαρδόνια και άνοιξε την καπαρντίνα αρκετά ώστε να δει ότι στο πάνω μέρος φορούσε μόνο ένα μαύρο δαντελένιο μπουστάκι.
«Ωραία ξεκινάμε…» σκέφτηκε και ένιωσε το τζιν του ξαφνικά να τον περιορίζει.
Η κοπέλα έφτασε κοντά του, τον κοίταξε στα μάτια και πριν προλάβει να της συστηθεί τον φίλησε στον λαιμό. Ο Φίλιππος έπνιξε ένα βογκητό και πήγε να την φιλήσει. Δεν τον άφησε. Τον κοίταξε στα μάτια.
«Θέλεις να παίξουμε ένα παιχνίδι;» τον ρώτησε
Χωρίς να περιμένει την απάντησή του, σήκωσε το πόδι της και το γόνατό της ακούμπησε στην περιοχή κοντά στο φερμουάρ του. Κατάπιε με δυσκολία το σάλιο του και έγνεψε θετικά. Ο πόθος του είχε φουντώσει και έκανε να την αγκαλιάσει από την μέση.
«Όχι, όχι. Το παιχνίδι παίζεται με τους δικούς μου κανόνες» είπε με έναν περίεργο τόνο. Αυστηρό και ερεθιστικό ταυτόχρονα.
«Δεν με ακουμπάς, δεν με φιλάς, αφήνεσαι να κάνω εγώ ό,τι θέλω…»
Ο Φίλιππος τα είχε χάσει. Ζούσε μια φαντασίωση, από αυτές που είχε δει σε ταινίες με καυτές πρωταγωνίστριες. Η κοπέλα του ζήτησε να την ακολουθήσει. Βρέθηκαν σε μία σκοτεινή, παλιά αποθήκη. Τον κάρφωσε με τα μάτια της και έβγαλε αργά την καπαρντίνα της.
«Σειρά σου τώρα. Εδώ δεν θα μας δει κανείς…» είπε και ο Φίλιππος βιάστηκε να βγάλει μπουφάν και πουκάμισο. Η Κίρκη τρίφτηκε πάνω του και με τα χέρια της χάιδεψε το γυμνό του στήθος.
Στα επόμενα λεπτά βρέθηκε εντελώς γυμνός. Αυτή φορούσε ακόμα το παντελόνι της και το μικρό δαντελένιο τοπάκι της.
Ο Φίλιππος ένιωθε ότι ήταν έτοιμος να εκραγεί. Την έπιασε από την μέση και την πίεσε κοντά του.
Τα μάτια της άστραψαν.
«Σου είπα ότι δεν με ακουμπάς!»
«Μα τότε πώς θα…» πήγε να πει.
«Αν δεν ακολουθείς τους κανόνες, τότε απλά το παιχνίδι τελειώνει εδώ. Και να είσαι σίγουρος ότι θα το μετανιώσεις αν τελειώσει έτσι άδοξα…»
Το ήξερε ότι είχε δίκιο. Την ήθελε πολύ. Αποφάσισε να κάνει ό,τι του πει.
«Τώρα κλείσε τα μάτια σου και μέτρα αργά μέχρι το 10. Όταν τα ανοίξεις θα είμαι δική σου…»
Ξεκίνησε υπάκουα να μετράει αντίστροφα.
«…τρία, δύο, ένα… Τέλος χρόνου, μικρή πλανεύτρα..!» είπε χαμογελώντας και άνοιξε τα μάτια του.
Στην αρχή νόμιζε πως το ελάχιστο φως τον ξεγελά. Λίγα δευτερόλεπτα μετά κατάλαβε. Τον είχε παρατήσει και είχε φύγει. Μα δεν ήταν αυτό το χειρότερο. Τον είχε αφήσει γυμνό, χωρίς κινητό και χωρίς πορτοφόλι. Και χωρίς καμία ιδέα για το πού βρισκόταν. Στο πάτωμα ένα μικρό σημείωμα.
«What goes around comes around.Ή σε απλά ελληνικά, όλα εδώ πληρώνονται. Καλή επιτυχία στην επιστροφή στο σπίτι σου. Κατερίνα.»
Το κεφάλι του βούιζε. Ποια ήταν η Κατερίνα; Και γιατί να του το κάνει αυτό; Νόμιζε πως όλα πήγαιναν καλά. Και αυτή η φράση «όλα εδώ πληρώνονται»; Τι εννοούσε; Γνωρίζονταν από κάπου; Άνοιξε την πόρτα της αποθήκης και με τρόπο προσπαθούσε να σκεφτεί πώς θα φύγει από εκεί.
*****
Στις τουαλέτες των κοριτσιών, ένα μικρό κουβάρι είναι κλεισμένο μέσα σε μια αυτές. Κλαίει με αναφιλητά. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί της το έκανε αυτό. Αυτή τον είχε εμπιστευτεί. Ήταν και μεγαλύτερός της και σκέφτηκε πως θα ήταν πιο ώριμος. Μα την πρόδωσε. Με τον χειρότερο τρόπο.
«Θα σε περιμένω στις τουαλέτες των κοριτσιών δέκα λεπτά πριν το σχόλασμα. Θα σου έχω μια έκπληξη.» έγραφε το σημείωμα που της είχε δώσει.
Ήταν σχεδόν μια βδομάδα που συνεχώς την κοιτούσε στα διαλείμματα και της χαμογελούσε. Όταν της έδωσε το σημείωμα, φαντάστηκε πως κάτι υπέροχο θα είχε ετοιμάσει για τους δυο τους.
Όταν πήγε εκεί, τον βρήκε με ένα τριαντάφυλλο στο χέρι. Έσκυψε και την φίλησε στο μάγουλο και αυτή κοκκίνισε περισσότερο και από το όμορφο λουλούδι που της έδωσε.
«Ξέρεις…» ξεκίνησε «μου αρέσεις πολύ. Αλλά πριν γίνεις το κορίτσι μου, θα ήθελα να σε δω όπως είσαι αληθινά…» είπε όλο νόημα.
«Τι εννοείς;» τον ρώτησε εντελώς αθώα.
«Να, θα ήθελα να δω ποια είσαι κάτω από τα φαρδιά σου ρούχα… Και για να μην νομίζεις πως σε κοροϊδεύω, θα βγάλω πρώτος τη μπλούζα μου» είπε και με μια κίνηση αποκάλυψε τους καλογυμνασμένους του κοιλιακούς..
Η Κατερίνα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Της άρεσε τόσο πολύ αυτό το αγόρι.
Έβγαλε δειλά την μπλούζα της…
«Είσαι τόσο όμορφη!» της είπε αυτός. «Μα θέλω να δω και το υπόλοιπα αν δεν σε πειράζει…» είπε σχεδόν ντροπαλά.
Το κορίτσι είχε εντελώς πειστεί πως με αυτή της την κίνηση θα τον έκανε δικό της. Έβγαλε και την φόρμα της και έμεινε με τα εσώρουχά της. Δεν είχε προλάβει να τελειώσει την κίνησή της, όταν ξαφνικά σαν σίφουνας άρπαξε τα ρούχα της και έτρεξε προς τα έξω.
«Κορόιδο! Πόσο εύκολα σε ξεγέλασα…!» φώναξε γελώντας. «Να δω τώρα πώς θα βγεις έξω στην αυλή για να φύγεις, έτσι τσίτσιδη που έμεινες!» είπε χαιρέκακα και την άφησε σύξυλη, την ώρα που το κουδούνι του σχολείου χτυπούσε σημαίνοντας την αποχώρηση.
*****
Η καύτρα του πέμπτου τσιγάρου της ήταν το μόνο που φώτιζε το παχύ σκοτάδι. Ο Φίλιππος ήταν ακόμα μέσα στην αποθήκη, φοβισμένος, απελπισμένος, μην ξέροντας πώς να γυρίσει σπίτι του. Σχεδόν τον λυπόταν.
«Σχεδόν…» σκέφτηκε.
Μετά το σχολείο θέλησε να τον διαγράψει από το μυαλό της, από την ζωή της. Και προσπάθησε πολύ. Μα τον τελευταίο χρόνο αναδύθηκε από μέσα της η ανάγκη να εκδικηθεί. Δεν ήταν και πολύ δύσκολο να τον βρει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και ακόμα πιο εύκολο να τον πετύχει σε κάποια από τις «εφαρμογές γνωριμίας». Τα υπόλοιπα ήταν παιχνιδάκι για αυτήν.
«What goes around comes around Φιλιππάκο» είπε και έσβησε με την μπότα της το τελευταίο της τσιγάρο.
Έφυγε λίγο πριν ξημερώσει με την καρδιά της λίγο πιο ανάλαφρη.
Άρτεμις Γ.Κ.
