Η Κωνσταντίνα κοίταξε το ρολόι. «Επιτέλους έφτασε 5 η ώρα», μονολόγησε. Έκλεισε το κινητό και σηκώθηκε από τον καναπέ. Προσπέρασε την απόλυτη ακαταστασία στο σαλόνι και φτάνοντας στη κουζίνα αντίκρισε, για ακόμη μια φορά, τον ένα της γιο να ταΐζει τον μικρό κρουασάν με σοκολάτα και την μεγάλη της κόρη να παρακολουθεί βίντεο για πλεξούδες στο διαδίκτυο.
Μένοντας απαθής, τους ανακοίνωσε ότι σε 10 λεπτά θα πρέπει να είναι έτοιμοι για να πάνε κούνιες. Και αποχώρησε.
Ο Δημήτρης, τότε, ούρλιαξε από χαρά και πέταξε το τελευταίο κομμάτι κρουασάν στον αέρα. Ο μικρός έβαλε τα κλάματα, ενώ η Μαρία φόρεσε τα ακουστικά της και προχώρησε σε επόμενο βίντεο με κοτσιδάκια.
Μετά από 10 λεπτά, ο Δημήτρης περίμενε με το πατίνι του στην εξώπορτα. Οι άλλοι δύο όμως δεν ήταν έτοιμοι. Ο Θωμάς, ο μικρότερος, προσπαθούσε να πιάσει το κομμάτι που πέταξε ο αδερφός του και κατέληξε κάτω από το τραπέζι και η Μαρία ήταν ‘χαμένη’ μέσα στην οθόνη του τάμπλετ της.
«Καλά, ακόμα έτσι είστε;», ούρλιαξε η Κωνσταντίνα. «Ρε Μαρία, δεν βοήθησες τον αδερφό σου να ετοιμαστεί; Σήκω! Τώρα! Σε 2 πάμε κούνιες!».
Ο Θωμάς έβαλε πάλι τα κλάματα. 3 ετών παιδάκι, δεν μπορούσε να διαχειριστεί τόσο εύκολα τις φωνές… Η Μαρία απλά έβγαλε τα ακουστικά της και δεν είπε κουβέντα. Ξεφύσηξε με όλη της τη δύναμη και άρπαξε τον Θωμά από το χέρι για να πάνε στο μπάνιο, να του καθαρίσει πρόσωπο και χέρια και να του αλλάξει ρούχα.
Μετά από λίγο βγήκαν και οι δύο στο σαλόνι.
«Ορίστε!», είπε τσαντισμένα η Μαρία και έδωσε το χέρι του Θωμά στην μαμά της. «Εγώ θα πάω στη γιαγιά!», ανακοίνωσε και έφυγε με μεγάλα βήματα προς τη κουζίνα.
Η Κωνσταντίνα δεν της απάντησε τίποτα. Έστειλε μόνο ένα μήνυμα στο κινητό της μητέρας της να περιμένει τη Μαρία και αφού πήρε και το πατίνι του Θωμά ξεκίνησαν – επιτέλους – για τις κούνιες.
Σε όλη τη διαδρομή η Κωνσταντίνα τους φώναζε: «Προσέξτε το δρόμο!», «Ανεβείτε στο πεζοδρόμιο!», «Μην σταματάτε στη μέση του δρόμου!», «Μην παίρνετε τα σκουπίδια από κάτω!», χωρίς απαραίτητα να κάνει κάποια κίνηση για να τα προστατέψει ή να τα αποτρέψει από το να κάνουν όσα τους απαγόρευε…
Φτάνοντας στις κούνιες, προς μεγάλη της έκπληξη, σήμερα υπήρχε άλλη μια μαμά με το παιδάκι της. Συνήθως οι υπόλοιπες κατέφταναν μετά τις 7. Άσε που δεν την είχε ξαναδεί κιόλας!
Αφού πέρασαν τη πόρτα και μπήκαν μέσα στη παιδική χαρά, ο μεγάλος έτρεξε να πάει να παίξει στα χώματα, ενώ ο μικρός αναγνώρισε αμέσως το αγοράκι που έκανε κούνια. Ήταν μαζί κάθε πρωί στον παιδικό σταθμό. Χαμογέλασε στη μαμά του κι εκείνη πολύ γλυκά του είπε: «Γειά σου Θωμά μου!».
«Θωμά, είστε συμμαθητές με το παιδάκι; Κωνσταντίνα, χάρηκα! Πολύ δύσκολη μέρα σήμερα! Και που τους έφερα εδώ, δεν παλεύονται! Εσύ πόσα έχεις; Εγώ 3! Και αυτά τα δύο μου τρώνε τη ψυχή!», είπε με μια ανάσα η Κωνσταντίνα στη γυναίκα που είχε μπροστά της, η οποία την κοιτούσε με ήρεμο μα συνάμα απορημένο βλέμμα.
«Να σου ζήσουν…», της απάντησε μόνο με ένα αμήχανο χαμόγελο και συνέχισε να κάνει κούνια τον μικρό της.
«Θωμά, θέλεις να κάνεις κούνια δίπλα στο φίλο σου;», ρώτησε η Κωνσταντίνα τον γιο της και με τη θετική του απάντηση, τον έβαλε στην άδεια κούνια δίπλα από τον συμμαθητή του.
«Είναι πολύ δύσκολα να ζεις με 3 παιδιά, ξέρεις…», απηύθυνε το λόγο η Κωνσταντίνα στην άλλη μαμά και την κοίταξε με ένα βλέμμα όλο κούραση και απόγνωση. «Εγώ δεν τα ήθελα όλα αυτά! Αλλά βλέπεις ερωτεύτηκα μικρή τρομάρα μου και τον πίστεψα όταν μου είπε να κάνουμε γρήγορα παιδιά, να κάτσω σπίτι να τα μεγαλώσω και δεν θα μου λείψει τίποτα… Όλα μου λείπουν!».
Η Ανθή την κοιτούσε με λύπηση πια… «Πόσο πόνο και καταπίεση νιώθει αυτή γυναίκα για να ανοίγεται έτσι σε μια άγνωστη και να τα λέει όλα αυτά αφιλτράριστα μπροστά στο μωρό της;», σκέφτηκε. Πριν προλάβει να της απαντήσει κάτι, όμως, η Κωνσταντίνα συνέχισε…
«Δεν τον αγαπάω τον άντρα μου πια. Δεν ξέρω αν εκείνος με αγαπάει εγωιστικά, αλλά εγώ δεν τον θέλω πια! Ούτε κοιμάμαι μαζί του! Βρίσκω κανέναν μικρότερο πού και πού και περνάω καλά. Έχω βρει και μια δουλειά σε μεγάλο σούπερ μάρκετ. Θα με προσλάβουν τον Αύγουστο. Μόλις μαζέψω λεφτά θα φύγω. Θα με πολεμήσει, αλλά θα φύγω.»
Η Ανθή την κοίταζε εμβρόντητη. Και πήρε πια το λόγο…
«Κωνσταντίνα μου, με όλο το θάρρος. Ανθή, χάρηκα. Μήπως είσαι λίγο παραπάνω κουρασμένη και τα λες όλα αυτά; Ειδικά τώρα που είναι καλοκαίρι όλοι έχουμε το μυαλό μας στις διακοπές και οι μέρες στην πόλη φαίνονται ατελείωτες… Εδώ τα παιδάκια και δεν αντέχουν, πόσο μάλλον εμείς που τρέχουμε παράλληλα τόσα. Νομίζω μιλάει η κούραση…», προσπάθησε να καλμάρει την γυναίκα που είχε δίπλα της η Ανθή.
-Δουλεύεις; τη ρώτησε η Κωνσταντίνα, ως απάντηση σε όσα της είπε μόλις.
-Ναι.
-Και πόσα παιδιά έχεις;
-Ένα.
-Εγώ έχω 3, ένα το ’12, ένα το ‘16, ένα το ’21 και ένα το ’22 που το έριξα, γιατί δεν θα άντεχα και τέταρτο. Και από τότε τσακώθηκα και σιχάθηκα τον άντρα μου! Εσύ σκέφτηκες πριν πράξεις, εγώ όχι! Βλέπεις τώρα τη διαφορά;
Η Ανθή δεν ήξερε τι να απαντήσει… Μα πήρε το θάρρος και της είπε όσα πίστευε, αφού είχε φτάσει σε τέτοιο βάθος η συζήτηση πια.
«Λοιπόν, καταλαβαίνω ότι κάνοντας παιδιά μικρή, εκ των πραγμάτων έχασες κάποιες στιγμές, τις οποίες όμως μπορείς να ζήσεις και μετά από αυτά. Αφού μεγαλώσει λίγο ακόμα και ο μικρούλης και ούσα πια οικονομικά ανεξάρτητη, θα πάρεις τον άντρα σου και θα πάτε ένα ταξίδι να ξανανιώσετε ζευγάρι… θα ξενυχτίσεις με τις φίλες σου ένα βράδυ… και οτιδήποτε άλλο νιώθεις ότι έχεις χάσει. Μα το να αφιερώνεις τη ζωή σου στα παιδιά, δεν είναι μόνο θυσία για εκείνα, είναι και κοινές στιγμές, που θα πρέπει να περιβάλλονται από αγάπη και δοτικότητα… Και προς Θεού, μην συγκρίνεις εσένα με τις άλλες μαμάδες. Η καθεμία πορεύεται διαφορετικά και κουβαλάει το δικό της σταυρό. Για την έκτρωση δεν θα σου πω τη γνώμη μου, γιατί αυτές οι αποφάσεις παίρνονται μόνο από τον άνθρωπο που καλείται να φέρει μέσα του 9 μήνες ένα πλάσμα. Καλό, κακό, εσύ θα το κρίνεις.»
Η Κωνσταντίνα δάκρυσε. Κατέβασε τον Θωμά από την κούνια και τον έστειλε να βρει τον αδερφό του.
«Κάνω χρόνια ψυχοθεραπεία, πρόσφατα ξεκίνησα και ψυχίατρο… Κανείς και καμία δεν μου έχει ξαναμιλήσει έτσι!», είπε η Κωνσταντίνα και έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στα χέρια της, για να μην την δουν ούτε τα παιδιά της, ούτε οι υπόλοιποι που έκλαιγε.
«Κωνσταντίνα…», της είπε η Ανθή και την ακούμπησε στον ώμο «δεν ήθελα να σε φτάσω σε αυτό το σημείο. Συγνώμη».
Τότε η Κωνσταντίνα σταμάτησε να κλαίει και με τα κατακόκκινα μάτια της κοίταξε την Ανθή «Είναι οι πρώτες ειλικρινείς κουβέντες που ακούω… Θέλω να μιλάμε πιο συχνά, γίνεται;», ρώτησε.
Η Ανθή χαμογέλασε. «Φυσικά και γίνεται. Μα κάνε μου μια χάρη… μην σκέφτεσαι έτσι για τα παιδιά σου. Πόσο μάλλον να μιλάς τόσο κυνικά μπροστά τους.»
Η Κωνσταντίνα δεν απάντησε κάτι. Χαιρέτησε την Ανθή και πήγε να βρει τα αγόρια της.
Όταν γύρισε σπίτι αργά το απόγευμα, συμμάζεψε το σαλόνι και έφτιαξε κάτι στα γρήγορα για να τσιμπήσουν τα παιδιά. Τους μάζεψε και τους 3 στη κουζίνα και τους ζήτησε συγνώμη. Στον καθένα ξεχωριστά, απαριθμώντας και τους λόγους… Για τις υπερβολικές απαιτήσεις προς τη Μαρία, για τις ασταμάτητες φωνές προς τον Δημήτρη και για την αδιαφορία προς τον Θωμά.
Τα παιδιά της την αγκάλιασαν και τη φιλούσαν ασταμάτητα. Της είπαν τόσες φορές «Σ’ αγαπώ» που ένιωσε λυτρωμένη. Δεν τους ξαναφώναξε αναίτια, ούτε ξαναναφέρθηκε σε αυτά ως ‘ευθύνες’.
Με τον άντρα της δεν τα βρήκε. Προτίμησε τις εφήμερες περιπέτειες και όλο δήλωνε ότι θα τον χωρίσει.
Με την Ανθή ήρθαν πολύ κοντά. Της εκμυστηρευόταν τα πάντα και περίμενε με ανυπομονησία τη γνώμη της κάθε φορά.
Εξάλλου χάρη στη συμβουλή αυτής της ‘άγνωστης’ ένα απόγευμα του Ιουλίου στις κούνιες, άλλαξε όλη της η κοσμοθεωρία και ‘έπιασε τη ζωή από τα μαλλιά’…
Αγγελική Ανδριοπούλου
