Τα αναπάντεχα μοιραία

Μου είχαν πει πως οι σχέσεις που έχουν ένα ταραχώδες ξεκίνημα, τείνουν να έχουν και μεγαλύτερη διάρκεια. Ίσως γιατί μπαίνοντας σε κάτι τόσο έντονο, τα άτομα που γίνονται ζευγάρι δένονται περισσότερο. Γιατί μοιράζονται μια εμπειρία που τους αλλάζει – τόσο τους ίδιους αλλά και τις ζωές τους.
Αν το αντέχουν, βέβαια.

Είναι μεγάλη πίεση να διαχειριστείς μια αναδιαμορφωμένη πραγματικότητα. Μια τόσο διαφορετική από εκείνη στην οποία ζούσες, ευδοκιμούσες και γνώρισες τον άνθρωπό σου.

Όταν γνώρισα τον Παύλο, ήμουν στον απόηχο της δόξας μου. Χόρευα στην πρώτη χορευτική ομάδα της Λυρικής Σκηνής. Είχα γυρίσει όλο τον κόσμο σχεδόν με παραστάσεις. Με ζητούσαν για εμφανίσεις σε βιντεοκλίπ και διαφημίσεις. Με αναζητούσαν και μου άρεσε. Γιατί ένιωθα να αναγνωρίζεται η αξία μου, η δουλειά μου και το πόσο πάσχισα και κουράστηκα για να φτάσω μέχρι εδώ.

Είχα τους φίλους μου, τον κύκλο μου, τα φλερτ, τις γνωριμίες και περνούσα όμορφα. Χαιρόμουν τη ζωή και που ήμουν μέρος αυτής. Υπήρχαν στιγμές που καθόμουν μόνη στο σπίτι, ξάπλα στο κρεβάτι κοιτάζοντας το ταβάνι – εκείνες τις στιγμές που όλοι χρειαζόμαστε για αποσυμπίεση και για μια επαναφορά στην πραγματικότητα (ένα reality check). Σε εκείνες τις στιγμές αναπολούσα τη διαδρομή μου μέχρι εδώ, το τι πέρασα, το πόσο απογοητεύτηκα από ανθρώπους και καταστάσεις, το πόσα ανέχτηκα ενώ δεν θα έπρεπε, τα πόσα ‘όχι’ δεν είπα και πόσα όρια δεν έθεσα με αποτέλεσμα να φάω τα μούτρα μου και να πληγωθώ. Το πόσο με άλλαξαν όλα όσα έζησα. Μα επίσης το πόσο όλα αυτά με οδήγησαν εδώ.

Ο Παύλος εισήλθε τυχαία στη ζωή μου. Όπως όλα τα μοιραία. Μα ήταν το πιο ευχάριστο που μου είχε συμβεί.
Γνωριστήκαμε σε μια βραδινή έξοδο με κοινή παρέα και δέσαμε αμέσως. Σαν δυο κομμάτια ενός παζλ που τόσο καιρό αναζητούσαν κάπου να κουμπώσουν. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα πως δε χρειαζόταν να συγκρατιέμαι, να σκέφτομαι πολύ πριν πω ή κάνω κάτι μήπως και παρεξηγηθεί ή παρερμηνευθεί. Μου έβγαζε την πιο ήρεμη πλευρά μου. Εκείνη που ούτε εγώ δεν γνώριζα πως υπάρχει, γιατί είχε θαφτεί κάτω από όλα τα βιώματα που με χάραξαν. Μπορούσε να διαχειριστεί τα σκαμπανεβάσματα της διάθεσής μου, το άγχος και την γκρίνια μου, όσο κανείς άλλος. Μου μιλούσε και ένιωθα ασφάλεια. Επιδίωκα να είμαι δίπλα του γιατί ένιωθα ακριβώς αυτό όταν ήμουν κοντά του – ένα δίχτυ προστασίας από όλα τα δεινά του κόσμου. Μαζί του, ήρθαν όλα αβίαστα, ομαλά και όμορφα.

Για πρώτη φορά βρήκα τον εαυτό μου να χαίρεται τόσο κάθε φορά που τον συναντούσα, που έβλεπα το όνομά του να αναγράφεται στο κινητό μου όταν με έπαιρνε συχνά τηλέφωνο. Ήταν εκείνος με τον οποίο ήθελα να μοιραστώ την ημέρα μου – από τις πιο μεγάλες επιτυχίες μέχρι και τα πιο ασήμαντα πράγματα (όπως το ότι δεν έφτανα κάτι στα ράφια του σούπερμάρκετ). Μου άρεσε τόσο που με έκανε να γελάω με τόση ευκολία. Που με πείραζε με τον πιο γλυκό τρόπο. Που με έψαχνε καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Που λαμπύριζαν τα μάτια του όταν με κοίταζε να τον πλησιάζω. Μπορεί να μη μου έλεγε πως μ’ αγαπάει, να μην εξέφραζε τι ένιωθε για μένα, μα δεν υπήρξε στιγμή που να αμφέβαλα για αυτό. Κάθε του πράξη, κάθε του κίνηση, βροντοφώναζε πως είχα αλλάξει τη ζωή του και πως η καρδιά του χτύπαγε για μένα.
Και η δική μου για εκείνον.

Τον είχα ερωτευτεί. Ήμουν σίγουρη για αυτό.
Μα ποτέ δεν μπορείς να είσαι τόσο σίγουρος για τίποτα, τελικά. Κανείς δεν ξέρει πώς θα τα φέρει η ζωή και τι κρύβει το μέλλον – ή η μοίρα, πες το όπως θες. Αναμφίβολα όμως, κανείς μας δεν ήταν προετοιμασμένος για αυτό που συνέβη. Πώς μπορείς άλλωστε να προετοιμαστείς για κάτι που από το πουθενά θα σου αλλάξει όλη σου τη ζωή;
Μας παίρνει χρόνια να διαμορφώσουμε το ποιοι θέλουμε να είμαστε, τις ζωές μας όπως τις ονειρευόμαστε. Μα χρειάζεται μόλις μια στιγμή – κλάσματα του δευτερολέπτου – για να ανατραπούν όλα και να αλλάξει η ζωή εμάς.

Ήταν πρωινές ώρες όταν συνέβη. Γυρνούσαμε από την παραλιακή και μόλις άρχισε να χαράζει. Στα αυτιά μας ηχούσαν ακόμα τα τραγούδια στα οποία μέχρι πριν λίγα λεπτά χορεύαμε, κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλον, με τα βλέμματά μας αντικριστά και ένα αίσθημα απόλυτης και απέραντης ευτυχίας να μας πλημμυρίζει. Ήξερα πως ήταν ο άνθρωπός μου. Και το ένιωθα πως και εκείνος το ίδιο αισθανόταν. Ας μην το είπε ποτέ.

Δεν ξέρω τι του απέσπασε την προσοχή εκείνο το δευτερόλεπτο. Δεν είχε πιει πολύ, ακριβώς γιατί οδηγούσε. Άφηνε εμένα να πίνω μεγαλύτερες γουλιές για να με ακούει να γελάω περισσότερο και να λικνίζομαι ρυθμικά αφού το ποτό μου είχε αφαιρέσει τις αναστολές.

Εκείνο το δευτερόλεπτο όμως ανέτρεψε τα πάντα. Το αμάξι μας προσέκρουσε σε ένα άλλο που είχε σταματήσει ξαφνικά και ανεξήγητα μπροστά μας στη μέση της λεωφόρου. Άκουσα ένα δυνατό ‘μπαμ’, ένιωσα ένα τράνταγμα, είδα το χέρι του να απλώνεται προς το στήθος μου και έπειτα όλα βουβάθηκαν…

Ξύπνησα τρεις ημέρες μετά στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Μόνη μου.
Με ρωτούσαν αν ξέρω πώς λέγομαι και πού βρίσκομαι.
Το πρώτο το ήξερα. Το δεύτερο όχι.

Τους πήρε δυο ολόκληρες ώρες και ένα ηρεμιστικό για να μου εξηγήσουν τι συνέβη. Η σύγκρουση εκείνο το βράδυ ήταν τόσο σφοδρή που το αμάξι εκσφενδονίστηκε, χτύπησε στα κολονάκια του δρόμου, συνέχισε να αναποδογυρίζει στην αντίθετη λωρίδα, όπου μας προσέκρουσε ένα όχημα που δεν είχε προλάβει να φρενάρει. Η πυροσβεστική μας διέσωσε. Ήμασταν και οι δυο κρίσιμα σε κώμα.

Δεν μπορούσα να βγάλω μιλιά. Κυρίως γιατί ήμουν ακόμα διασωληνωμένη στον αναπνευστήρα.
Τα μάτια μου πρόδιδαν πως δεν μπορούσα να τα πιστέψω. Δεν μπορούσα να διανοηθώ το σκηνικό, πόσο μάλλον το γεγονός πως ήμουν ακόμη εδώ.
Ήθελα να μάθω ο Παύλος που ήταν. Ήταν καλά;

Οι γιατροί το διαισθάνθηκαν και ο ένας με ακούμπησε στον ώμο σαν να προσπαθούσε να προλάβει το σοκ που θα μου προκαλούσε.
«Είναι ακόμα σε κώμα». Χαμήλωσε το βλέμμα και κατάλαβα.
«Το αυτοκίνητο χτύπησε τη μεριά του όταν μπήκε στην αντίθετη λωρίδα. Δεν αντιδράει στα ερεθίσματα. Δύσκολα θα ξυπνήσει».

Μπορείς να ακούσεις την καρδιά σου να ραγίζει στο άκουσμα μιας φράσης; Μπορείς να την νιώσεις να σπάει σε χίλια κομμάτια μέσα σου; Να σου τραντάζεται όλο το στήθος από το θρυμμάτισμα; Είναι ένα συναίσθημα που δεν περιγράφεται με λέξεις…
Ήθελα να τον δω πάραυτα. Είναι εκπληκτικό το πόσα μπορούν να εκφράσουν τα μάτια και το σώμα όταν δεν μπορείς να αρθρώσεις λέξη. Έκανα να σηκωθώ και έσπευσαν να με κρατήσουν. Δεν έβλεπα από τα δάκρυα που μου είχαν πλημμυρίσει τα μάτια.
Εκείνοι που εργάζονται στο χώρο της υγειονομικής περίθαλψης σίγουρα έχουν δει και έχουν βιώσει πολλά, αρκετά για να μπορούν να ερμηνεύσουν τις κινήσεις του κάθε ασθενούς και συχνά να τις προλαβαίνουν κιόλας.

Με πήραν κοντά του. Βρισκόταν στο διπλανό δωμάτιο, διασωληνωμένος με μόνο τους ήχους από τα μηχανήματα να ακούγονται. Μόνο αυτά τον κρατούσαν πλέον στη ζωή. Του άγγιξα το χέρι μα για πρώτη φορά δεν ανταπέδωσε. Για πρώτη φορά δεν μου έσφιξε το χέρι μου στο δικό του, δεν γύρισε να με κοιτάξει, να μου χαμογελάσει καθώς διασταυρώνονταν τα βλέμματά μας.

Εκείνη τη στιγμή επανήλθε στο μυαλό μου η τελευταία εικόνα που είχα πριν το δυστύχημα: εκείνον να απλώνει το χέρι του προς εμένα. Μέλημά του ακόμη και τότε ήταν μην πάθω κάτι εγώ.
Εγώ όμως είχα σωθεί. Με μώλωπες και γρατζουνιές και μια ουλή στο χέρι, πήγα σπίτι μου μερικές μέρες αργότερα. Εκείνος όμως…

Δεν είμασταν καιρό μαζί, μα ένιωσα σαν να ήταν μια αιωνιότητα. Τόσο μου άγγιξε τη ζωή. Τόσο την επηρέασε και την άλλαξε. Τόσο, που δεν ήξερα πώς να συνεχίσω χωρίς αυτόν. Σε αυτό έπαιξαν κρίσιμο ρόλο οι φίλοι μου, με ανασήκωσαν, με υποστήριξαν, ακόμα κι αν σήμαινε να κάθονται σιωπηλά δίπλα μου καθώς προσπαθούσα να αποτρέψω τα δάκρυά μου.

Η ζωή δε σε ρωτάει. Απλά συμβαίνει αναπάντεχα. Κι όσο κι αν διερωτάσαι ‘γιατί τώρα;’, ‘γιατί σε εμένα;’ Απάντηση δεν θα πάρεις.

Ένα μήνα μετά, συμπτωματικά ανήμερα της επετείου γνωριμίας μας, έφτασε στο σπίτι ένα δέμα. Μέσα ήταν ένα μοναδικά πολύχρωμο γαρύφαλλο που όμοιό του δεν είχα ξαναδεί. Συνοδευόταν από μια κάρτα. Είχε τον δικό του γραφικό χαρακτήρα.
«Ό,τι κι αν συμβεί, να θυμάσαι πως η ζωή δεν είναι μόνο χαρές, είναι και λύπες και δύσκολες καταστάσεις. Εκεί φαίνεται η δύναμή σου. Κι αν μερικές φορές το ξεχνάς, θα είμαι πάντα εδώ να σου το θυμίζω. Έχεις την καρδιά μου και όλη μου την αγάπη, Παύλος».

Μπορεί να μην πρόλαβε να μου το πει ποτέ, μα έκανε κάτι άλλο που θα τον κρατούσε ανεξίτηλο στην καρδιά και στο μυαλό μου.
Πίστεψε σε εμένα. Και η ουλή στο χέρι μου, μου το θύμιζε κάθε μέρα.

Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading