Μόλις άναψε ο “γρηγόρης”, το πράσινο για τους πεζούς, πέρασε γρήγορα απέναντι. Βρήκε ένα παγκάκι και κάθισε να ηρεμήσει. Ήταν στ’ αλήθεια εκείνος ή κάποιος που του έμοιαζε πολύ; Ήταν δυνατόν μετά από τόσα χρόνια;
Ένα απόγευμα στα 17 της τον πρωτοείδε. Μαζί με άλλους φαντάρους μοίραζαν νερό στη γειτονιά. Η Πηνελόπη της είπε πως ένας φαντάρος την κοίταζε, αλλά δεν την πήρε στα σοβαρά. Σιγά! Πάλι οι γνωστές της φανταστικές ιστορίες. Όλο τέτοια έλεγε για να γεμίζει το χρόνο της και να ξεχνά για λίγο τη βαρεμάρα της.
Όμως η Πηνελόπη σε αυτή την περίπτωση τελικά είχε δίκιο. Ο φαντάρος την κοίταζε κάθε φορά όλο και πιο έντονα, αλλά συγχρόνως με σεβασμό. Τον κοίταξε κι εκείνη μία φορά πιο προσεκτικά. Ήταν ψηλός και γεροδεμένος με μεγάλη μύτη και καλοσυνάτο χαμόγελο. Τον κορόιδευε η Πηνελόπη για τη μύτη του, αλλά εκείνης της φαινόταν συμπαθητικός. Μία φορά της είπε “καλησπέρα” και κάπως έτσι ξεκίνησαν οι χαιρετούρες και τα χαμόγελα. Της είπε ότι τον λένε Μιχάλη και είναι από τον Πειραιά.
Μία μέρα γυρνώντας από το εργοστάσιο, είδε τον πατέρα της σκυθρωπό και καθισμένο σε μία καρέκλα στην κουζίνα. Περίεργο σκέφτηκε. Συνήθως τέτοια ώρα ήταν στο καφενείο. “Ήρθε στο μαγαζί ένας Μιχάλης και σε ζήτησε. Φαντάρος. Αλλά σιγά μη σε δώσω στο μαντράχαλο! Ήθελε να σε πάρει στον Πειραιά. Και πού ξέρω εγώ από πού κρατάει η σκούφια του; Μην τυχόν…”. Δε μίλησε καθόλου και πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό της.
Δεν το χωρούσε το μυαλό της ότι ο Μιχάλης ζήτησε το χέρι της από τον πατέρα της. Κανένας από τους δύο άντρες δε ζήτησε την άποψή της για αυτό το θέμα που την αφορούσε. Ούτε ο εκείνος την είχε ενημερώσει ότι είχε πρόθεση να την παντρευτεί, αλλά ούτε ο πατέρας της τη ρώτησε αν ήθελε αυτό το γάμο. Αλλά και να της ζητούσαν την άποψή της, μήπως ήξερε και η ίδια τι ήθελε; Η πρόταση γάμου ήταν κολακευτική, αλλά ο Πειραιάς πολύ μακρινός. Το άγνωστο ήταν τρομακτικό. Άγνωστος “γαμπρός” και άγνωστο μέρος.
Το είπε την άλλη μέρα στην Πηνελόπη η όποια ενθουσιάστηκε! Βρήκε πάλι ευκαιρία για κουτσομπολιό και το είπε σε όλες τις κοπέλες στη γειτονιά. “Να τον παντρευτείς!” της έλεγαν όλες με χαρά. Ήταν σπουδαίο γεγονός αυτή η πρόταση γάμου από το φαντάρο μέσα στη βαρεμάρα της καθημερινότητας. Σαν ιστορία από ρομάντζο περιοδικού!
Ο Μιχάλης εμφανίστηκε μετά από μερικές μέρες πάλι να φέρει νερό στη γειτονιά με άλλους φαντάρους. Ζήτησε να της μιλήσει και της είπε τι έγινε. “Ο πατέρας σου μου είπε ότι είσαι μικρή για γάμο. Για το εργοστάσιο που σε έβαλε να δουλεύεις δεν είσαι μικρή; Του το είπα και με έδιωξε από το μαγαζί του. Παντρέψου με και δε θα ξαναδουλέψεις. Θα σε φροντίζω εγώ.” Δεν του απάντησε τίποτα. Έφυγε τρέχοντας προς το σπίτι της. Ήξερε ότι αν υπήρχε έστω και μία περίπτωση να αλλάξει γνώμη ο πατέρας της, χάθηκε με αυτή την προσβολή.
Ο Μιχάλης ερχόταν συχνά στη γειτονιά με τους άλλους φαντάρους για να μοιράσουν νερό και προσπαθούσε πάντα να της μιλήσει. Τον απέφευγε ευγενικά. Μία φορά της είπε “θα πάρω την τελευταία μου άδεια πριν απολυθώ. Θα γυρίσω να πάρω το χαρτί σε 10 μέρες. Αν θέλεις να έρθεις μαζί μου να παντρευτούμε, σε 10 μέρες έλα στο λιμάνι.”. Δεν του απάντησε και έφυγε τρέχοντας προς το σπίτι της.
Τις επόμενες μέρες όταν έρχονταν οι άλλοι φαντάροι να φέρουν το νερό, συνειδητοποίησε την απουσία του και κάτι της έλειπε. Ήταν το χαμόγελό του.
Ένα βράδυ γύριζε από το εργοστάσιο και ένας φαντάρος τη σταμάτησε. Τον είχε ξαναδεί να φέρνει νερό στη γειτονιά. “Καλησπέρα. Είμαι ο ξάδελφος του Μιχάλη. Είναι μπλεγμένος στον Πειραιά. Έχει αρραβωνιαστικιά. Ντροπή του να σε κοροϊδεύει έτσι!”. Έμεινε άφωνη και έφυγε πάλι τρέχοντας όπως έκανε πάντα όταν δεν μπορούσε να διαχειριστεί τις καταστάσεις.
Την άλλη μέρα πάλι συζητήσεις με την Πηνελόπη και ερωτηματικά. Αλήθεια ήταν αυτό που είπε ο ξάδελφος του Μιχάλη; Αφού είναι αρραβωνιασμένος, τι ζητούσε από μένα; Όλα αυτά ήταν πολλά για να τα επεξεργαστεί ένα άβγαλτο κορίτσι 17 ετών. Απλά συνέχισε να πηγαίνει στη δουλειά και να κοιμάται. Να μη σκέφτεται. Φυσικά δεν πήγε στο λιμάνι.
Και τώρα, πάνω από 30 χρόνια μετά, τον είδε να οδηγεί ένα φορτηγό. Ήταν όμως αυτός; Ο οδηγός του φορτηγού δε θα την είδε. Κοιτούσε μπροστά του το δρόμο. Κι αν ήταν αυτός, θα ήθελε πολύ να μάθει πώς είχε πάει η ζωή του.
Εκείνη είχε παντρευτεί έναν άντρα από τον τόπο της, αλλά μετά από χρόνια μετακόμισαν στον Πειραιά για να βρει ο άντρας της άλλη δουλειά. Αυτό που προσπαθούσε να αποφύγει ο πατέρας της, έγινε τελικά.
——–
Πάρκαρε το φορτηγό του στην πρώτη ελεύθερη θέση που βρήκε. Ήταν στ’ αλήθεια η κοπέλα από το νησί; Μπα, δεν μπορεί! Πού να βρέθηκε εκείνη εδώ; Το μυαλό του επέστρεψε πίσω σε εκείνα τα χρόνια. Την είχε ερωτευτεί από μακριά. Χωρίς στην ουσία να τη γνωρίσει. Η εποχή και οι συνθήκες δεν το επέτρεψαν. Ήθελε όμως να την παντρευτεί και να τη σώσει. Ήταν πάντα κουρασμένη αλλά αυτό του φαινόταν συγκινητικό. Τα τεράστια μάτια της τα θυμόταν ακόμη και τα ξαναείδε και σήμερα; Και τι δεν έκανε να την πείσει να φύγει κρυφά μαζί του, αφού ο πατέρας της είχε αρνηθεί να του δώσει το χέρι της! Εκείνη δεν τον εμπιστεύτηκε.
Δεν πήγε να τον συναντήσει στο λιμάνι. Ο Μιχάλης είχε βγάλει δύο εισιτήρια και την περίμενε. Ακόμη κι όταν έφυγε το καράβι, αυτός την περίμενε. Την επόμενη μέρα το πήρε απόφαση. Έβγαλε ένα καινούργιο εισιτήριο και έφυγε. Τότε είχε στενοχωρηθεί, αλλά μετά κατάλαβε. Πώς να εμπιστευτεί η κοπέλα έναν άγνωστο; Τώρα αναρωτιόταν πώς να εξελίχθηκε η ζωή της…
———
Σούρουπο έξω από το καφενείο μέρα εξόδου των φαντάρων. Ένας ξερακιανός φαντάρος μετρούσε τα ψιλά του με απελπισία. Ήθελε να μπει για κρασί αλλά δεν του έφταναν και ο κυρ-Λάμπρος δεν έδινε ποτέ βερεσέ σε φαντάρους. Να η ευκαιρία!
“Έι νεαρέ! Είσαι άφραγκος;” τον ρώτησε.
“Ναι, μπάρμπα.”.
“Ξέρεις αυτόν τον ψηλό, τον μαντράχαλο από τον Πειραιά; Το Μιχάλη;”.
“Ναι, αμέ.”.
“Θέλει να ξελογιάσει την κόρη μου. Σε λίγο που θα γυρίζει από το εργοστάσιο, θα την πιάσεις να της πεις ότι είσαι ξάδερφός του και ότι έχει άλλη στον Πειραιά. Ό,τι πιεις απόψε κερασμένο από μένα.”.
“Έγινε!”.
———–
Δεν ξαναείδαν ο ένας τον άλλο ποτέ.
ΜΚ
