Ένα εννιάρι στο μάθημα της χημείας του πρώτου τριμήνου, ήταν η αιτία που βρέθηκε στο φροντιστήριο. Δεν είχε γράψει ποτέ κάτω από τη βάση σε κανένα μάθημα, ούτε στην πρώτη γυμνασίου, ούτε μέχρι τώρα στην δευτέρα. Ζήτησε από τους γονείς της να την γράψουν χημεία για να βοηθηθεί. Εκείνοι, πάντα, με αγώνα και δουλειά, πάλευαν να μη λείψει τίποτα στις δύο τους κόρες.
Η πόρτα άνοιξε. Αντίκρισε έναν νεαρό άντρα στηριγμένο με την πλάτη, στον τοίχο της αίθουσας, με το ένα πόδι λυγισμένο να ακουμπάει τον τοίχο και το άλλο τεντωμένο στο έδαφος, σκυμμένο πάνω από έναν μαθητή, με το αριστερό του χέρι, να του δείχνει κάτι στο τετράδιο πάνω στο θρανίο και το άλλο να ανακατεύει με τον δείκτη και τον αντίχειρά του, ένα μπουκλάκι πάνω από το μέτωπο. Ήταν τόσο χαριτωμένος, τόσο οικείος… Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε κατευθείαν στα χείλη της.
Κι όταν εκείνος σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε, ο κόσμος όλος χάθηκε. Μόνο εκείνος κι η ίδια της σε τούτη τη στιγμή. Δεν χωρούσε κανένας άλλος. Βλέμμα διαπεραστικό. Νόμιζε ότι έφτανε κατευθείαν στην ψυχή της. Πρασινομελιά τα μάτια του, με ένα βαθύ χρώμα. Της χαμογέλασε και ο χώρος φωτίστηκε. Με στραβά κάποια δόντια στην επάνω οδοντοστοιχία, το χαμόγελό του γινόταν ακόμα πιο γοητευτικό, ιδιαίτερο, μοναδικό, ξεχωριστό.
– Στέφανε, από δω η Χριστίνα, θα ενταχθεί από αύριο στην αίθουσά σου. την σύστησε ο μαθηματικός του φροντιστηρίου και ιδιοκτήτης του.
– Γειά σου Χριστίνα, είμαι ο Στέφανος. της είπε κι εκείνη σίγουρα είχε ξεχάσει ποια είναι.
– Χάρηκα… είπε με φωνή σβησμένη.
“Σίγουρα θα με πέρασε για χαζή, δεν υπάρχει περίπτωση. Καθόμουν σαν χάνος μπροστά του!” σκεφτόταν καθώς γυρνούσε σπίτι. Σε όλη τη διαδρομή προς το σπίτι της η Χριστίνα, ένιωθε μια παρουσία πλάι της. Ασυναίσθητα, άπλωσε το χέρι της. Δεν υπήρχε τίποτα για να αγγίξει. Η μοναδική συντροφιά της, η νύχτα κι ο αέρας. Η απροσδιόριστη παρουσία ακόμα δίπλα της, γύρω της, μέσα της, παντού. Ήθελε να τσιρίξει, να βγάλει από μέσα της την φωτιά που την έκαιγε.
“ΣΤΕΦΑΝΕ…!!!”
Έκλεισε το στόμα της με τα δάχτυλά της, σαστισμένη με τον ίδιο της τον εαυτό, μα δεν ήταν ικανά να συγκρατήσουν την λάβα. Μύριζε το χέρι της επίμονα, εμμονικά, ψάχνοντας το άρωμά του, από την χειραψία πριν. Αυτή η αίσθηση, το χέρι της μέσα στο δικό του, το δέρμα της να αγγίζει το δικό του, την ξεσήκωνε. Το κορμί της έτρεμε. Η ψυχή της σπαρταρούσε. Η καρδιά ανυπότακτη, χτυπούσε σε δικούς της, πρωτόγνωρους, ρυθμούς. Το μυαλό μουδιασμένο, με τη σκέψη αιχμάλωτη σ’ ένα βλέμμα, σ’ ένα χαμόγελο, σ’ ένα όνομα, στον Στέφανο. Ανάμεικτα συναισθήματα, την μπέρδευαν. Άκουγε ξανά και ξανά την φωνή του, να την αποκαλεί με το όνομά της και κάτι πετάριζε μέσα της. Τα βήματά της, βαριά, δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι, λαχταρούσε να τρέξει πίσω, να ανοίξει την πόρτα και να μείνει εκεί ασάλευτη, να τον κοιτάζει, να τον ακούει.
Ερωτεύτηκε. Για πρώτη φορά.
Μετά από μια ατέλειωτη νύχτα με τη σκέψη της να πετάει σε ‘κείνον, έφτασε η πολυπόθητη ώρα του πρώτου μαθήματος μαζί του. Θα βρίσκονταν στον ίδιο χώρο, τα βλέμματά τους θα συναντιόντουσαν, θα ανέπνεαν τον ίδιο αέρα.
Τον άκουγε συνεπαρμένη. Έβλεπε το πάθος με το οποίο τους εξηγούσε το κάθε τι. Όλο του το σώμα έπαιρνε μέρος. Είχε την ικανότητα να γράφει και με τα δύο χέρια, εξίσου καλά, με αποτέλεσμα να μην ενοχλεί ποτέ με το σώμα του την οπτική επαφή τους με τον πίνακα. Όλες οι αισθήσεις του δοσμένες στο μάθημα. Θαύμασε την μεταδοτικότητά του. Είχε καταφέρει μέσα σε λίγα λεπτά, να μετατρέψει μέσα στο μυαλό της, έννοιες που θεωρούσε κινέζικα, σε κατανοητά, απλά, πράγματα. Παρατηρούσε τα μάτια του, που έψαχναν ερευνητικά, να βρουν σημάδια αποδοχής των λόγων του από τους ακροατές του. Ανακάλυψε το χάρισμά του, να αντιλαμβάνεται πότε κάποιος δεν τον προσέχει ή όντως δεν καταλαβαίνει κάτι. Απόρησε με την υπομονή του, να εξηγεί το ίδιο πράγμα, τόσες φορές κι έμεινε έκπληκτη με την ευρηματικότητά του. Κάθε φορά χρησιμοποιούσε κι άλλο τρόπο για να το εξηγήσει. Αστείρευτος στις μεθόδους διδασκαλίας. Για κάθε μαθητή του χωριστά, ανάλογα με τις ανάγκες του, έβρισκε τα κατάλληλα λόγια για να κάνει κατανοητό αυτό που ήθελε. Καθηγητής εμπνευσμένος, χαρισματικός, φωτισμένος. Αισθανόταν τόσο περήφανη γι’ αυτόν! Τα μάτια της είχαν γεμίσει λάμψη, που πήγαζε απ’ αυτόν και προοριζόταν γι’ αυτόν.
Κάποτε όμως το μάθημα τελείωσε. Ετοιμαζόταν να φύγει, όταν της ζήτησε να περιμένει δύο λεπτά. Θα περίμενε όλη της την ζωή αν της το ζητούσε. Της είπε να μην αγχώνεται για το εννιάρι του διαγωνίσματος, να διαβάζει τα φυλλάδιά του, να τον προσέχει, ότι σύντομα όλα θα ξεκαθαρίσουν στο μυαλό της και να τον ρωτάει ό,τι μα ό,τι θέλει, όσες φορές θέλει, να μη θεωρεί καμία ερώτηση χαζή, μαζί της είπε, το εννιάρι θα το κάνουν εικοσάρι.
Τον ευχαρίστησε κι έφυγε.
Για όλα τον ευχαριστούσε. Για εκείνα που μπορούσε να αποκαλύψει και για ‘κείνα που σαν σαράκι την έτρωγαν. Για εκείνα, που ποτέ δε θα μάθαινε. Στο δρόμο για το σπίτι, σκεφτόταν την κουβέντα τους. Η φωνή του, κελάηδισμα, ηχούσε ακόμα στα αυτιά της. Μπήκε στο δωμάτιό της και ένιωθε έναν περίεργο εκνευρισμό. Δεν την χωρούσε ο τόπος. Το δωμάτιό της την έπνιγε. Μίκραινε. Συνεχώς στένευε το άλλοτε λατρεμένο δωματιάκι της. Κάτι έπρεπε να κάνει. Πήρε στυλό και χαρτί και παρέδωσε την ψυχή της.
“Δεν ξέρω πώς είναι ο έρωτας, μα αν τα χτυποκάρδια, το σφίξιμο στο στήθος, τα δάκρυα στα μάτια χωρίς λόγο, η έντονη ανησυχία, η λαχτάρα στο άκουσμα μας φωνής και η ανατριχίλα σε όλο το κορμί, σημαίνουν πως τον συνάντησα, τότε ναι! Είμαι ερωτευμένη! Γνώρισα τον έρωτα και η γεύση του είναι γλυκιά, η μυρωδιά του μεθυστική, το άγγιγμά του καταλυτικό. Ο έρωτάς μου έχει σάρκα και οστά. Έχει την μορφή σου αγαπημένε μου και ακούει στο όνομα σου… Στέφανος, Στέφανος, Στέφανος
18-11-1989″.
Κυλούσε ο καιρός. Πήγαινε πάντα πρώτη στο μάθημα. Όταν δεν υπήρχε ακόμα κανείς. Λάτρευε να τον βλέπει να κάθεται στο γραφείο του, με το τσιγάρο, ανάμεσα στον δείκτη και τον μέσο και με τον παράμεσο έπαιζε με τα μαλλιά του, χαμένος πάντα στα γραπτά μπροστά του. Πάντα η ίδια εικόνα. Ο καπνός του τσιγάρου να βγαίνει από μέσα του, με το δάχτυλό του πάντα να τυλίγεται και να ξετυλίγεται, στα κοντά, σγουρά μαλλιά του. Ήταν οι στιγμές που τον λάτρευε ακόμα περισσότερο. Τον χάζευε πάντα, εκεί, μπροστά της, τόσο όμορφο, τόσο γοητευτικό. Και περίμενε. Τον περίμενε να σηκώσει το βλέμμα του. Κάθε φορά. Να δει τα μάτια του. Τα πρασινομελιά πανέμορφα μάτια του, που γέρνουν στο σημείο που οι σχισμές ακουμπάνε τους κροτάφους κι αυτό τα κάνει να φαίνονται θλιμμένα. Όταν τελικά άφηνε τα γραπτά του και τα βλέμματα τους συναντιόντουσαν, δεν την ένοιαζε αν πέθαινε εκείνη τη στιγμή. Είχε την τύχη, να έχει όλο τον κόσμο της, μπροστά της, απέναντί της.
Όλα έγιναν όπως τα είπε εκείνος. Μαζί, στο τέλος της χρονιάς, στο τρίτο τρίμηνο, κατάφεραν κι έκαναν το εννιάρι, εικοσάρι που κοσμούσε τον έλεγχό της. Και η σχολική χρονιά τελείωσε. Το φροντιστήριο έκλεισε για καλοκαίρι. Όπως έκλεισε πολλά καλοκαίρια, που τα χρόνια περνούσαν.
Κάθε χρόνο, το τελευταίο μάθημα πριν την καλοκαιρινή σεζόν, μαρτύριο. Ρουφούσε την μορφή του, την φωνή του, την ανάσα του, μέχρι τα μύχια της ψυχής της. Από ‘κει δε μπορούσε να τις τα κλέψει κανείς. Ήταν δικά της όλα, φυλαγμένα. Η άλλοτε λατρεμένη εποχή, το καλοκαίρι, είχε μετατραπεί χρόνια τώρα σε εφιάλτη. Τι να χαρεί; Τι σχέδια να κάνει; Μακριά του, όλα χάνουν την ομορφιά τους, την αξία τους. Η μόνη της διέξοδος, να αραδιάζει σκέψεις και συναισθήματα.
Κάτι που είχε συγκρατήσει από μια ταινία, της έκαιγε το μυαλό.
“Αν σε ξανακοιτάξω, θα λύσω τα μυστήρια, αν είσαι εσύ το τίμημα, θα ξεπεράσω την οργή που ήξερα, θα βρω την γαλήνη που αναζητούσα. Θέλω να σε δω άλλη μια φορά. Όταν με κοιτάς, είμαι αυτό ονειρευόμουν να γίνω. Θέλω να σε δω άλλη μια φορά. Τα μάτια σου, δάχτυλα, που αγγίζουν το κορμί μου.
15-06-1990″.
Πολλά τα καλοκαίρια μα και οι χειμώνες που ένιωθε να σπαράζει το είναι της και συνέχιζε να αφήνεται σε μια άψυχη σελίδα που ήταν το μόνο μέσο επαφής με ‘κείνον. Μόνο με τα γράμματα, μπορούσε να εκφράσει αυτό που την έκαιγε.
“Όταν σε συνάντησα πρώτη φορά, έπαψα να είμαι ένα κορίτσι δεκατριών χρονών. Η μέχρι τότε παιδική καθημερινότητα του διαβάσματος, των στιγμών με την οικογένεια, με τις φίλες, οι βόλτες με το ποδήλατο, τα γέλια, τα πειράγματα, ο αυθορμητισμός, τελείωσαν. Σε μια στιγμή. Εκείνη την στιγμή, που χάθηκα στα μάτια σου. Εκείνη τη στιγμή που εισχώρησες στην ψυχή μου και τα άλλαξες όλα. Όλα πια ήσουν εσύ. Μόνο οι ώρες κοντά σου μου παρείχαν οξυγόνο. Μόνο εκείνες περίμενα. Μάταια όλοι προσπαθούσαν να με κάνουν να σε ξεχάσω με προτάσεις για εξόδους, βόλτες, παρέες. Ξέρω πως τους πίκραινα, πως δεν άντεχαν να με βλέπουν να μαραζώνω. Να χάνομαι. Μα τίποτα πια δεν μου έδινε χαρά. Ζούσα μόνο τις στιγμές που σε κοίταζα, που σε άκουγα, που έλεγες το όνομά μου. Θεέ, από τα χείλη σου το όνομά μου έπαιρνε αξία. Τις υπόλοιπες ώρες, απλά υπήρχα, απλά περιπλανιόμουν σε έναν άδειο κόσμο , γεμάτο ανθρώπους.
09-08-1991″.
“Σήμερα, την ώρα του μαθήματος, με ρώτησες πολλές φορές, αν προσέχω, αν παρακολουθώ. Κι εγώ αναψοκοκκινισμένη ήθελα να φωνάξω πως δεν μπορώ. Προσπαθώ αγάπη μου, προσπαθώ. Μα, είναι φορές, που πνίγομαι. Δεν μου αρκεί πια. Μεγάλωσα. Δεν είμαι το δεκατριάχρονο εκείνο κορίτσι, που η παρουσία σου του ήταν αρκετή. Πώς πέρασαν τόσα χρόνια; Δευτέρα γυμνασίου ήμουν, δευτέρα λυκείου τώρα. Πώς δεν κατάφερες ποτέ να δεις πέρα από την χημεία που μας ενώνει; Δεν ήθελες. Ή τελικά κατάλαβες και γι’ αυτό έγινες πιο τυπικός μαζί μου; Άραγε κατάλαβες ποτέ, τι έχω μέσα μου; Το βλέμμα μου πια δε μπορεί να κρύψει όλα όσα νιώθω. Κι εσύ, απόμακρος. Σα να προσπαθείς να βάλεις ένα τείχος ανάμεσα μας. Να προστατέψεις εμένα; Εσένα; Δεν θέλω να προστατευτώ, να με αφήσεις να σε αγαπώ θέλω, να στο πω θέλω, να στο δείξω. Μα δεν μου αφήνεις περιθώρια. Ούτε μια τόση δα χαραμάδα ελπίδας. Μόνη μου βασανίζομαι. Όπως μου λένε όλοι, στο μυαλό μου είναι όλα και πρέπει να σε ξεχάσω, να σταματήσω αυτήν την παράνοια. Ποιος όμως μπορεί να δει βαθιά στην ψυχή μου; Εύκολα τα λόγια.
12-03-1993″.
“Πόσο ανούσιο να αγαπάμε κάποιον και να μην το εκφράζουμε… Να ζούμε για κάποιον και να μη του το πούμε ποτέ. Κι ας μας απορρίψει. Κι ας μας κοροϊδέψει ακόμα. Θα έχει βγει από μέσα μας, θα έχουμε κάνει αυτό που ουρλιάζουν τα σωθικά μας κι ας την ποδοπατήσουν την αγάπη μας κι ας πετάξουν στα σκουπίδια την καρδιά μας. Μετανιώνω. Που έγινα δέσμια της δειλίας μου και δεν σου είπα ποτέ πόσο σ’ αγαπώ. Δεν σου είπα ποτέ ότι είσαι η αρχή και το τέλος μου, ο λόγος ύπαρξής μου. Όλοι θεωρούσαν ένα καπρίτσιο τα αισθήματά μου, το κλασσικό σύνδρομο μαθήτριας – καθηγητή και οι ψευτοέρωτες που φούντωναν στα μυαλουδάκια των κοριτσιών.
Δεν θυμάμαι πια τον εαυτό μου κορίτσι. Μεγάλωσα απότομα, για να μπορώ να σταθώ δίπλα σου. Δεν έκανα τίποτα της ηλικίας μου, για να ‘ρθω πιο κοντά σου. Να με προσέξεις, να με πάρεις στα σοβαρά. Και να ‘μαι, απόφοιτη λυκείου, αποτυχημένη, αφού δεν κατάφερα να περάσω στο χημικό και να σε κάνω περήφανο. Και μόνη. Τόσο μόνη! Δεν θέλω κανέναν. Ούτε γονείς, ούτε φίλους, αφού δεν έχω εσένα. Πώς θα ζήσω χωρίς να σε βλέπω; Τι να την κάνω την ζωή;
20 – 08 – 1994″.
“Την μαμά μου λυπάμαι, που με βλέπει να βυθίζομαι στις σκέψεις μου, να με τραβάει η κινούμενη άμμος προς τα έγκατα της θλίψης.
Με παρακαλάει να βγω, να διασκεδάσω.
Εγώ μόνο δουλεύω. Στη δουλειά, το μυαλό ξεφεύγει και μετά πάλι προγραμματισμένο σε σένα. Πόσες νύχτες βλέπω στο όνειρό μου ότι κάνουμε έρωτα. Ότι είσαι δικός μου. Ότι φιλάω τα χείλη σου, κοιτώντας σε στα μάτια. Φοβάμαι να τα κλείσω. Αν τα κλείσω θα χαθείς. Θα ξυπνήσω και η αγκαλιά μου θα είναι άδεια, όπως τόσα χρόνια. Και πάντα χάνεσαι. Γιατί ήσουν πάλι, απλά ένα όνειρο…
13 – 10 – 1996″
“Πέφτεις στο κρεβάτι να κοιμηθείς. Πρέπει να κοιμηθείς, γιατί είναι αργά, γιατί την άλλη μέρα δουλεύεις. Τα μάτια όμως δεν υπακούνε. Δεν κλείνουν. Το μυαλό δεν ηρεμεί, δεν ναρκώνεται. Στριφογυρνάς. Το σώμα, η ψυχή, το μυαλό, η καρδιά διψάνε, λαχταράνε την μυρωδιά του, την αύρα του γύρω σου, την φωνή του. Είναι η ώρα που τρελαίνεσαι. Που θέλεις να φύγεις, να πας να τον βρεις.
Πόσο μου λείπεις! Δεν έχω πια, ούτε την ψυχική δύναμη να βγω στα μέρη που συχνάζεις, στη γειτονιά σου, στο φροντιστήριο, όπως έκανα τόσα χρόνια, ψάχνοντάς σε στα κρυφά, από κάπου να σε δω, να πάρω μια τζούρα παρουσίας σου. Έχω γίνει η σκιά του εαυτού μου βυθισμένη στις μνήμες. Στα χρόνια που εσύ δίδασκες κι εγώ μάθαινα.
Στα χρόνια που με κοιτούσες κι εγώ άνθιζα.
Στα χρόνια που έψαχνα ευκαιρίες να σε αγγίξω και στο άγγιγμα αυτό πύρωνα.
07 – 05 – 1998″.
“Γυρνώντας στην πόλη, θαρρείς, κάτι με τράβηξε σε ‘κείνον τον δρόμο. Σταμάτησα, να δω την βιτρίνα με τις φωτογραφίες. Γιατί; Ποτέ δεν το είχα κάνει. Αυτό το κάτι μέσα μου, μου έδειχνε τον δρόμο. Ήσουν εκεί, στη βιτρίνα, σε μια κορνίζα, γαμπρός. Δεν ξέρω αν πέρασαν λίγα λεπτά ή κάποιες ώρες. Ο χρόνος πια, δεν είχε καμία σημασία. Καθόμουν στο πεζοδρόμιο με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια κι έκλαιγα. Εκεί, κάτω από την φωτογραφία σου. Ήσουν τόσο όμορφος! Όταν πια στέρεψαν τα δάκρυα, μπήκα μέσα στο μαγαζί, αγόρασα την φωτογραφία. Ακούς; Του γάμου ΣΟΥ. Κι ας ονειρευόμουν μια ζωή τον γάμο ΜΑΣ. Κι εκεί, δίπλα σου, νύφη, στεκόταν μια μαθήτρια σου, μικρότερή μου. Πόσο πόνο μπορεί να αντέξει το ανθρώπινο σώμα; Η ανθρώπινη ψυχή; Χιλιάδες σπασμένα κομμάτια είχε γίνει η καρδιά μου και αιμορραγούσε.
28 – 04 – 2000″.
“Δύο χρόνια, από την ημέρα που κρατώ στα χέρια μου, εσένα γαμπρό με μια άλλη δίπλα σου κι όχι εμένα, όπως ονειρευόμουν χρόνια. Προσπαθώ να διαβάσω τα μάτια σου. Ψάχνω τα σημάδια, μήπως και βρω κάτι να μου δείχνει πως δεν είσαι ευτυχισμένος. Μα τελικά δεν θέλω αυτό. Δύο δυστυχισμένοι δεν χωράμε σε αυτή την ιστορία. Πόσες φορές με το ψαλίδι στο χέρι, ήθελα να κόψω τη νύφη από δίπλα σου… Δεν το έκανα ποτέ. Έλεγα μήπως βλέποντάς το, το πάρω απόφαση. Βλέποντάς το, μήπως σε μισήσω. Πώς να γεμίσει μίσος η ψυχή μου όταν η αγάπη δεν παραιτήθηκε ποτέ; Μόνο πόνο μου προκαλεί. Αυτός δεν έφυγε ποτέ, δεν μαλάκωσε ποτέ. Με διαλύει κάθε μέρα. Σαράκι ο πόνος, που σιγοτρώει κάθε ζωντανό κύτταρο του οργανισμού και τον παραλύει…
14 – 08 – 2002″.
“Έχω πολύ καιρό να γράψω. Να αποτυπώσω τι; Σκέψεις; Όλες σβήστηκαν. Συναισθήματα; Όλα νέκρωσαν. Μνήμες; Όλες ξεθώριασαν.
Ζωντανή νεκρή. Αυτή είμαι πια.
Τίποτα γύρω μου δεν με αγγίζει.
Μου ζητούν να γελάω. Και κάνω τον παλιάτσο.
Μου ζητούν να αγαπάω. Και προσπαθώ να βρω απομεινάρια.
Μου ζητούν να ζω. Και προσπαθώ να βρω χτύπο στη καρδιά.
Τους ζητώ να με αφήσουν ήσυχη και μιλούν για κατάθλιψη.
01 – 02 – 2004″.
Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Πόσες γιορτές πέρασαν έτσι; Με την ανάγκη της στο άκουσμα της φωνής του, να της εύχεται χρόνια πολλά. Δεν έγινε ποτέ.
Ήταν κοριτσάκι κι έγινε ολόκληρη γυναίκα τριάντα χρονών. Πολλά τα χρόνια της μοναξιάς, της ερημιάς. Κουράστηκε να είναι μόνη. Βαρέθηκε να αγαπάει και να μην αγαπιέται. Ναι, μπορεί να τον μυθοποίησε, όπως της έλεγε η καλύτερή της φίλη, που προσπαθούσε να την κάνει να τον ξεχάσει τόσα χρόνια, μα έτσι έμαθε να ζει. Να κυκλοφορεί στον χώρο δηλαδή, γιατί δεν ζούσε. Δεν ήθελε να την βρουν κι αυτά τα Χριστούγεννα μόνη και απελπισμένη. Δεν το άντεχε. Εικόνες, το μυαλό της γέμισε εικόνες. Να παίρνει χάπια, να την πατάει αυτοκίνητο, να ρίχνει το αμάξι της από γκρεμό, να κόβει τις φλέβες της. Όλα γυρνάνε στο μυαλό της. Οι ίδιες σκέψεις, που είχαν θολώσει το νου της και πριν χρόνια που ήθελε να γλιτώσει από το μαρτύριο. Τότε δεν το τόλμησε. Ήταν παιδί, ο φόβος της ήταν πιο δυνατός από την απελπισία της. Τώρα δεν έχει άλλη επιλογή. Δεν υπάρχει άλλη λύση.
Μόνο να φύγει, για πάντα. Να πάει εκεί όπου δεν υπάρχει γυρισμός. Να ησυχάσει. Να λυτρωθεί. Να πάψει να θέλει, να ποθεί, να λαχταράει, να πονάει, να τον στερείται.
Θα τον κλείσει μέσα στην καρδιά της και θα τον πάρει μαζί της για πάντα. Εκεί τουλάχιστον θα είναι δικός της. Κανείς δε θα μπει ανάμεσά τους. Κανείς δε θα τους χωρίσει ποτέ. Δεν υπάρχει κανένα νόημα στο να συνεχίσει να αναπνέει δίχως εκείνον για αέρα γύρω της. Η ζωή της άρχισε στα δεκατρία της και σταμάτησε στα δεκαοχτώ της, που έπαψε να είναι μαθήτριά του, που έπαψαν να βρίσκονταν στον ίδιο χώρο. Από ‘κείνη τη στιγμή, απλά περιφέρει το σώμα της ανάμεσα στους ζωντανούς, ενώ είναι μέσα της νεκρή. Η παρουσία της στη γη, φωτίστηκε από το χρώμα των ματιών του. Αυτό το χρώμα θα πάρει μαζί της εκεί που πάει, να της χρωματίζει το απόλυτο μαύρο που θα συναντήσει. Το χρώμα των ματιών του θα φυλακίσει μέσα της, για να αντέξει την ασχήμια του μέρους που πάει. Ξέρει ότι αμαρτάνει, ότι φτύνει το δώρο του Θεού.
Έτσι, αθόρυβη, απαρατήρητη, αόρατη όπως ένιωθε πάντα, έτσι έφυγε. Γονατιστή στο δωμάτιό της, με τα δάχτυλα των χεριών της μπλεγμένα σαν σε προσευχή και ακουμπισμένα στους μηρούς της, ένιωθε το αίμα της καυτό να κυλάει στα πόδια της.
Θαρρείς και αναδυόταν το άρωμά του μέσα από το κατακόκκινο, νεανικό της αίμα. Μαζί με το αίμα της κυλάει από μέσα της και η μορφή του. Του χαμογελάει. Τρίβει τα ακροδάκτυλά της που έχουν γεμίσει αίμα και τον αγγίζει. Είναι εκεί, μες στο αίμα της και η αίσθηση είναι γλυκιά. Δεν πονάει, δεν κλαίει πια. Είναι μόνη μαζί του, οι δυο τους, στο ίδιο αίμα. Είναι ευτυχισμένη, και φεύγει μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη, ανάμεσα σε εκατοντάδες λευκές σελίδες γύρω της, τα γράμματά της. Μια ζωή, μέσα από γράμματα για ένα όνειρο, που έγινε αίμα.
“Μανούλα μου, λατρεμένη μου, συγχώρεσέ με. Όχι για την τελική μου απόφαση να φύγω, αλλά για το κακό που σου έκανα όλα αυτά τα χρόνια να με βλέπεις σε τέτοια κατάσταση. Το ξέρω πως υπέφερες μαζί μου. Πονούσες διπλά με τον πόνο μου κι αυτό είναι άδικο. Λυπάμαι που δε σου έδειξα όσο έπρεπε, όσο χρειαζόσουν, την αγάπη μου. Δεν είναι ότι δεν το ήθελα. Δεν μπορούσα. Με εξαντλούσε το δόσιμο μου σε ‘κείνον.
Ήσουν πάντα βράχος δίπλα μου, στις εκρήξεις μου, στις αδυναμίες μου, να με συμβουλεύεις, να με παροτρύνεις, να με μαλώνεις που “χαραμίζομαι”, να ψάχνεις τρόπους, λύσεις.
Σε ευχαριστώ για όλα. Για τα τριάντα χρόνια που ήσουν η μαμά μου, η καλύτερη που θα μπορούσα να έχω. Μη κατηγορήσεις κανέναν. Ούτε εσένα, ούτε εκείνον. Δεν γινόταν να χτυπάει η καρδιά μου μακριά του. Θέλω να καταλάβεις. Από σένα έμαθα να αγαπάω, να δινομαι. Εσύ μου έμαθες τον πλούτο της αγάπης. Τον αγάπησα μανούλα, πέρα από κάθε λογική, χωρίς όρια. Ξέρω, είναι δύσκολο να το καταλάβεις κι εσύ και όλοι.
Από μικρή σου έλεγα πως θέλω το παραμύθι. Ήταν το πριγκιπόπουλό μου. Δεν βρήκε το γοβάκι μου, αλλά τι σημασία έχει… Δεν αγαπάμε πάντα περιμένοντας ανταπόκριση, αλλά επειδή δε μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Στις προσευχές σου να περιλαμβάνεις κι εκείνον. Ο Θεός να σ’ έχει καλά μανούλα μου.
Δώσε την αγάπη μου, αν και καθυστερημένα, σε όλους.
Σε λατρεύω.
Χριστίνα, 02 – 12 – 2006″.
Χρυσούλα Καμτσίκη
