Για μένα γράφεις;

“Για μένα γράφεις;”, ήταν η φράση κάτω από το όνομα του Γιάννη στην φωτισμένη οθόνη του κινητού της.
Μόλις είχε γυρίσει από τη δουλειά και είχε ακουμπήσει τα πράγματά της στο πάτωμα.


Η Εβελίνα δούλευε ως γραμματέας σε μια μεγάλη πολυεθνική εταιρία, αλλά το πάθος της ήταν το μπλογκ της, όπου ξεδίπλωνε τις ιδέες της, τις σκέψεις της, τα συναισθήματά της, τις αγωνίες της, τα νέα της, τις δυσκολίες της. Κάθε πρωί ακολουθούσε την ίδια ρουτίνα. Πρωινό, καφές, μπλογκ, ντουζ, κρέμες, μεικ απ, ρούχα, αμάξι, δουλειά. Και δεν το είχε ονομάσει τυχαία “Life Update”, μιας και κάθε μέρα ενημέρωνε τους αναγνώστες της για όσα είχαν συμβεί την προηγούμενη ή τοποθετούνταν σε καθημερινά προβλήματα, και δεν ήταν λίγες οι φορές που μέσα από το λόγο της εξέφραζε την πλειοψηφία, ή τους έθετε ερωτήματα που είχαν ξεπηδήσει μέσα στο μυαλό της κατά τη διάρκεια της νύχτας και περίμενε αγωνιωδώς και την δική τους οπτική.

Αυτό ακριβώς συνέβη και το συγκεκριμένο πρωινό. Πέρασε σχεδόν όλη τη νύχτα ξάγρυπνη, εξαιτίας μιας συνάντησης. Ήπιε μια γουλιά καφέ και άρχισε να πληκτρολογεί:

“Καλημέρα, καλημέρα!
Τι σας έχω σήμερα;
“Προβληματισμούς”! Το αγαπημένο σας!
Αποφάσισα, που λέτε, χτες το μεσημέρι να μην πάρω ταπεράκι στη δουλειά και να συνδυάσω το lunch break με φρέσκο καφέ και εκείνη την αραβική με κοτομπουκιές, που τόσες μέρες γλυκοκοιτάω, στον φούρνο απέναντι από την δουλειά.
Έχω να σας πω, λοιπόν, ότι η αραβική είναι ακόμα άθικτη στο ψυγείο μου! Την είδα, την αγόρασα, δεν την έφαγα!
Γιατί;
Γιατί μόλις πλήρωσα και έφτασα στην εξώπορτα με τον καφέ στο ένα χέρι και την σακούλα στο άλλο, ήχησε στα αυτιά μου μια οικεία “Καλησπέρα” και γυρίζοντας το βλέμμα μου ολοκληρώθηκε η εικόνα.
Να μην σας τα πολυλογώ ήταν ο… ας τον ονομάσουμε Χ. Μεγάλο απωθημένο! Είχαμε γνωριστεί (πού αλλού; Μια εποχή ευθύνεται για όλες τις αμαρτίες μας!) σε καλοκαιρινές διακοπές. Κάθε πρωί στην ίδια παραλία, κάθε βράδυ στο ίδιο μπαρ. Και δώσ’ του οι πολύωροι καφέδες με συζητήσεις επί παντός και ποτά, πολλά ποτά που έριχναν τις άμυνες κι έτσι πλήθαιναν τα αγγίγματα και τα πειράγματα!
Αλλά ποτέ δεν έγινε τίποτα… Εκείνος σε σχέση, εγώ σε σχέση, είχαμε έρθει διακοπές με τους φίλους μας και να πού καταλήξαμε… Να συζητάμε νυχθημερόν και ένα άγγιγμα στο χέρι να φέρνει ανατριχίλα, λες και είμαστε μαθητούδια, αλλά οι ηθικοί φραγμοί να κρατούν καλά!
Και τώρα, περίπου πέντε χρόνια μετά, η μοίρα τα έφερε έτσι που βρεθήκαμε ξανά… Και χωρίς καθυστέρηση κανονίστηκε ποτό μετά τη δουλειά και ώρες ολόκληρες συζητήσαμε για τα νέα μας, για τα πάντα, όπως παλιά… Και μετά οι δρόμοι μας χώρισαν. Εκείνος γύρισε στην κοπέλα του – ναι, ναι εκείνη που υπήρχε στη ζωή του και τότε – κι εγώ σπίτι.
Κι έρχομαι να σας ρωτήσω τώρα…
Την αδυναμία μου να πιστέψω ξανά σε άνθρωπο την ξέρετε! Την ηθική μου την γνωρίζετε πολύ καλά! Το απωθημένο που ξύπνησε σαν τέρας μέσα μου, πώς το δαμάζουμε;
Για γράψτε μου στα σχόλια… Σας έχει τύχει κάτι παρόμοιο; Έχετε απωθημένα; Πώς τα κατευνάζετε; Τι θα κάνατε;
Με αγάπη,
Urban girl”

Κοίταξε για λίγο την οθόνη του λάπτοπ και την κατέβασε. Ένιωσε μια ανακούφιση που μπόρεσε να τα βγάλει από μέσα της και τώρα περίμενε την λυτρωτική τοποθέτηση των αναγνωστών! Ετοιμάστηκε και πήρε τον δρόμο για το γραφείο.


Πρέπει να είχαν περάσει περίπου 10 λεπτά που η Εβελίνα είχε ανοίξει και κοίταζε το μήνυμα στο κινητό της. Τα χέρια της είχαν ιδρώσει και το στόμα της ήταν στεγνό. “Καλά αυτός από πού ξέρει ότι έχω μπλογκ; Πού ξέρει ότι είμαι εγω; Αφού υπογράφω με ψευδώνυμο! Δεν του το ανέφερα καν χτες! Τι θα του πω τώρα; Α ρε Εβελίνα που δεν κρατάς το στόμα σου κλειστό!” είπε δυνατά και έκατσε στην καρέκλα που ήταν πίσω της.

Μετά από αρκετά λεπτά διαπίστωσε ότι είχε παρατήσει τα ψώνια στο πάτωμα και ότι δεν είχε βγάλει καν τα παπούτσια της.
Άφησε το κινητό στην άκρη, ανασυγκροτήθηκε και έκανε τις δουλειές που έπρεπε.
Μπήκε για ένα μπάνιο και βγαίνοντας είχε ετοιμαστεί και το βραδινό της. Άλλαξε και φτάνοντας στο σαλόνι, προκειμένου να ανοίξει το λάπτοπ και να χαθεί μέσα στα μηνύματα των ακολούθων της, αναζητώντας την λύση στο πρόβλημά της, που ξαφνικά είχε γιγαντωθεί με το εν λόγω μήνυμα, χτύπησε το κουδούνι της κάτω πόρτας.
“Λάθος θα κάνουν, δεν περιμένω κανέναν”, σκέφτηκε και έκατσε στον καναπέ.
Αλλά ο ήχος ακούστηκε ξανά και τότε θυμωμένη πήγε προς το θυροτηλέφωνο.
Και τι να δει; Ο Γιάννης!

Έκλεισε με το χέρι το στόμα της και κοίταζε με μάτια γουρλωμένα την μορφή του στην οθόνη. Μετά και τον τρίτο χτύπο πήρε την απόφαση, αν και κάπως διστακτικά, να πατήσει το κουμπί. Κι εκείνος έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Στα δύο λεπτά που μεσολάβησαν μέχρι να φτάσει στον όροφο, πρόλαβε να πετάξει την πετσέτα από τα μαλλιά της και να κλείσει την πόρτα του υπνοδωματίου, που όλα ήταν ακατάστατα.

Όταν έφτασε πίσω από την πόρτα και κοίταξε από το ματάκι, εκείνος περίμενε απ’ έξω. Παραδόξως υπομονετικά αυτή τη φορά.
– Γεια σου Γιάννη… Εμ… Πέρασε, είπε και του έκανε νόημα με το χέρι να μπει.
– Καλησπέρα., είπε κοφτά και μπαίνοντας έβγαλε τα παπούτσια του στην είσοδο, γιατί πρόσεξε πως εκεί έχει αφήσει και η Εβελίνα τα δικά της.
– Να κάτσω;, συνέχισε
– Ναι βέβαια.

Ο Γιάννης έκατσε στην άκρη του καναπέ και το βλέμμα του έπεσε πάνω στο ανοιχτό λάπτοπ
– Σε διακόπτω από κάποια δουλειά;
– Όχι καλέ, να, μόλις είχα κάνει ένα μπάνιο και θα καθόμουν να τσιμπήσω κάτι και να δω καμιά ταινία…, είπε όλο αμηχανία η Εβελίνα και έκλεισε το λάπτοπ. Ωστόσο, μάζεψε όσο θάρρος της είχε απομείνει και ρώτησε: Αλήθεια, τ κάνεις τέτοια ώρα εδώ;

Ο Γιάννης χαμογέλασε, με εκείνο το χαμόγελο που την έκανε να ανατριχιάζει, γιατί ήταν σίγουρη για το ποιες σκέψεις κρύβονταν από πίσω και της απάντησε με μια ερώτηση:
– Για μένα γράφεις; Στο μπλογκ…

Η Εβελίνα ξεροκατάπιε, αλλά αποφάσισε να κινηθεί στο ίδιο μοτίβο.
– Από πού ξέρεις για τη σελίδα μου;
– Σε διαβάζει εδώ και χρόνια η Μαργαρίτα. Όταν κάτι από αυτά που γράφεις της αρέσει πολύ μου το διαβάζει. Έτσι έγινε και σήμερα το πρωί.
– Και πώς κατέληξες στα παραπάνω συμπεράσματα;, ρώτησε προσπαθώντας να κρατήσει την ψυχραιμία της
– Πολύ θέλει; Είσαι τόσο περιγραφική, που από τη σκηνή στον φούρνο μέχρι την πενταετία που μας χώρισε και την αναφορά στο καλοκαίρι μας, μάς φωτογράφισες.
– “Μας”;, ρώτησε με εμφανή θυμό στο βλέμμα η Εβελίνα. Τόσο άνετα χρησιμοποιείς εσύ αυτή τη λέξη;
– Μα εμάς τους δύο δεν αφορά;
– Κάνεις λάθος!, φώναξε. Εμένα αφορά! Εμένα και…
– Και τι;, είπε δυνατά και σηκώθηκε όρθιος
– Και εκείνο το καλοκαίρι… Και τα 5 χρόνια που μεσολάβησαν και έψαχνα να βρω έναν άντρα σαν εσένα, ακριβώς σαν εσένα, γιατί ήξερα ότι εσύ δεν θα με πληγώσεις όπως έκαναν οι άλλοι. Κι όμως άθελά σου το έκανες χτες… Όταν μου είπες για τη συγκατοίκηση με την κοπέλα που άκουγα και τότε… Τι τυχερή! Κατάλαβες τώρα τι αφορά;, ολοκλήρωσε, ξεφύσηξε και έκατσε στο πάτωμα. Ήθελε να κλάψει, να το βγάλει από μέσα της, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνει μπροστά του. Ήδη του είχε εξομολογηθεί τόσα!

Ο Γιάννης την πλησίασε και ακούμπησε τις παλάμες του πάνω στα γόνατά της.
– Γιατί;

Η Εβελίνα σήκωσε το βλέμμα της
– Γιατί τι;
– Γιατί δεν μου μίλησες τότε;
– Θα άλλαζε κάτι;
– Όλα!
– Άσε μας ρε Γιάννη!, είπε γεμάτη αγανάκτηση και έκανε να σηκωθεί
– Δεν θα πας πουθενά! Εσύ μίλησες! Ήρθε η σειρά μου τώρα! Είναι δυνατόν να ανακαλύπτω μέσα από ένα σάιτ και μάλιστα τυχαία ότι η κοπέλα που χαράκτηκε στο μυαλό μου πριν τόσα καλοκαίρια νιώθει το ίδιο; Γιατί δεν μου μίλησες; Ακόμα και χτες; Εκείνο το αναθεματισμένο καλοκαίρι μας κράτησε χώρια. Αποφασίσαμε, λανθασμένα, να βάλουμε τους άλλους πάνω από εμάς. Χτες…;, τη βομβάρδισε με ερωτήσεις και έμεινε με μια απορία στο βλέμμα να την κοιτάζει

Όση ώρα μιλούσε, η Εβελίνα είχε αλλάξει πόσες εκφράσεις! Καθετί που άκουγε ήταν και κάτι που το θεωρούσε αδύνατο να βγει από το στόμα του Γιάννη. Ωστόσο, προέβαλλε για μια ακόμη φορά τη λογική και απάντησε:
– Ακούς τι λες; Ήδη ένιωθα άσχημα για την κοπέλα σου που την κοροϊδεύαμε πίσω από την πλάτη της. Τέλος πάντων, ήταν λάθος. Συγνώμη. Μπορείς να φύγεις τώρα.
– Όλο βλακείες λες!, είπε και τη φίλησε.

Η Εβελίνα δεν μπόρεσε να κρατήσει άλλο υψηλά τις άμυνές της.
Το φιλί διήρκησε αρκετά. Σαν να προσπαθούσαν να αναπληρώσουν όλο τον χαμένο χρόνο.
Όταν πια τα χείλη τους χωρίστηκαν, δεν είπαν τίποτα.
Έπρεπε να αναπληρώσουν τον χαμένο χρόνο. Και αυτή η στιγμή τους ήταν η ευκαιρία τους.

Ο Γιάννης πήρε την πρωτοβουλία και έβγαλε την μπλούζα της Εβελίνας. Το κορμί της ήταν γυμνό…”Μυρίζεις καρύδα. Όπως τότε…”, της είπε και ακουμπώντας τα χέρια της στον τοίχο πίσω ξεκίνησε να την φιλά αργά από τον λαιμό ως την κοιλιά. Η Εβελίνα αφέθηκε στα χέρια του. Κάθε του άγγιγμα, κάθε φιλί, ακόμα και όταν έκαναν έρωτα, όλα ήταν όπως τα είχε φανταστεί.

– Επιτέλους σε ένιωσα!, είπε και ξάπλωσε δίπλα του
Ο Γιάννης την πήρε αγκαλιά και τη φίλησε στο μέτωπο. “Είσαι ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί. Δεν έχω ξανανιώσει τέτοια χημεία με γυναίκα. Τέλειος συνδυασμός με τις πολύωρες μας συζητήσεις!” ,είπε και γέλασε

Η Εβελίνα σοβάρεψε και αποτραβήχτηκε από την αγκαλιά του. Έκατσε απέναντί του με το σεντόνι περασμένο γύρω της.
– Να το πάλι το ‘μας’! Αφού τώρα θα ντυθείς και θα πας στη νόμιμή σου σχέση, εμείς οι δυο πού χωράμε;
– Και ποιος σου είπε ότι δεν θα τα τινάξω όλα στον αέρα; Για ΕΜΑΣ είμαι έτοιμος για όλα!, της απάντησε με αρκετά σοβαρό ύφος
– Θα διαλύσεις μια σχέση χρόνων έτσι;
– Έτσι’ το λες εσύ αυτό; Η αφορμή και η αιτία είναι μπροστά μου. Γιατί να βάλω πάλι τους άλλους πάνω από εμένα; Γιατί να συμβιβαστώ; Αυτό το λάθος έκανα τόσα χρόνια. Ακόμα και όταν σε είδα, πριν καν σου μιλήσω, καταπιέστηκα. Όχι πια! Με οποιοδήποτε κόστος!

Η Εβελίνα τον κοίταζε βουρκωμένη. Ένιωθε τόση ευγνωμοσύνη που αυτός ο άντρας βρέθηκε και πάλι στο δρόμο της και μάλιστα ήταν έτοιμος να τα αφήσει όλα πίσω για εκείνη.

– Πήγε 7 η ώρα. Πρέπει να φύγω…, είπε ο Γιάννης και άρχισε να ντύνεται. Για μια στιγμή όλα τα όνειρα της Εβελίνας έγιναν κομμάτια. “Πού πάει;”, σκέφτηκε και απλά το βλέμμα της ακολουθούσε τις κινήσεις του.
– Σε μια ώρα θα είμαι πίσω., συνέχισε και η Εβελίνα ανοιγόκλεισε τα μάτια της, σαν να μην καταλαβαίνει τι συμβαίνει
– Τι νόμιζες; Ότι φεύγω; Πάω να ξεκαθαρίσω τα πράγματα και θα έρθω να φάμε μαζί πρωινό. Να με περιμένεις ε!, της είπε, τη φίλησε και έφυγε.

Η Εβελίνα με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπο σηκώθηκε να συμμαζέψει το σαλόνι. Όσο, όμως, συγύριζε άσχημες σκέψεις άρχισαν να τριγυρίζουν στο μυαλό της. “Τι πήγα κι έκανα; Θα καταστρέψω τη ζωή μιας κοπέλας γιατί εγώ ερωτεύτηκα τον Γιάννη;” , μονολογούσε κάθε τόσο και κοντοστεκόταν

Όσο η Εβελίνα προσπαθούσε να δαμάσει τα διττά της συναισθήματα, ο Γιάννης είχε ήδη φτάσει σπίτι του. Δεν πρόλαβε να ξεκλειδώσει και πίσω από την πόρτα τον περίμενε η Μαργαρίτα. Με πολλά νεύρα!
– Ελπίζω να έχεις μια πολύ καλή δικαιολογία!, του είπε αυστηρά
– Δεν έχω καμία δικαιολογία. Κάτσε να σου πω δυο πράγματα γιατί θα πρέπει να πάω και στην υπηρεσία.
– Άρα δεν ήσουν στη δουλειά! Καλά το κατάλαβα!, είπε ενώ κουνούσε υστερικά τα χέρια της πάνω κάτω
– Κάτσε σου είπα, σε παρακαλώ…, της είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε ο Γιάννης
– Προτιμάω να κάτσω όρθια!, επέμενε εκείνη
– Όπως θες. Λοιπόν, άκου Μαργαρίτα… Τα πράγματα μεταξύ μας δεν πάνε καλά εδώ και καιρό…
– Εδώ και καιρό; Από εκείνο το καλοκαίρι με τους φίλους σου στη Χαλκιδική έχουν αλλάξει όλα κι εγώ κάνω υπομονή…
– Κι εγώ έκανα υπομονή. Και παραχωρήσεις. Και υποχωρήσεις. Αλλά δεν πάει άλλο. Δεν αντέχω να σε κοροϊδεύω άλλο…
– Τι εννοείς;, ρώτησε με γουρλωμένα μάτια η Μαργαρίτα
– Εδώ που ήρθαν τα πράγματα, οφείλεις να τα ξέρεις όλα…
Και ξεκίνησε μια μαρτυρική, για την Μαργαρίτα, αφήγηση της πρώτης γνωριμίας του με την Εβελίνα μέχρι και το χθεσινοβραδινό συμβάν. Αποσιωπώντας φυσικά το όνομα και την πληροφορία του μπλογκ.

Ολοκληρώνοντας, η Μαργαρίτα δεν απάντησε τίποτα. Του έριξε ένα δυνατό χαστούκι, μάζεψε τα πράγματά της όσο πιο γρήγορα μπορούσε και μέσα σε λίγες ώρες έφυγε.
Μια και καλή. Από το σπίτι και από τη ζωή του Γιάννη.

Είχε φτάσει μεσημέρι.
Η Εβελίνα είχε πάει με κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα στη δουλειά, αφού ο Γιάννης δεν εμφανίστηκε για το πρωινό, όπως της υποσχέθηκε. Δεν τόλμησε, βέβαια, να τον πάρει τηλέφωνο. Όλα ήταν μπερδεμένα στο μυαλό της.
Τότε συνειδητοποίησε ότι δεν είχε γράψει στο μπλογκ της σήμερα κι έτσι αποφάσισε να κάνει το διάλειμμά της. Έκατσε σε μια καφετέρια απέναντι από το γραφείο, ενεργοποίησε το λάπτοπ και άνοιξε τη σελίδα της. Τα μηνύματα σχετικά με το χθεσινό ποστ ήταν ατελείωτα. Προτίμησε να τα διαβάσει και να απαντήσει στον καθένα ξεχωριστά άλλη στιγμή. Προς το παρόν είχε την ανάγκη να γράψει.

“Καλησπέρα, καλησπέρα.
Μεσημεριανό το κορίτσι σας σήμερα, μιας και χτες βράδυ έζησε ένα όνειρο. Αλήθεια, πιστεύετε στα όνειρα;…”

Τη σκέψη της διέκοψε μια ερώτηση “Φρέντο εσπρέσσο σκέτο, καλά δεν θυμάμαι;”
– Γιάννη;, αναφώνησε, πετάχτηκε και τον πήρε αγκαλιά
Εκείνος την έσφιξε δυνατά.

– Άργησα, μα ήρθα. Δεν θα κάτσω πολύ. Όπως βλέπεις είμαι με τη στολή και πρέπει να πάω κι εγώ κάποια στιγμή στη δουλειά. Θα σε δω το βράδυ;
Τα μάτια της Εβελίνας έλαμπαν
– Όλα καλά δηλαδή;
– Όλα. Για εμάς. Έτσι δεν σου υποσχέθηκα;, ρώτησε και το βλέμμα του έπεσε στην οθόνη του λάπτοπ. Για μένα γράφεις;

Η Εβελίνα του γέλασε πονηρά. Τον άρπαξε από το γαλάζιο πουκάμισο και τον φίλησε με πάθος. “Θα σε περιμένω το βράδυ”, του είπε κι αυτό του έφτανε.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading