Η θυσία του…

Ο Κωστής μια γυναίκα λάτρεψε κεραυνοβόλα. Είκοσι χρονών ήταν και οι δυο το ’65, όταν περάσανε τα σκαλιά της εκκλησίας. Τυχαία βρέθηκε η Αργυρή στην ενορία του, καλεσμένη σε βάπτιση, εκείνη την Κυριακή, στον Φανό. Μόλις δυο έτη μετά, τα ξαναδιάβηκανε ως παντρεμένοι. Μελωμένος ο έρωτάς τους, άνθισε στις καρδιές τους, σαν κατακόκκινα κλαδιά κισσού που τους δένει αιώνια και τους ανυψώνει στα ουράνια. Μια ανάσα σε δυο ψυχές, τέτοιο σμίξιμο δεν συμβαίνει συχνά. Ίσως γι’ αυτό τους ζήλεψε η γη που πετάγανε πιασμένοι χέρι-χέρι και στην γέννα πάνω πήρε στην παγωμένη αγκαλιά της την Αργυρή.

Έμεινε ο Κωστής έρημος, χήρος με τα δίδυμα. Ούτε να τα δει δεν ήθελε, τα φόρτωσε στην αδελφή του. Αυτός έφευγε απ’ την φωλίτσα τους τα πρωινά και γύριζε αφού είχε νυχτώσει. Στο φως του ήλιου ό,τι αντίκριζε τον πλήγωνε, γιατί του θύμιζε εκείνην. Δεν ήθελε να τον δει κανείς, παρά τα μουγγά βουνά, πόσο πενθούσε, πόσο γοερά έκλαιγε. Γιατί του την πήρανε, πού είχε πάει, πότε θα την ξανάβλεπε, ερωτήσεις χωρίς απάντηση αντιλαλούσαν στο μυαλό του, βασανίζανε κάθε ανάσα του. Ούτε στην κηδεία της πάτησε, δεν μπορούσε να αποδεχτεί πως το χώμα θα του την έτρωγε, η αιματοβαμμένη της σάρκα θα σάπιζε θαμμένη, μαζί της και ο ίδιος, νεκροζώντανος περιφερότανε! Είχε ρέψει στα πόδια του, είχε ξεχάσει να τρώει, ίσα νερό έπινε στην πηγή στο δάσος.

Ένα βράδυ, εξαντλημένος, έχοντας φθάσει τα όριά του, αποκοιμήθηκε πάνω στην παγωμένη πέτρα. Την είδε μπροστά του σαν όραμα. Τον πλησίασε, του έπιασε τον ώμο απαλά, τον σήκωσε και του είπε: «Μην ανησυχείς, καλά είμαι εδώ, Κωστή μου. Σταμάτα να κλαις όμως, γιατί άγριο ποτάμι γίνανε τα δάκρυά σου και θα πνίξουνε εμένα και τα παιδιά μας!».

Το χάραμα που ξύπνησε, με όση δύναμη του είχε απομείνει, επέστρεψε σπίτι του. Ψωμί ξερό και τραχανά έβρασε και έφαγε να ζεστάνει το στομάχι του. Μόλις συνήλθε, πήγε στης αδελφής του. Πήρε τα δυο μωρά του και δεν τα αποχωρίστηκε ποτέ ξανά, τον Τζώρτζη και την Αμέρσα του. Αυτός τα ανέθρεψε, σαν μάνα και σαν πατέρας. Δεν τους έλειψε τίποτα. Όλο το χωριό είχε να το λέει, τον θαύμαζε πώς στάθηκε κερί αναμμένο. Ειδικά όταν η 20χρονη κόρη του, στον προτελευταίο χρόνο σπουδών, γύρισε με την κοιλιά τούρλα. Ούτε την ρώτησε λεπτομέρειες, ο «δράστης» είχε εξαφανιστεί. Ο Κωστής παρέμεινε βράχος. Και μεγάλωσε και το πρώτο εγγόνι όσο η θυγατέρα του πηγαινοερχόταν να αποφοιτήσει την λογιστική. Ακόμα και ο γιος του, ο Τζώρτζης, που δεν στέριωνε σε δουλειά, αψύς και αθυρόστομος όπως ήταν, συνέχιζε να τον χαρτζιλικώνει. Μέχρι που έφυγε και αυτός απ’ το χωριό και σπιτώθηκε με μία στην Αθήνα. Έτσι τους είπε. Ο μπάρμπα Κωστής γνώριζε πως τον είχε παρασύρει η νύχτα και οι βρωμοδουλειές της. Είχε γλυκαθεί στο εύκολο χρήμα και όποτε ανέβαινε να τους δει είχε διαφορετικό πανάκριβο αμάξι και συντροφιά. Στον γάμο της αδελφής του, δεν λυπήθηκε έξοδα, αυτός τους πλήρωσε το ταξίδι στις Μαλβίδες.

Ο γέρος του δεν του ζήτησε ποτέ τίποτα, ούτε ήθελε, ούτε του αρέσανε οι πολυτέλειες. Φοβόταν μόνο, όποτε τον έπαιρνε τηλέφωνο τα βράδια, μην δεν του απαντήσει.

Καλοκαίρι ήταν, που μαζεύτηκαν όλοι μια Κυριακή απόγευμα στο Φανό. Η Αμέρσα, με την οικογένειά της και τα τρία της παιδιά. Τελευταίος έκανε εντυπωσιακή είσοδο στο κτήμα, ο γιος του, ο Τζώρτζης… Συνοδεία μιας πανύψηλης ξανθιάς Γεωργιανής και της πρόσχαρης μητέρας της που μιλούσε σπαστά ελληνικά. Η μέλλουσα συμπεθέρα, χαιρόταν η δόλια, πού να ήξερε πως μήνα δεν σταύρωνε με την ίδια φιλενάδα ο μπερμπάντης ο Τζώρτζης, και ας κόντευε πια τα πενήντα.

Σε ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας, η Ταμάρα ξέμεινε στον μέρος. Απ’ το δωμάτιο που νοίκιασε με την κόρη της για δυο βράδια -τόσο άντεξε η θυγατέρα της τον άστατο Τζώρτζη-κατέληξε η μάνα, μοναχιά της στο καμαράκι λίγο έξω απ’ το χωριό. Της το παραχώρησε τελικά ο Κωστής. Βγήκε χρυσοχέρα, καθάριζε σπίτια, σιδέρωνε, φρόντιζε γιαγιάδες, τους ψώνιζε, έπλεκε, αγόραζε τα φάρμακα, πάντα με το χαμόγελο. Είχε χορτάσει το χωριό απ’ τις πίτες και τα χειροποίητα γλυκά της. Πρώτος και καλύτερος πελάτης ο μπάρμπα-Κωστής, που αρνήθηκε να της πάρει ενοίκιο. Άχρηστο το είχε, η Ταμάρα το ασβέστωσε, έβαψε γαλάζια τα παντζούρια, ξεχορτάριασε το παρτέρι, φύτεψε και τα χρυσάνθεμά της, ομόρφυνε ο τόπος. Μαζί και η ζωή του Κωστή σαν αχτίδα που τρύπωσε στην γρύλια του!

Λίγο πριν κλείσει τα ογδόντα, ξανάνοιξε η καρδιά του, που δε γνωρίζει από ηλικίες, στεγανά και περιορισμούς. Διστακτικά τα πρωινά, κατέβαινε στο καμαράκι και πίνανε τον πρώτο ελληνικό καφέ μαζί. Συνήθως λέγανε τα νέα της προηγούμενης. Σιγά-σιγά αρχίσανε να προγραμματίζουνε και να τρώνε μεσημεριανό παρέα. Αχ, άτιμη η συντροφικότητα, επειδή η ψυχή την διψά πιο πολύ απ’ το σώμα. Εκείνο μπορεί να αλωνίζει, να τρυγά ποίκιλα και ανούσια κορμιά, ενώ την αφήνει έρμη και νηστική. Μα σαν αυτή βρει δροσιά να χορτάσει, μεταμορφώνεται σε αδηφάγα μέλισσα, κολλά και δε φεύγει, ρουφώντας όση αμβροσία έχει στερηθεί. Άλλωστε ο έρωτας στα μάτια ξεκινά, στα σώματα ταξιδεύει, στο νου νυχτοπερπατά και αραξοβόλι βρίσκει αποκλειστικά στην σφικτή αγκαλιά μόλις οσμιστεί πίστη για πάντα!

Τρία χρόνια βαστάξανε να κρύβονται. Σε ένα κάλεσμα με παιδιά και εγγόνια, το αμολήσανε το μυστικό. Θα μένανε μαζί στο εξοχικό και θα προχωρούσανε σε πολιτικό γάμο. Χέρια βαρέσανε, στριγκλιές αντηχήσανε, πόρτες βροντήξανε πίσω τους και ξέμεινε στο τραπέζι το ζεύγος Κωστή-Ταμάρας, αφού οι δικοί τους γίνανε οι ξένοι που τους εγκαταλείψανε βίαια. Να κρατιούνται χέρι-χέρι, κοντέψανε να ματώσουνε οι φλέβες απ’ την δύναμή τους, ανάμεσα σε σπασμένα πιάτα και σκόρπια τραπεζομάντιλα στο ορθάνοικτο πατρικό. Που αν είχε φωνή, θα βούιζε για το άδικο και θα ρούφαγε μέσα του, τους απογόνους. Πριν σφραγίσει οριστικά!

Η Αμέρσα δεν θ’ ανεχόταν τέτοιο ρεζίλι. Στην ηλικία του, ερωτεύτηκε; Δεν το έπαθε στα σαράντα και τώρα ξελογιάστηκε από μια ξεβράκωτη; Να ήταν και καμιά νεαρά η Ταμάρα, θα έλεγε πως όντως ξεμωράθηκε. Αλλά τώρα, η κοτσονάτη 65άρα που ήθελε και γάμο; Πώς θα τον σπίτωνε η ξεδιάντροπη στο δικό του το καμαράκι; Τι και αν τους έδινε το πατρικό, τι να το έκαναν, δεν ήταν η περιουσία το ζητούμενο, αλλά το ξεφτιλίκι του γέρου. Η μάνα της, η Αργυρή, φάντασμα θα γινόταν να τους κυνηγήσει. Πιο έξαλλος ήταν ο Τζώρτζης, μαλλιάσανε οι γλώσσες οι φαρμακερές των αδελφών στα τηλέφωνα! Και εννοείται αυτός είχε τις κατάλληλες άκρες. Η λύση ήταν μία, την καρφώσανε και την μεθεπόμενη γύρναγε από εκεί που ήρθε, στον αγύριστο, η τρισάθλια γεροντονυφάδα!

Ο 83χρονος μπάρμπα-Κωστής βρέθηκε δυο εικοσιτετράωρα μετά απ’ τον διωγμό της Ταμάρα, στις παρυφές του βουνού. Δίπλα στην πέτρινη πηγή που τον έκρυβε και τον παρηγορούσε στα δύσκολα.

Πάλεψε από νωρίς να βρει την αγάπη, μα αναγκάστηκε να την αποχωριστεί και να θυσιαστεί για τους άλλους. Δεν είχε τα περιθώρια χρονικής αντοχής να το ξαναπράξει, δεν άξιζε πλέον για κανέναν τους. Είχε αυτοκτονήσει με την κοντόκανη καραμπίνα του.

Δεύτερος επιβαλλόμενος απ’ τους θνητούς χωρισμός σήμαινε θάνατος με επιλογή του. Απ’ το να φορέσει πάλι την αποκρουστική σφραγίδα της μοναξιάς του, προτίμησε αυτή του ελκυστικού τάφου του…

Μαρίτσα Καρά

One response to “Η θυσία του…”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading