To grinch or not to grinch

Η Άννα έριξε μια λοξή ματιά στο ρολόι και στύλωσε το βλέμμα στην οθόνη του υπολογιστή της. Εδώ και μια ώρα δεν έχει καταφέρει να γράψει τίποτα. Έξω από την πόρτα της ακούγονταν χριστουγεννιάτικα τραγούδια και δυνατά χάχανα. Ανάθεμα στους συναδέλφους της που είχαν τη φαεινή ιδέα να κάνουν μεσημεριάτικα Χριστουγεννιάτικο πάρτι στα γραφεία της εταιρείας. «Πωωω το στρουμφάκι ο Γκρινιάρης!» – η φωνή της Στέλλας, της κολλητής της, ακούστηκε στο μυαλό της. Την αγνόησε και συνέχισε να μουρμουράει για το χαζό πάρτι και τη φασαρία του που την αποσυντόνιζαν. Ευτυχώς κανείς δεν τόλμησε να την καλέσει, εκτός από μια καινούργια ηλί8ια ασκούμενη. Δεν της απάντησε φυσικά, ούτε καν την κοίταξε και αποχώρησε στραβωμένη, ενώ πίσω της αντηχούσε ένα φτέρνισμα που ακούστηκε πολύ ύποπτα σα «Grinch». Ας έλεγαν ό,τι ήθελαν, για αυτή δε σήμαινε τίποτα αυτή η ανόητη γιορτή του καταναλωτισμού, που όλοι ήταν χαρούμενοι και γέλαγαν και χόρευαν…. «Τρίχες! Δε χωνεύεις τα Χριστούγεννα γιατί χριστουγεννιάτικα σε παράτησε ο Νίκος και έφυγε στην Αμερική, ενώ εσύ ονειρευόσουν αρραβώνες κάτω από τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια!». Πάλι η φωνή της Στέλλας. Η Άννα κούνησε το κεφάλι της δεξιά και αριστερά σα να προσπαθούσε να τη διώξει. Απ’ έξω τα τραγούδια ακούστηκαν πιο δυνατά. Έκλεισε τα αυτιά της με τα χέρια της και σφράγισε τα μάτια της. Η Στέλλα χόρευε στη σκέψη της και ξαφνικά εμφανίστηκε κι αυτός… Άνοιξε αυτόματα τα μάτια της και πετάχτηκε πάνω αναστατωμένη. Έδωσε μια και έκλεισε τον υπολογιστή. Στα κομμάτια να πάει, θα έφευγε. Βούτηξε το παλτό της και την τσάντα της και βγήκε έξω σχεδόν τρέχοντας. Κανένας δεν της έδωσε σημασία, αν και στο βάθος άκουσε πάλι το γκριντζοφτέρνισμα. Μπήκε μέσα στο Polo της κι έφυγε μαρσάροντας.

Σκόπευε να πάει σπίτι, να κάνει ένα ζεστό μπάνιο και να ξεχάσει με ένα μπουκάλι κρασί πως ήταν προπαραμονή Χριστουγέννων. Στο δρόμο όμως την κάλεσε η αδερφή της.
-Στέλλα sos έμεινε το αμάξι μου! Παράτα αυτό το μπάχαλο που αποκαλείτε δικηγορικό γραφείο και έλα να μας πας στο χωριό.
-Μάλιστα. Ποιοι είστε εσείς;
-Εγώ και οι γονείς μας, ξέχασες που σου είπα θα πάμε στο χωριό;
-Ωραία να πάτε.
-Σου είπα μόλις ότι χάλασε το αμάξι μου.
-Βλακείες Μαίρη, ας σας πάει ο άντρας σου.
Η Μαίρη δε μίλησε, η Άννα την άκουσε να αναστενάζει από την άλλη άκρη της γραμμής. Και έχει δίκιο, ήξερε πολύ καλά πως ο γαμπρός της και τα ανίψια της ήταν ήδη στο χωριό.

-Άκου Άννα, ξέρω πώς δε χωνεύεις πια τα Χριστούγεννα και τα σχετικά, όμως οι γονείς μας έχουν ανάγκη να πάνε στο χωριό. Περίμεναν καιρό να φτιαχτεί το σπίτι για να περάσουμε όλοι μαζί τα Χριστούγεννα. Κάνε μου τη χάρη και μάζεψε τον καλικάντζαρο που κρύβεις μέσα σου, πέτα δυο ρούχα σε μια τσάντα κι έλα να μας πάρεις. Σε λίγες ώρες θα είμαστε εκεί, μένεις το βράδυ και φεύγεις αύριο πρωί-πρωί.
Ήταν η σειρά της Άννας να αναστενάξει. Η Στέλλα στο μυαλό της πάλι χόρευε κλακέτες.

-Εντάξει θα σας πάω. Και να ξέρεις, Grinch το λένε.
-Τι; Ποιο;
-Τίποτα, έρχομαι.

Έτσι, αντί να πίνει το κρασί της και να χαλαρώνει, η Άννα βρέθηκε να οδηγεί στην εθνική. Η ατμόσφαιρα στο αμάξι ήταν πολύ χαρούμενη, οι γονείς της και η Μαίρη φλυαρούσαν ενθουσιασμένοι. Οι πλημμύρες της προηγούμενης χρονιάς είχαν καταστρέψει το εξοχικό τους στο χωριό. Τώρα όμως το σπίτι ήταν πάλι έτοιμο να τους υποδεχτεί και όλοι ήταν πολύ χαρούμενοι που θα πέρναγαν τα Χριστούγεννα στο χωριό. Και η Άννα κάποτε λάτρευε να πηγαίνει στο χωριό, ειδικά αυτή την εποχή του χρόνου. «Ναι κάποτε, πριν αφήσεις αυτόν τον άχρηστο να σου ορίσει τη ζωή!», άκουσε τη Στέλλα να ψιθυρίζει στο αυτί της.

Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν έφτασαν στο χωριό. Τα ανίψια της τους περίμεναν σχεδόν στην πόρτα. Τους υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες και ενθουσιάστηκαν πολύ που είδαν την Άννα.
-Μπαμπά μπαμπά, ήρθε η θεία Άννα! Το έχασες το στοίχημα!, φώναξε ξαφνικά η ανιψιά της.
Από πίσω της ξεπρόβαλε ο γαμπρός της, ο οποίος αγκάλιασε την Άννα και τα πεθερικά του και τελευταία τη γυναίκα του.
-Απορώ πώς την κατάφερες!, τον άκουσε η Άννα να λέει καθώς την τραβούσε προς τα μέσα.

Η Μαίρη είχε γίνει σαν παντζάρι και απέφευγε να κοιτάξει την Άννα που ξεφύσαγε απηυδισμένη.
-Μα σας είπα, χάλασε το αμάξι μου!, μουρμούρισε.
Η Άννα δε μίλησε, σίγουρη πως η αδερφή της έστησε πλεκτάνη. Για λίγο έβρασε στο ζουμί της, ωστόσο το κλίμα ήταν αρκετά ευχάριστο και σύντομα ξεχάστηκε. Άλλωστε την άλλη μέρα θα έφευγε.

Ωστόσο όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί ήταν περασμένες έντεκα. Καιρό είχε να κοιμηθεί τόσες ώρες. Σηκώθηκε και κατέβηκε στην κουζίνα να ψήσει ένα καφέ και να σκεφτεί τι να κάνει. Το σπίτι ήταν άδειο. Την ώρα που έψαχνε να βρει τον καφέ και κάτι να φάει, άκουσε την εξώπορτα να ανοίγει και εμφανίστηκε η Μαίρη με δυο μεγάλες χάρτινες σακούλες με ψώνια.
-Ξύπνησες ωραία κοιμωμένη;
-Όπως βλέπεις. Οι άλλοι;
-Ψώνια, κάλαντα…
Η Άννα έφτιαξε τον καφέ της και την χάζευε καθώς μάζευε τα πράγματα.

-Α δε σου πα…, είπε ξαφνικά η Μαίρη δήθεν αδιάφορα, ξέρεις ποιος είναι εδώ; Εκείνη η οικογένεια που κάναμε παρέα, που είχαν ένα γιο… Δεν ξέρω αν τον θυμάσαι.
Φυσικά και τον θυμόταν. Και η Μαίρη το ήξερε πολύ καλά.
-Να δεις πώς τον έλεγαν…, το χαβά της η Μαίρη.
«Πίσω από τις λέξεις κρύβεται ο Αλέξης» φώναξε στο μυαλό της η Στέλλα χαμογελώντας πονηρά. Ναι, Αλέξη τον έλεγαν και η Άννα τον θυμόταν γιατί ήταν η πρώτη της αγάπη. Αυτή δεκαπέντε και αυτός δεκαέξι, στραβάδια και οι δυο, ατσούμπαλη και παχουλή αυτή με σιδεράκια, ψηλόλιγνος σκελετός αυτός με γυαλιά. Είχαν φιληθεί και χαϊδευτεί πίσω από όλα τα δέντρα του χωριού. Αλληλογραφούσαν όλο το χειμώνα, αυτή Αθήνα αυτός Θεσσαλονίκη και περίμεναν το καλοκαίρι. Αρρώστησε όμως ο πατέρας του και δε βρέθηκαν. Και σιγά-σιγά χάθηκαν. Το επόμενο καλοκαίρι βρήκε την Άννα πιο λεπτή, χωρίς σιδεράκια και τα αγόρια άρχισαν να την περιτριγυρίζουν. Και ο Αλέξης ξαναήρθε, πάντα ψηλόλιγνος και με γυαλιά. Ο πατέρας του είχε πεθάνει και καθόταν στα δέντρα που είχαν κάποτε χαράξει τα αρχικά τους και την κοιτούσε με εκείνα τα μεγάλα μπλε μάτια του όλο θλίψη. Είχε ωραία μάτια ο Αλέξης, η Άννα όμως δε νοιαζόταν πια. Την ενδιέφεραν μόνο τα γυμνασμένα άμυαλα ομορφόπαιδα όπως… όπως αυτός τέλος πάντων. «Πες το επιτέλους, πες το όνομά του! Τι φοβάσαι, μην εμφανιστεί σαν το σκαθαροζούμη;», η Στέλλα πάλι. Η Άννα την αγνόησε. Τελείωσε βιαστικά τον καφέ της και σηκώθηκε. Ίσως ήταν ώρα να επανορθώσει κάποια πράγματα.

-Λέω να πάω μια βόλτα, είπε στην αδερφή της που την κοίταξε απορημένη
– Νόμιζα θα έφευγες.
– Εεε, ναι…, η Άννα μάσησε τα λόγια της, εεε αφού με κουβαλήσατε ας δω λίγο και το χωριό…
Η Μαίρη δεν σχολίασε, την κοίταξε χαμογελώντας και κούνησε τους ωμούς τους. Η Άννα ανέβηκε στο δωμάτιο της και άλλαξε.

Το κρύο ήταν τσουχτερό, όμως ήταν τόσο όμορφα! Η Άννα τύλιξε το κασκόλ γύρω από το λαιμό της και χάζεψε το τοπίο. Γιορτινές γιρλάντες και στολίδια τυλιγμένα παντού, σε δέντρα και φανοστάτες. Και τα παιδιά φορώντας κόκκινα σκούφια να τρέχουν σε ομάδες από πόρτα σε πόρτα με τα τρίγωνα στα χέρια. Χαρούμενες φωνές παντού και το χιόνι που είχε αρχίσει να πέφτει τα έκανε όλα πιο ατμοσφαιρικά. Είχε ξεχάσει πόσο απολάμβανε την παραμονή των Χριστουγέννων και τα Χριστούγεννα γενικότερα. «Ε, έχουμε δουλειά!», φώναξε η Στέλλα στο μυαλό της. Η Άννα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Ok, εντάξει ήθελε κι αυτή να δει τον Αλέξη, αλλά τι βλακείες ήταν τώρα αυτές; Τι θα έκανε δηλαδή; Θα έψαχνε το σπίτι του και θα εμφανιζόταν στην πόρτα του; Όχι βέβαια! Και ξαφνικά τον είδε. Ψηλόλιγνος, πάντα με τα μυωπικά του γυαλιά. Ίσως λίγο πιο γεροδεμένος. Από το χέρι του κρατούσε ένα μικρό κοριτσάκι με καταγάλανα μάτια. “Γaμwτο!”, σκέφτηκε η Άννα, “τρέχα φύγε, πριν εμφανιστεί καμία τρελαμένη σύζυγος από πίσω!”. Δεν πρόλαβε. Έπεσε το βλέμμα του πάνω της. Και πάγωσε. Κι αυτή πάγωσε, ανατρίχιασε ολόκληρη, βυθίστηκε στο απίθανο γαλανό του βλέμμα. Την πλησίασε, τραβώντας μαζί του τη μικρή.
-Δεν το πιστεύω! Άννα εσύ;
-Ολόκληρη! κατάφερε να ψελλίσει.
-Άννα σε λένε; πετάχτηκε η μικρή. Εγώ είμαι η Μάρθα, και αυτός ο μπαμπάς μου ο Αλέξης. Δεν έχω μαμά, πέθανε όταν ήμουν μωρό, δε τη θυμάμαι μη στεναχωριέσαι, ψάχνουμε καινούργια. Πάμε στην πλατεία στον Άη Βασίλη, θες να έρθεις μαζί μας;
Ο Αλέξης είχε γίνει κατακόκκινος με αυτό το παραλήρημα. Η Μάρθα συνέχιζε να κοιτάει την Άννα με ανυπομονησία, μέχρι που έγνεψε καταφατικά.
– Γιούπι! φώναξε η μικρή και ξεχύθηκε στην πλατεία.
Την ακολούθησαν αμίλητοι μέχρι που χάθηκε στην τέντα του Άη Βασίλη. Έκατσαν δίπλα σε ένα καφέ να την βλέπουν.

-Αλήθεια έλεγε η μικρή, αν αυτό σκέφτεσαι, είπε Αλέξης χωρίς να την κοιτάει. Με τη γυναίκα μου γνωριζόμασταν 2 χρόνια όταν έμεινε έγκυος. Παντρευτήκαμε φυσικά, αλλά δεν κράτησε πολύ. Πέθανε στη γέννα, είχε ανεύρυσμα και δεν το ήξερε.
-Λυπάμαι πολύ…, είπε η Άννα και το εννοούσε.
-Δεν έχει τόση σημασία πια. Μείναμε οι δύο μας, είναι το φως της ζωής μου.
Τα μάτια του βούρκωσαν ενώ μιλούσε. Η Άννα αυθόρμητα έβαλε το χέρι της πάνω στο δικό του. Δεν το τράβηξε, το κράτησε σφιχτά και της χαμογέλασε.
-Δεν έχεις αλλάξει καθόλου Άννα. Φαντάζομαι όμως τώρα θα είσαι μεγαλοδικηγόρος.
Η Άννα γέλασε.
-Ε όχι μεγαλοδικηγόρος, αλλά κάτι κάνουμε. Εσύ μεγαλογιατρός της Θεσσαλονίκης;
-Γιατρός σκέτος της Αθήνας. Μετακομίσαμε μαζί με τη Μάρθα και τη μητέρα μου όταν χήρεψα, συμπλήρωσε, απαντώντας στο ερωτηματικό της βλέμμα. Εσύ παντρεμένη;, τη ρώτησε μετά από μια μικρή παύση. Σε είχα δει με έναν τύπο εδώ πριν λίγα χρόνια.
-Τον τύπο τον λέγανε Νίκο και με παράτησε πριν δύο χρόνια για να κάνει τη ζωή του. Χριστουγεννιάτικα. Κυριολεκτικά κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, ενώ εγώ περίμενα πρόταση γάμου.

Ουφ, το είπε! Επιτέλους το είπε! Η Στέλλα χόρευε ξέφρενα στο μυαλό της. Πήρε μια ανάσα και συνέχισε.
-Τα λάτρευα τα Χριστούγεννα, ίσως το θυμάσαι. Και ο Νίκος μου τα διέλυσε. Όχι μόνο γιατί με άφησε. Βλέπεις, είχα μια φίλη κολλητή, τη Στέλλα, ίσως στην είχα αναφέρει. Από παιδιά ήμασταν μαζί. Πέθανε σε τροχαίο όταν ήμασταν εικοσιπέντε. Κι έχασα τον κόσμο. Νόμιζα ότι βρήκα πάλι κάποιον όταν γνώρισα το Νίκο. Αλλά έκανα λάθος. Και τώρα, μη γελάσεις, νομίζω ότι η Στέλλα ζει πια μέσα στο μυαλό μου.
Ο Αλέξης έσφιξε το χέρι της που κρατούσε ακόμα μέσα στο δικό του.
-Όσοι αγαπάμε μένουν μέσα μας για πάντα.
Τα μάτια της Άννας είχαν βουρκώσει. “Συγγνώμη…” άρχισε να λέει αλλά δεν πρόλαβε. Ήρθε κοντά τους τρέχοντας η Μάρθα.
-Μπαμπά η κυρία εδώ λέει πώς είναι αδερφή της κυρίας Άννας. Και μας καλεί σπίτι της να φάμε.

Η Μαίρη εμφανίστηκε πίσω από τη Μάρθα. Έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στα χέρια τους που ήταν ακόμα πλεγμένα.
-Ναι καλά τα λέει η μικρή. Και τον μπαμπά σου ξέρω. Τι κάνεις Αλέξη;
-Μια χαρά Μαίρη, ευχαριστώ.
-Λοιπόν τι λες; Η πρόσκληση ισχύει. Να θυμηθούμε τα παλιά.

Ο Αλέξης δίστασε για λίγο. Γύρισε και κοίταξε την Άννα που φαινόταν μπερδεμένη. Προς στιγμή την ένιωσε να πηγαίνει να τραβήξει το χέρι της, έπειτα κάτι άλλαξε, το βλέμμα της έμοιαζε να χάνεται στο δικό του και ύστερα έσφιξε το χέρι του.
-Ναι θα έρθουμε! είπε, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από την Άννα.

Κανείς δε μίλησε για λίγο, σα να ένιωθαν κάτι μαγικό να συμβαίνει καθώς στροβιλιζόταν γύρω τους το χιόνι και ακούγονταν τα κάλαντα. Έπειτα η Μάρθα άρχισε να χοροπηδάει χαρούμενη τσιρίζοντας «Ναιιιι! Τα καλύτερα Χριστούγεννα του κόσμου!», η Μαίρη είπε ένα «λοιπόν πάμε…» και ο Αλέξης σηκώθηκε κρατώντας την Άννα ακόμα από το χέρι. Προχώρησαν βιαστικά προς το σπίτι γιατί το κρύο πια έτσουζε. Μπαίνοντας μέσα, η Μαίρη έτρεξε στην κουζίνα να ολοκληρώσει το φαγητό. Η Μάρθα κοίταγε μια την Άννα, μια τον πατέρα της, χοροπηδώντας από το ένα πόδι στο άλλο.
-Πάω να βοηθήσω κι εγώ, είπε ξαφνικά, και εξαφανίστηκε.

Για λίγο έμειναν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλο. Έπειτα ο Αλέξης την τράβηξε απαλά στην αγκαλιά του και την έφερε δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο.
-Πριν μιλούσαμε για όσα έχουμε χάσει και για όσα μας έχουν πληγώσει. Τι θα έλεγες να χτίσουμε καινούργιες αναμνήσεις;, της είπε δείχνοντας το γκι που είχε κρεμάσει η ανιψιά της στο δέντρο. Και πριν προλάβει η Άννα να αντιδράσει, τα χείλη του ακούμπησαν τα δικά της και χάθηκε στο φιλί του που ξύπνησε όλες τις εφηβικές της αναμνήσεις. Η Στέλλα χαμογέλασε στο μυαλό της όλο αγάπη. Έπειτα έστειλε ένα φιλί, πήρε το Grinch αγκαζέ και χάθηκαν στην αιωνιότητα τραγουδώντας τα κάλαντα.

ΕΠ

One response to “To grinch or not to grinch”

  1. Πολύ γλυκιά χριστουγεννιάτικη ιστορία! Μπράβο σας.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading