Η μάσκα κοιτούσε σιωπηλή από το σκονισμένο ράφι του παλαιοπωλείου. Οι γραμμές της ήταν κομψές, περίτεχνα χαραγμένες με φύλλα χρυσού, ενώ τα βαθιά, κενά της μάτια φάνταζαν σαν να παρακολουθούσαν τους περαστικούς. Ήταν μια βενετσιάνικη μάσκα, φτιαγμένη πριν δεκαετίες, ίσως και περισσότερο, ένα αντικείμενο που κουβαλούσε σκιές και μυστικά.
Κάποτε, φορέθηκε σε ένα λαμπερό καρναβάλι στη Βενετία. Ήταν η νύχτα που οι δρόμοι πλημμύριζαν με μουσική και φωνές, όταν οι άνθρωποι κρύβονταν πίσω από μεταξωτά και φτερά για να ζήσουν όσα δεν τολμούσαν. Τότε, η μάσκα ανήκε σε μια γυναίκα με σμαραγδένια μάτια και μαύρα γάντια που έκρυβαν τα σημάδια της. Τη φορούσε όταν πλησίασε έναν άγνωστο άντρα στη γέφυρα των Στεναγμών, όπου ένα μυστικό ειπώθηκε ψιθυριστά, κι ένα φιλί έσβησε στο σκοτάδι.
Μα η μάσκα δεν έμεινε για πάντα εκεί. Τα χρόνια κύλησαν και πέρασε σε άλλα χέρια. Πουλήθηκε σε έναν Άγγλο συλλέκτη, που την κρέμασε σε έναν τοίχο γεμάτο αναμνήσεις. Εκείνος έλεγε πως τη βρήκε σε μια αγορά της Βενετίας, αλλά ποτέ δεν αποκάλυψε τι του ψιθύρισε ο γέρος που του την πούλησε. Κι όταν πέθανε ξαφνικά, λένε πως το βλέμμα της μάσκας έμοιαζε πιο σκοτεινό, πιο βαρύ.
Και τώρα, χρόνια μετά, η μάσκα περίμενε ξανά. Ώσπου μια νεαρή γυναίκα μπήκε στο παλαιοπωλείο. Τα δάχτυλά της άγγιξαν διστακτικά την ψυχρή της επιφάνεια. Κάτι την τράβηξε—ίσως η σιωπή που φώναζε ή το βάρος των ιστοριών που κρύβονταν πίσω από εκείνα τα άδεια μάτια.
«Αυτή…» ψιθύρισε. «Θα την πάρω.»
Δεν ήξερε ακόμα πως η μάσκα δεν ήταν απλώς ένα αντικείμενο. Ήταν ένα κλειδί. Ένα κάλεσμα σε χορούς που δεν είχαν τελειώσει και σε μυστικά που δεν είχαν ειπωθεί.
Κι έτσι, το παιχνίδι ξεκίνησε ξανά. Η Μαρία κράτησε τη μάσκα στα χέρια της, νιώθοντας τη δροσιά του πορσελάνινου υλικού να διαπερνά το δέρμα της. Κάτι ανεξήγητο την έκανε να ανατριχιάσει, σαν να την τύλιγε μια αόρατη σκιά.
Ο παλαιοπώλης, ένας άντρας με βαθιές ρυτίδες και μάτια που έμοιαζαν να τα έχουν δει όλα, την παρατηρούσε σιωπηλός πίσω από τον πάγκο.
«Ξέρετε…» ξεκίνησε, με φωνή βραχνή. «Αυτή η μάσκα… έχει τη φήμη ότι διαλέγει εκείνη ποιος θα την πάρει.»
Η Μαρία χαμογέλασε αμυδρά, αδιάφορη στις παλιές δεισιδαιμονίες.
«Δεν πιστεύω σε τέτοια.»
Ο γέρος έγειρε ελαφρώς μπροστά.
«Δεν είναι θέμα πίστης. Είναι θέμα συνέπειας. Ό,τι ξεκινάει, πρέπει να ολοκληρωθεί.»
Δεν απάντησε. Πλήρωσε αθόρυβα και έφυγε, η μάσκα τυλιγμένη πρόχειρα σ’ ένα κομμάτι καφέ χαρτί. Μα, όσο απομακρυνόταν, το βάρος της στα χέρια της έμοιαζε να αυξάνεται.
Στο σπίτι, το φως ήταν χαμηλό. Έβγαλε τη μάσκα από το χαρτί και την τοποθέτησε πάνω στο τραπέζι. Τα μάτια της μάσκας καρφώθηκαν πάνω της. Ή έτσι της φάνηκε.
Την πλησίασε, αβίαστα, και την πέρασε αργά στο πρόσωπό της.
Κλικ.
Ο ήχος ήταν τόσο ξεκάθαρος, τόσο ξένος, που πάγωσε. Η μάσκα δεν έμοιαζε πια ξένη. Έμοιαζε… δική της. Σαν να είχε φτιαχτεί για να την φορέσει εκείνη.
Τότε, ο κόσμος άρχισε να αλλάζει.
Οι τοίχοι γύρω της άρχισαν να θολώνουν, να λιώνουν σαν κερί. Το ξύλινο πάτωμα υποχώρησε κάτω από τα πόδια της και η μυρωδιά της υγρασίας και του παλιού καπνού τύλιξε τον αέρα. Άκουσε βήματα, ψιθύρους.
Και ξαφνικά, βρέθηκε εκεί.
Η Βενετία. Νύχτα.
Οι γέφυρες απλώνονταν μπροστά της, στενά σοκάκια φωτισμένα από φανάρια, και οι ήχοι από βιολιά έπλεκαν τη νύχτα.
Η Μαρία κοίταξε τα χέρια της. Φορούσε μακριά βελούδινα γάντια. Ένα μακρύ, κατακόκκινο φόρεμα ακουμπούσε το πλακόστρωτο. Και στα χέρια της, μια χρυσή βεντάλια.
Κάποιος τη κοιτούσε.
Γύρισε απότομα.
Ένας άντρας με μαύρη μάσκα στεκόταν στη σκιά μιας γέφυρας. Δεν μιλούσε. Μόνο την παρατηρούσε.
Της έγνεψε.
Η καρδιά της χτύπησε δυνατά, σαν τύμπανο. Κάτι την έσπρωχνε να τον ακολουθήσει.
Και το έκανε.
Βήμα το βήμα, η Μαρία προχωρούσε μέσα στο λαβύρινθο των καναλιών, ακολουθώντας τον άγνωστο. Κάθε της κίνηση φάνταζε γνώριμη, σαν σκηνή που είχε ξαναπαιχτεί. Όμως δεν θυμόταν πότε.
Ξαφνικά, στάθηκε μπροστά σε μια μεγάλη ξύλινη πόρτα. Ο άντρας την άνοιξε και χάθηκε στο σκοτάδι.
Η Μαρία δίστασε.
Κι ύστερα, μπήκε μέσα.
Το δωμάτιο φωτιζόταν αχνά από κεριά. Οι τοίχοι καλυμμένοι με βαριές βελούδινες κουρτίνες.
Και στη μέση, μια άλλη γυναίκα.
Με την ίδια μάσκα.
Το αίμα της πάγωσε.
Η γυναίκα χαμογέλασε.
«Επιτέλους, επέστρεψες.»
Η Μαρία έκανε πίσω.
«Ποια… ποια είσαι;»
Η φωνή αντήχησε στο δωμάτιο.
«Εσύ. Εγώ. Εκείνη. Όλες όσες τη φόρεσαν πριν από σένα. Και τώρα, είναι η σειρά σου.»
Η Μαρία προσπάθησε να βγάλει τη μάσκα, αλλά εκείνη είχε κολλήσει στο πρόσωπό της.
«Όχι!» φώναξε.
Η άλλη γυναίκα γέλασε.
«Δεν έχει όχι. Μόνο τώρα.»
Η μουσική έξω δυνάμωσε.
Η Μαρία γύρισε προς την πόρτα, μα αυτή είχε εξαφανιστεί.
Και τότε κατάλαβε.
Το καρναβάλι μόλις άρχιζε.
Και δεν είχε επιστροφή. Η Μαρία πάγωσε. Η πόρτα είχε εξαφανιστεί, οι τοίχοι έμοιαζαν να κλείνουν γύρω της. Το γέλιο της γυναίκας με τη μάσκα αντηχούσε στο σκοτάδι.
Και τότε, μια φωνή ψιθυριστή γλίστρησε στον αέρα.
«Άνοιξέ το…»
Η Μαρία γύρισε απότομα. Πάνω σε ένα τραπέζι, ανάμεσα σε σκόρπιες μάσκες και παλιά κεριά, βρισκόταν ένα παλιό, σκονισμένο βιβλίο. Δερμάτινο, με φθαρμένο εξώφυλλο. Το άγγιξε διστακτικά, και το εξώφυλλο έτριξε καθώς άνοιξε.
“Η Ιστορία της Μάσκας”
Η Μαρία άρχισε να διαβάζει. Βενετία, 1793
Η Αλεσάντρα κοιτούσε τη μάσκα στο τραπέζι. Ήταν δώρο από τον Κόμη Βαλεντίνο, έναν άνδρα που φημιζόταν για τις σκοτεινές του συνήθειες.
«Μην την φορέσεις ποτέ στο φως της ημέρας!» της είχε πει.
Αλλά η Αλεσάντρα δεν τον πίστεψε. Ήθελε να εντυπωσιάσει, να ξεχωρίσει στο μεγάλο καρναβάλι.
Όταν την φόρεσε, αισθάνθηκε πανίσχυρη. Οι άντρες την ποθούσαν, οι γυναίκες τη ζήλευαν. Μα όσο περνούσε η νύχτα, η μάσκα άρχισε να βαραίνει. Κάθε της γέλιο αντηχούσε ψεύτικα, κάθε της κίνηση έμοιαζε να κατευθύνεται από αόρατα νήματα.
Κι όταν προσπάθησε να τη βγάλει, δεν τα κατάφερε.
Ο Κόμης την πλησίασε, χαμογελώντας.
«Τώρα ανήκεις εδώ!»
Η Αλεσάντρα εξαφανίστηκε εκείνο το βράδυ. Κάποιοι ψιθύριζαν πως έγινε μέρος του καρναβαλιού. Μια σκιά που εμφανιζόταν κάθε χρόνο, πίσω από μάσκες και φανάρια.
Η Μαρία έκλεισε βίαια το βιβλίο. Το δωμάτιο έμοιαζε να έχει παγώσει.
«Δεν είμαι σαν εκείνη.» ψιθύρισε.
Η άλλη γυναίκα γέλασε.
«Όλες το ίδιο λέμε στην αρχή.»
Μα η Μαρία δεν ήταν έτοιμη να παραδοθεί.
Άρχισε να ψάχνει το δωμάτιο. Τα κεριά τρεμόπαιζαν και οι σκιές γύρω της έμοιαζαν να ζωντανεύουν. Κάθε μάσκα στους τοίχους έμοιαζε να την παρακολουθεί.
Και τότε είδε κάτι.
Στην άκρη του δωματίου, μέσα σε μια σπασμένη βιτρίνα, υπήρχε μια άλλη μάσκα. Σκισμένη, ραγισμένη. Δίπλα της, ένα κομμάτι χαρτί.
“Μόνο η μάσκα μπορεί να σπάσει τη μάσκα.”
Η Μαρία πλησίασε.
«Αν αυτός είναι ο κανόνας σου…» μουρμούρισε.
Άρπαξε τη ραγισμένη μάσκα και, χωρίς να διστάσει, την έσπασε πάνω στο τραπέζι. Τα κομμάτια εκτοξεύτηκαν στον αέρα και η ίδια ένιωσε ένα κύμα να την τραβά πίσω.
Ξαφνικά, όλα εξαφανίστηκαν.
Η Μαρία βρέθηκε πάλι στο σαλόνι της. Το βιβλίο, κλειστό, βρισκόταν στο τραπέζι. Η μάσκα… ραγισμένη.
Κοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη. Ήταν μόνη. Ή μήπως όχι;
Για μια στιγμή, είδε μια σκιά να περνά πίσω της. Μια φιγούρα με μάσκα.
Και τότε άκουσε τον ψίθυρο.
«Μέχρι την επόμενη φορά…»
Αφροδίτη Αυγερινού
