Η διπλή ζωή της…

Αρχές Σεπτέμβρη, σε ένα ακριτικό νησί, μετά τον αγιασμό και το σούσουρο της μικρής κοινωνίας, ήταν ήδη η καινούρια δασκάλα του σχολείου. Αναπληρώτρια, μόλις είχε αναλάβει υπηρεσία. Φυσικά το πρώτο «κόσκινο» ήταν από τους γονείς και το δεύτερο από τους μαθητές.

«Σαν πολύ σοβαρή δεν είναι η καινούργια της πέμπτης;» είπε η μία μαμά
«Και πόσο την κάνεις; Είναι δεν είναι 25 χρονών…» συμπλήρωσε η άλλη.
«Φαντάσου τι ζωή θα έχει αυτή! Σπίτι, διάβασμα και γάτες. Είναι και αυτές οι γυαλαμπούκες της… Γεροντοκόρη θα ‘ναι!» ολοκλήρωσε την εικόνα η τρίτη.

Έτσι ήταν στο νησί, κάθε νέοφερμένος περνούσε από «επιθεώρηση» και μετά τα στόματα των ντόπιων, αλλά και η φαντασία τους, έπαιρναν φωτιά.

Ήταν από τις πρώτες της χρονιές σαν εκπαιδευτικός. Το σχολείο ήταν για εκείνη κάτι σαν προέκταση του εαυτού της. Σαν το δεύτερο σπίτι της. Πρόσεχε πάντα την τάξη της, την έβαφε ακόμα και με δικά της έξοδα, την στόλιζε και την καμάρωνε. Και με ένα περίεργο τρόπο και τα παιδιά, σαν να καταλάβαιναν το μεράκι της και πολύ την αγαπούσαν. Και την τάξη και την ίδια. Μέσα στην τάξη ένιωθε σαν ψάρι σε θάλασσα, στο φυσικό της περιβάλλον. Της άρεσε να μαθαίνει πράγματα στα παιδιά αλλά και να μαθαίνει από εκείνα.

Ντυνόταν πολύ απλά, βαρετά θα έλεγε κανείς και κυρίως την ενδιέφερε η άνεση. Γιατί η σχολική έδρα για την Ναταλία δεν υπήρχε. Όσο έκανε μάθημα περιφερόταν από θρανίο σε θρανίο, για να βοηθά τους μαθητές της. Όταν παρέδιδε το επόμενο μάθημα, όλο της το σώμα γινόταν θεατρικό σανίδι και η ίδια κινούμενη παραστατική εικόνα, ώστε να προσελκύει το ενδιαφέρον των μαθητών της και να μεταδίδει πιο εύκολα κάθε γνώση.

Έτσι στην τάξη της, με όπλο την ήρεμη δύναμη που την διέκρινε, κέρδιζε ακόμα και τους πιο δύσκολους μαθητές. Αλλά και με τους συναδέλφους της ήταν τυπική και ήσυχη. Συμπαθής αλλά απόμακρη.

«Ποια είναι πάλι αυτή;» ρώτησε ο Νίκος τον Κώστα.
«Δεν θυμάμαι να την έχω ξαναδεί» απάντησε ο άλλος.
Η εκρηκτική παρουσία δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από τον αντρικό πληθυσμό του μπαρ. Σε μια τέτοια μικρή κοινωνία, κάθε θηλυκό ήταν γνώριμο αλλά και κατηγοριοποιημένο: παντρεμένη, αρραβωνιασμένη, σε σχέση, ελεύθερη. Και οι γύπες του νησιού τις ήξεραν όλες.

Όλες εκτός από αυτό το κορίτσι. Τα πυκνά σγουρά μαλλιά της πλαισίωναν άψογα το μελαμψό της πρόσωπο. Τα μάτια της έβγαζαν σπίθες και το ντύσιμό της, χωρίς να είναι πολύ προκλητικό, τόνιζε έξυπνα κάθε σπιθαμή των στρογγυλεμένων καμπύλων της. Ένα σκούρο κόκκινο κραγιόν τόνιζε τα καλοσχηματισμένα χείλη της που συχνά χάιδευαν το χαμηλό ποτήρι όπου είχε το ποτό της.
«Θα πάω να της μιλήσω» είπε αποφασιστικά ο Κώστας και προχώρησε με το σταθερό βήμα του κατακτητή προς το μέρος της.
«Καλησπέρα στο όμορφο κορίτσι» είπε. «Να κεράσω ένα ακόμα ποτό. Τι πίνεις;» ρώτησε.
«Τεκίλα λευκή, με πάγο» είπε εκείνη ενώ τα μάτια της τον περιεργάζονταν.
«Ωωω!» αναφώνησε εκείνος «Βαρύ ποτό για ένα σκληρό κορίτσι» συνέχισε προσπαθώντας να την κολακεύσει ακόμα περισσότερο.

Τα ποτήρια τσούγκρισαν, τα μάτια συναντήθηκαν, μα η όμορφη κοπέλα δεν του μιλούσε.
«Ξέρεις, δεν σε έχω ξαναδεί στα μέρη μας. Μένεις εδώ στο νησί;»
«Αχά!» του απάντησε.
«Μα και πώς δεν σε έχω προσέξει έως τώρα; Μια τόσο ξεχωριστή παρουσία δεν θα μου περνούσε απαρατήρητη τόσο εύκολα…» συνέχισε εκείνος.
«Πάντα τόσο πολύ μιλάς;» του απάντησε κάπως ειρωνικά. «Νομίζω είναι ώρα να χορέψουμε»
Και παίρνοντάς τον αγκαλιά ξεκίνησαν να λικνίζονται στον ρυθμό της μουσικής.

«Φλογερό το κορίτσι» σκέφτηκε ο Κώστας, μα μέσα σε λίγη ώρα η κοπέλα σταμάτησε τον χορό και έφυγε μαζεύοντας στα γρήγορα την μικρή της τσάντα.

Πριν βγει από την πόρτα του μπαρ, ο Κώστας προσπάθησε να πάρει το κινητό της και να κανονίσει να ξαναβρεθούν, μα ήταν μάταιος κόπος.
«Πες μου έστω το όνομά σου» της είπε με κουταβίσιο βλέμμα.
Τον κοίταξε γλυκά, του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και αφού χαμογέλασε έφυγε χωρίς να πει τίποτα.

Όλη νύχτα έμεινε άυπνος ο Κώστας να αναρωτιέται ποια ήταν η πανέμορφη παρουσία που τον είχε αφήσει στα κρύα του λουτρού. Άυπνος ήταν όταν του ζήτησε ο αδερφός του να πάει τον ανιψιό του στο σχολείο, γιατί το ζευγάρι είχε αρρωστήσει μες την νύχτα. Ντύθηκε απρόθυμα και με μάτια που έτσουζαν από την αϋπνία σύρθηκε μέχρι την πόρτα.

Ο ανιψιός του περιχαρής σε όλη την διαδρομή του μιλούσε για την φετινή του δασκάλα. Και όλο «Η κυρία Ναταλία αυτό και η κυρία Ναταλία εκείνο» μα ο Κώστας δεν είχε και πολύ διάθεση για κουβέντα, οπότε απλά τον άκουγε βαριεστημένα.

Όταν έφτασαν στην εξώπορτα του σχολείου, ο μικρός έφυγε σχεδόν τρέχοντας από δίπλα του και χώθηκε στην αγκαλιά της δασκάλας του, που του ανταπέδωσε το σφιχταγκάλισμα.
«Μα τι θεούσα είναι αυτή!» σκέφτηκε ο Κώστας βλέποντας μια γυναίκα με μακρύ φαρδύ φόρεμα, σκούφο χαμηλό σχεδόν μέχρι τα μάτια και χοντροκομμένα αθλητικά.
«Καλημέρα» του είπε η δασκάλα σηκώνοντας το βλέμμα της από τον μικρό.

Στα δευτερόλεπτα που ακολούθησαν, απανωτά σοκ διαπέρασαν τον Κώστα.
«Αυτά τα μάτια, αυτά τα χείλια… Δεν μπορεί να είναι αυτή! Όχι, όχι κάποιο λάθος κάνω. Η κοπέλα που γνώρισα χτες ήταν ο ορισμός του θηλυκού… Κούκλα, έξυπνη, τολμηρή και πολύ ερωτική» σκέφτηκε και αμέσως κοκκίνισε ως τα αυτιά. «Τούτη εδώ είναι τόσο άγαρμπα ντυμένη, μια βαρετή δασκαλίτσα, ούτε που θα την κοιτούσα ποτέ δεύτερη φορά!».

Μα η ματιά που του έριξε μέσα από τα γυαλιά της, δεν του άφηνε περιθώριο αμφιβολίας. Ήταν εκείνη. Η κοπέλα που τον κράτησε ξάγρυπνο. Ψέλλισε ένα γεια και έφυγε με το στόμα ανοιχτό.
Η Ναταλία χαμογέλασε από μέσα της και προχώρησε προς την πόρτα της τάξης της. Πολύ απολάμβανε και φέτος την διπλή ζωή της…

Άρτεμις Γ.Κ.

One response to “Η διπλή ζωή της…”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading