ΑΡΝΗΣΗ
«Δε θα αργήσω, Μαξ, το υπόσχομαι» ψιθύρισε η Λοραίν χαϊδεύοντας το μενταγιόν στο λαιμό της, αν και ήξερε ότι και να αργούσε δε θα είχε σημασία. Εκείνος δε θα ήταν εκεί, όπως δεν ήταν εδώ και ένα χρόνο. Όμως θα πήγαινε, όπως έκανε κάθε μέρα. «Νομίζω πως σήμερα θα το ολοκληρώσω».
Λεπτοκαμωμένα και σχεδόν διάφανα, τα χέρια της κινούνταν σαν σαΐτες από το ένα μανιτάρι στ’ άλλο, μέσα στο μισοσκόταδο. Τα έκοβε με ταχύτητα και ακρίβεια, και γέμιζε με αυτά το καλάθι που κρεμόταν από τον αγκώνα της.
Άλλα δύο καλάθια αρκούν για τη μανιταρόσουπα της ημέρας, σκέφτηκε.
Έριξε μια ματιά στα κενά καλάθια, που ήταν ακουμπισμένα στο δάπεδο δυο βήματα πιο πέρα. Αναστέναξε. Ύστερα επιτάχυνε τις κινήσεις της.
Η μονότονη, επαναλαμβανόμενη τελετουργία, άφησε το μυαλό της ελεύθερο να περιηγηθεί στις αναμνήσεις της. Σταμάτησε σε μια συγκεκριμένη ανάμνηση, και τότε σκόρπιες εικόνες εμφανίστηκαν στο μυαλό της: ένας γκρεμισμένος πύργος από άδειες κονσέρβες˙ το Ζιζάνιο, ο συνήθης ύποπτος πίσω από όλες τις ζημιές˙ η τελευταία αγκαλιά με το Μαξ, πριν φύγει για την αποστολή του, η ‘αίθουσα των θησαυρών’ και ο τελευταίος ‘θησαυρός’ που είχαν βρει εκεί μαζί.
«Συγγνώμη; Είναι κανείς εδώ;» ακούστηκε μια φωνή.
Το χέρι της τινάχτηκε από το ξάφνιασμα, και το καλάθι με τα μανιτάρια κόντεψε να αναποδογυρίσει. Όταν κατάφερε να ξαναβρεί την κυριαρχία της, έσκυψε, ακούμπησε προσεχτικά το καλάθι στο δάπεδο της σπηλιάς και σήκωσε το κερί που ήταν ακουμπισμένο κοντά της. Έπειτα, κρατώντας τη μοναδική πηγή φωτός στον χώρο, τέντωσε το χέρι και προχώρησε προς την είσοδο της σπηλιάς.
«Ποιος είναι εκεί;» είπε.
Μισόκλεισε τα μάτια. Στο άνοιγμα της εισόδου φάνηκε μια παράξενη φιγούρα, που έμοιαζε να έχει τρία χέρια. Προσπάθησε να ταιριάξει την αντρική φωνή που είχε ακούσει, με τη μορφή του πλάσματος που βρισκόταν μπροστά της. Ο νεοφερμένος έκανε ένα βήμα μπροστά, και στο ελάχιστο φως του κεριού αποκαλύφθηκε ότι ήταν ένας νεαρός, σχεδόν αμούστακος.
Στον ώμο του ήταν περασμένο ένα ασυνήθιστο αντικείμενο, μεγάλο όσο και ο ίδιος. Το καμπύλο σχήμα του, φαρδύ στο κάτω μέρος του με ένα κοτσάνι στην πάνω πλευρά, τής θύμιζε μανιτάρι πλευρώτους. Όπως εκείνο το αντικείμενο που είχαν ανακαλύψει μαζί με το Μαξ, ο τελευταίος τους ‘θησαυρός’. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά.
«Πού το βρήκες αυτό;» του φώναξε. Με γοργά βήματα έφτασε μπροστά του. Είχαν περίπου το ίδιο ύψος. «Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να το πάρεις;» είπε κοιτώντας τον ευθεία στα μάτια.
Ο νεοφερμένος ζάρωσε ακόμα πιο πολύ. Άνοιξε το στόμα για να μιλήσει, όμως το ξανάκλεισε.
«Τι- τι εννοείς; Είναι η κιθάρα μου» είπε έπειτα από αρκετές προσπάθειες. «Ήταν του παππού μου».
Η Λοραίν έξυσε το πηγούνι της. Πλησίασε το κερί προς την κιθάρα. Την περιεργάστηκε. Ύστερα κοίταξε τον νεαρό. Η επιδερμίδα του ήταν σταρένια και τα μαλλιά του σκούρα σαν το σκοτάδι που τους περιέβαλλε.
«Συγγνώμη, νόμιζα πως… Πως είχες πάρει κάτι δικό μου» είπε. «Ποιος είσαι τελικά;»
«Με λένε Πολ. Μάλλον χάθηκα. Ψάχνω την Κοινότητα της Μάθησης».
«Δε χάθηκες» απάντησε η Λοραίν. «Εδώ είναι αυτό που ψάχνεις. Βασικά, εδώ είναι οι φυτείες των μανιταριών μας».
«Πού- πού μπορώ να βρω την κυρία Τζουλς;»
«Εγώ είμαι» είπε η Λοραίν, προσπαθώντας να καταπνίξει ένα γελάκι.
Το πρόσωπο του Πολ σοβάρεψε. Καθάρισε τον λαιμό του, ίσιωσε την πλάτη του και άρχισε να μιλά κομπιάζοντας.
«Έχω μια αποστολή και θα ήθελα να-»
«Χα, στην έφερα! Δεν είμαι η κυρία Τζουλς, αλλά μπορώ να σε πάω σε αυτήν. Είναι η δασκάλα μας. Να ξέρεις μόνο ότι είναι πολύ αυστηρή και δε θέλει να της χαλάμε τον χρόνο με χαζομάρες. Περίμενε λίγο να μαζέψω τα τελευταία μανιτάρια και φεύγουμε. Θα με βοηθήσεις στο κουβάλημα, ε;»
#
«Νουντλς με κοτόπουλο» διάβασε φωναχτά η Λοραίν. Με το ζόρι διέκρινε τα γράμματα στη συσκευασία: είχαν ξεθωριάσει με τον καιρό.
Έφερε το πλαστικό κυπελλάκι μπροστά στη μύτη της και έκλεισε τα μάτια. Μια ταγκή μυρωδιά τρύπωσε στα ρουθούνια της. Προσπάθησε να φανταστεί την πραγματική μυρωδιά του φαγητού που είχε φαγωθεί πριν από πολύ καιρό. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, τη γαργάλισε μια υποψία μυρωδιάς κοτόπουλου.
Αναστέναξε. Έπειτα τεντώθηκε ολόκληρη και τοποθέτησε το κύπελλο με προσοχή στην κορυφή του οικοδομήματος. Έκανε μερικά βήματα πίσω και περιεργάστηκε τον πύργο από άδεια κονσερβοκούτια. Τον είχε επιτέλους ολοκληρώσει! Μπορεί η έλευση του Πολ την προηγούμενη μέρα να είχε αναβάλει για λίγο τα σχέδιά της, αλλά επιτέλους ο πύργος υψωνόταν ξανά μπροστά της όπως τότε. Τα μάτια της άστραψαν και στα χέρια της ένιωσε μια ζεστασιά, σαν να βρισκόταν πάλι στην αγκαλιά του Μαξ.
«Είχες δίκιο, Μαξ. Τίποτα δεν έχει χαλάσει αν μπορεί να ξαναφτιαχτεί» ψιθύρισε.
Άκουσε βήματα από κάπου πίσω της. Να είχε επιστρέψει επιτέλους ο Μαξ από την αποστολή του; Τα γόνατά της μούδιασαν. Όμως αυτά δεν ήταν τα βήματά του. Μήπως ήταν το Ζιζάνιο; Μήπως ήρθε για να της χαλάσει και αυτή τη φορά το δημιούργημά της; Στράφηκε προς την είσοδο της αίθουσας, με την καρδιά να χτυπά δυνατά. Μαύρες βούλες εισέβαλαν στο οπτικό της πεδίο. Ανάμεσά τους, ξεχώρισε τη φιγούρα με την κιθάρα στον ώμο. Αναστέναξε βαθιά, και χίλιες μυρωδιές τρύπωσαν στα ρουθούνια της. Οι μαύρες βούλες ξεθώριασαν.
«Πολ; Τι γυρεύεις εδώ;»
«Χάθηκα και… σε ακολούθησα».
Ο Πολ σήκωσε ολόγυρα το βλέμμα, αχόρταγα, σαν να έβλεπε τέτοιο θέαμα για πρώτη φορά, κι η Λοραίν ακολούθησε τη ματιά του. Ούτε κι εκείνη χόρταινε να χαζεύει το βουνό στο κέντρο της αίθουσας και τους λοφίσκους που το περικύκλωναν. Δεν ήταν παρά σωροί από πεταμένα αντικείμενα, που κάποτε είχαν τη χρησιμότητά τους, αλλά πια κανείς δεν τα αναζητούσε. Κανείς, εκτός από εκείνη – και τον Μαξ.
«Τι είναι αυτό το μέρος;» είπε ο Πολ γεμάτος λαχτάρα.
«Στην κοινότητα το λένε ‘χωματερή’, όμως για μένα είναι η ‘αίθουσα των θησαυρών’. Όλα αυτά που βρίσκω εδώ με βοηθούν να φαντάζομαι πώς ήταν η ζωή πριν την Καταστροφή, η ζωή στην Επιφάνεια».
Εκείνη τη στιγμή ήχησε η καμπάνα που σήμανε την ώρα. Οκτώ χτύποι έφτασαν αχνά στ’ αυτιά της˙ η ‘αίθουσα των θησαυρών’ βρισκόταν μακριά από το κέντρο της κοινότητας, μια και οι άνθρωποι δεν είχαν χάσει τη συνήθειά τους να θέλουν να απομακρύνουν τα σκουπίδια όσο γινόταν πιο μακριά από εκεί που ζούσαν. Ήταν μια από τις λίγες πτυχές της ανθρωπότητας, που δεν είχε αλλάξει μετά την Καταστροφή.
«Ωχ, πήγε οκτώ η ώρα. Το μάθημα αρχίζει σύντομα. Πρέπει να βιαστώ» είπε η Λοραίν και άρχισε να τρέχει προς την έξοδο της αίθουσας.
«Περίμενε κι εμένα, σε παρακαλώ» φώναξε ο Πολ ακολουθώντας τη.
Λίγα λεπτά αργότερα, έφτασε λαχανιασμένη έξω από την αίθουσα διδασκαλίας. Όταν το ποδοβολητό του Πολ σταμάτησε πίσω της, προχώρησε προς την κλειστή πόρτα με το στόμα στεγνό. Χτύπησε με τη ράχη του χεριού της, τόσο απαλά που πίστευε πως δεν την είχε ακούσει κανείς. Όμως σύντομα η πόρτα άνοιξε με ένα χαρακτηριστικό τρίξιμο και στο άνοιγμά της φάνηκε το Ζιζάνιο, το μικροκαμωμένο αγόρι που μπορούσε να φέρει εις πέρας τις πιο μεγαλεπήβολες ζαβολιές.
«Άργησες» της είπε με τσιριχτή φωνή και το γνωστό στράβωμα στο στόμα. Έπειτα κάθισε γρήγορα στην καρέκλα του δίπλα στην πόρτα. Η Λοραίν θα στοιχημάτιζε την ημερήσια μερίδα της από μανιταρόσουπα, ότι είχε επιλέξει αυτή τη θέση για να μη χάνει ούτε στιγμή από το διάλειμμά του.
Κρατώντας την ανάσα της, προχώρησε σκυφτή προς τη δική της θέση, μπροστά στην έδρα. Στην κυρία Τζουλς δεν άρεσε να αργούν στο μάθημά της ή να τη διακόπτουν. Όταν γινόταν κάτι τέτοιο, έσφιγγε τα χείλια της τόσο που γίνονταν μια γραμμή, ενώ το βλέμμα της θα μπορούσε να βράσει ακόμα και την παγωμένη επιφάνεια της γης. Όμως, ευτυχώς, η δασκάλα δεν διέκοψε την ομιλία της˙ ούτε όταν είδε τον Πολ, που είχε παραμείνει όρθιος στο άνοιγμα της πόρτα, με τα μάγουλα κατακόκκινα.
«Εύχομαι να είχα ακόμα το βιολί μου, ώστε να είχαμε δύο όργανα για την εξάσκηση, αλλά δυστυχώς η προκάτοχός μου φρόντισε να τα εξαφανίσει όλα λίγο μετά την Καταστροφή» είπε η δασκάλα, κοιτώντας τους μαθητές έναν προς ένα. «Α, Λοραίν, Πολ, ήρθατε επιτέλους! Μόλις έλεγα για το νέο μάθημα που θα κάνουμε: μουσική!»
Η Λοραίν παρατήρησε την κυρία Τζουλς. Έμοιαζε αγνώριστη. Καμία ρυτίδα δε φαινόταν να σκιάζει το μέτωπό της. Τα μάτια της – που ήταν συνήθως αυστηρά ή θλιμμένα – έμοιαζαν τώρα να εκπέμπουν φως όπως στράφηκαν προς τη μισάνοιχτη πόρτα της αίθουσας.
«Πολ, έλα μέσα, μη ντρέπεσαι» είπε. Μόλις ο νεαρός στάθηκε δίπλα της, η δασκάλα συνέχισε. «Αυτός είναι ο Πολ, παιδιά. Μεγάλωσε στην κοινότητα των μουσικών, που δυστυχώς δεν υπάρχει πια. Θα μένει στην κοινότητά μας και θα μας παίζει μουσική κάθε μέρα, στο τέλος των μαθημάτων».
«Αυτό δεν είναι δίκαιο!» πετάχτηκε το Ζιζάνιο. «Περισσότερη ώρα σχολείο; Γιατί;»
«Σώπα, Λίντο. Θα το δεις πως θα σου αρέσει η μουσική, είμαι σίγουρη γι’ αυτό» είπε η δασκάλα με ένα γλυκό χαμόγελο. «Κι εσύ Πολ, κάθισε εκεί να παρακολουθήσεις το μάθημα».
Το στομάχι της Λοραίν σφίχτηκε. Ένα μπλεγμένο κουβάρι από ανείπωτες επιθυμίες και δάκρυα που δεν κύλησαν, έφραξε τον λαιμό της και έπνιξε τη διαμαρτυρία της – Μα, αυτή είναι η θέση του Μαξ!– προτού την εκφράσει.
Ο Πολ, με αδέξια βήματα και κατακόκκινα μάγουλα, έφτασε στην άδεια καρέκλα δίπλα στη Λοραίν. Της χαμογέλασε αχνά, τόσο αχνά που δεν ήταν σίγουρη αν πράγματι της είχε χαμογελάσει. Κι έπειτα ο νεαρός κάθισε με αργές κινήσεις, ακουμπώντας την κιθάρα προσεκτικά ανάμεσα στα πόδια του.
#
Όταν ταλαντεύτηκε κι έσβησε και η τελευταία νότα του «Σεληνόφωτος» από την κιθάρα του Πολ, η Λοραίν συνειδητοποίησε ότι κρατούσε την ανάσα της. Παρ’ ότι δεν είχε κουνηθεί από την αίθουσα διδασκαλίας, στα μάτια της έκαιγε ακόμα η εικόνα της λαμπερής Σελήνης.
Κι ας μην την είχε αντικρύσει ποτέ.
Δε θα μπορούσε άλλωστε, από την υπόγεια κοινότητά τους. Ήξερε μονάχα από τα μαθήματα, πως μεταμορφωνόταν από σφαίρα σε νυχάκι και τ’ ανάποδο, και πως στεκόταν φύλακας της Γης σχεδόν κάθε νύχτα.
Ένα κύμα από χειροκροτήματα παρέσυρε και τις δικές της παλάμες σ’ έναν ξέφρενο ρυθμό. Το ίδιο ξέφρενα χτυπούσε και η καρδιά της, όπως κάθε φορά που την αγκάλιαζε ο Μαξ. Ασυναίσθητα, κοίταξε την άδεια καρέκλα, κι έκλεισε την παλάμη γύρω από το μενταγιόν της.
Μου λείπεις, Μαξ. Οι άλλοι σε έχουν ξεγράψει, όμως εγώ θα σε περιμένω να γυρίσεις όσος καιρός κι αν χρειαστεί.
Είχε χάσει το μέτρημα του χρόνου. Είχε χάσει την αίσθηση του χώρου.
«Το μάθημα τελείωσε, ξέρετε» είπε η δασκάλα.
Τώρα πια δεν ακουγόταν κανένα άλλο χειροκρότημα, μόνο η Λοραίν συνέχισε αφηρημένη να χτυπάει παλαμάκια. Κανένας δεν κουνιόταν.
«Παίξε μας κι άλλο» ακούστηκε άξαφνα μια φωνή από τη θέση δίπλα στην πόρτα.
«Αύριο πάλι, Λίντο» είπε η κυρία Τζουλς.
Όμως το Ζιζάνιο στάθηκε μπροστά στον Πολ. Όρθωσε το μικροκαμωμένο του ανάστημα και τον κοίταξε με το γνωστό, στραβό χαμόγελο, που της έφερνε αναγούλα. Τα μάτια του γυάλιζαν. «Παίξε μου κι άλλο» του είπε.
Ο Πολ άρχισε να παίζει πάλι το «Σεληνόφως». Όταν σταμάτησε, το παιδί είχε εκστασιαστεί.
«Η μουσική είναι μαγική. Είσαι ένας μάγος. Με έκανες να νιώσω νοσταλγία για κάτι που δεν έχω δει ποτέ μου. Κάτι πολύ όμορφο, αλλά και πολύ φοβερό».
«Η μουσική προκαλεί έντονα συναισθήματα. Αυτό είναι αλήθεια. Αν αυτό αποκαλείς μαγικό, τότε είναι» απάντησε ο Πολ.
«Περισσότερη μαγεία αύριο, παιδιά» είπε τότε η κυρία Τζουλς με ένα πλατύ χαμόγελο. «Λοραίν, θα μπορέσεις να ξεναγήσεις τον Πολ στην κοινότητά μας;»
«Γιατί εγώ;» ήθελε να διαμαρτυρηθεί, αλλά δεν απάντησε. Μόνο κούνησε το κεφάλι της πάνω-κάτω καταφατικά. Ένιωθε ακόμα στο πρόσωπό της το χάδι της Σελήνης, το χάδι μιας υπόσχεσης.
«Θα έρθω κι εγώ μαζί!» τσίριξε το Ζιζάνιο και άρχισε να χοροπηδάει γύρω γύρω από εκείνη και τον Πολ.
Η καρδιά της βούλιαξε. Ο μικρός ταραξίας θα τα κατέστρεφε όλα.
Έλενα Στεργιοπούλου
Συνεχίζεται…
