Τα λουλούδια – Μέρος 3ο

Προηγούμενο

Με την επιστροφή στο ξενοδοχείο, η Μάνια ανακοίνωσε στην Αναστασία ότι είναι κουρασμένη και ότι θα ανέβει στο δωμάτιο. Έπειτα χάθηκε!
Κλείνοντας την πόρτα πίσω της, αποφάσισε να κάνει ένα ζεστό μπάνιο για να της περάσουν τα νεύρα και να εξετάσει όσα συνέβησαν με καθαρή σκέψη.
Μετά από δύο ώρες η Αναστασία δεν είχε επιστρέψει. Η Μάνια ήταν πια πεπεισμένη πως ο Αντώνης ήταν μαζί της.
“Και πότε ήταν δικός μου για να είναι τώρα; Ας κάνει ό,τι θέλει!”, είπε δυνατά και άρπαξε το βιβλίο που μελετούσε για την συγγραφή της εργασίας του διδακτορικού. Μετά από λίγο την πήρε ο ύπνος αγκαλιά με το βιβλίο και το φωτάκι στο κομοδίνο δίπλα της ανοιχτό.

Στις 5 το πρωί χτύπησε το ξυπνητήρι. Πετάχτηκε και διαπίστωσε ότι όλα ήταν ίδια, όπως τα άφησε χτες το βράδυ. Η Αναστασία πουθενά. Σηκώθηκε, πλύθηκε, φόρεσε τα ρούχα της ορειβασίας, πήρε το ειδικό σακίδιο με τον εξοπλισμό και αποφάσισε να κατέβει για πρωϊνό. Στις 8 θα ξεκινούσε η πεζοπορία. Αν έτρωγε από τις 6 δεν θα την ενοχλούσε το στομάχι της μετά.

Φτάνοντας στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, ο μπουφές ήταν ήδη ανοιχτός και γεμάτος. Φιλοξενούσαν κατά βάση ορειβάτες, οπότε προσάρμοζαν το προγράμμα σερβιρίσματος φαγητού στο δικό τους. Άρχισε να κοιτάζει τα καλούδια μέχρι που πρόσεξε μια φιγούρα σε ένα τραπέζι. Όλα τα άλλα ήταν άδεια.
“Ο Αντώνης”, είπε από μέσα της και ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι.
Ως τα δύο μοναδικά άτομα στον χώρο, ήταν αδύνατον να μην την προσέξει κι εκείνος. Την χαιρέτησε και της έκανε νόημα να πάει κοντά. Αν και δίστασε στην αρχή, πήρε μια βαθιά ανάσα και πλησίασε στο τραπέζι του.

“Καλημέρα”
“Καλημέρα”, απάντησε κοφτά η Μάνια
“Πώς κοιμήθηκες;”
“Καλά, εσύ;”, συνέχισε στον ίδιο τόνο
“Μια χαρά. Ξεκουράστηκα”
“Ξεκουράστηκες;”, ρώτησε με ειρωνεία η Μάνια
“Δεν καταλαβαίνω το ύφος σου. Γιατί, εσύ τι έκανες;”
“Σίγουρα όχι ό,τι εσύ!”
“Και πού ξέρεις τι έκανα εγώ;”, τη ρώτησε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του
“Ήσουν με την Αναστασία, να τι έκανες!”, απάντησε δυνατά η Μάνια και τότε ο Αντώνης της χαμογέλασε
“Γιατί μου γελάς;”, ρώτησε φανερά νευριασμένη πια
“Γιατί μου αρέσει που επιτέλους έδειξες ένα συναίσθημα! Κι ας είναι η ζήλεια”
Η Μάνια νόμιζε ότι θα εκραγεί από τα νεύρα.

“Επειδή προβλέπω να τρώω και κουτουλιά, να σε ενημερώσω ότι δεν ήμουν με την Αναστασία! Κατάλαβα από την πρώτη στιγμή τι ήθελε από εμένα και πίστεψέ με δεν είμαι άνθρωπος των εφήμερων σχέσεων. Όταν έφυγες σαν σίφουνας χτες βράδυ, μου πρότεινε ευθέως να πάμε στο δωμάτιό μου. Της το αρνήθηκα, όχι ιδιαίτερα ευγενικά ομολογώ, και μετά από λίγο την είδα να βγαίνει από το ξενοδοχείο με έναν υπάλληλο. Λογικά δεν θα μας ακολουθήσει στην ορειβασία…”

Η Μάνια ένιωσε ένα ακατάσχετο αίσθημα χαράς να την κατακλύζει, μα δεν άφησε να φανεί κάτι.
“Κατάλαβα… Πάω να φτιάξω το πρωινό μου”
“Θα κάτσεις να φάμε μαζί;”

Η Μάνια απλά του χαμογέλασε και πήγε προς τον μπουφέ. Επέλεξε να φάει αυγά και φρούτα για να έχει ενέργεια. Οι δύο τους συζήτησαν για το Πανεπιστήμιο και τις υποχρεώσεις που τους περίμεναν από την επόμενη μέρα. Θυμήθηκαν στιγμές από “γραπτά – διαμάντια” όπως τα χαρακτήριζαν και γέλασαν πολύ. Η κουβέντα τους ολοκληρώθηκε με αναφορά στα λουλούδια που είχε ο Αντώνης στο δωματιάκι.
“Α μην ανησυχείς για αυτά! Τα περιποιήθηκα την τελευταία μέρα που ήμασταν εκεί. Μερίμνησα και για το νερό που χρειάζεται το καθένα. Πήρα μπουκάλια, άνοιξα τρύπες στα καπάκια τους και ρύθμισα τις σταγόνες που θα πέφτουν ανάλογα το φυτό”, ολοκλήρωσε με ενθουσιασμό η Μάνια και ο Αντώνης την κοίταζε μέσα στα μάτια
“Τι;”, τον ρώτησε
“Μου αρέσει πολύ όταν μιλάς. Στο έχω ξαναπεί”
Οι ματιές τους δεν ξεκολλούσαν. Ο Αντώνης την πλησίασε…
“Ξέρω πού θα πάμε. Θέλεις να ξεκινήσουμε οι δύο μας;”
Η Μάνια ένιωθε την ανάσα του στα χείλη της.
“Γιατί όχι”, του απάντησε και του χάρισε ένα μεγάλο λευκό χαμόγελο

Άφησαν το πρωινό, πήραν τα σακίδιά τους στη πλάτη και ξεκίνησαν την πεζοπορία. Στη διαδρομή η Μάνια αποδείχτηκε δεινή ορειβάτης, εκπλήσσοντας και πάλι τον Αντώνη, που συχνά έμενε πίσω ή ήταν εκείνη που τον τραβούσε προς την ανηφόρα.

Μετά από περίπου μία ώρα έφτασαν σε ένα σκιερό σημείο. Τριγύρω υπήρχαν δέντρα και τα φύλλα τους που ενώνονταν, απέτρεπαν τον ήλιο από να τα διαπεράσει, καθιστώντας το μέρος και δροσερό. Το θρόισμά τους έδενε αρμονικά με το τιτίβισμα των πουλιών.

Η Μάνια έκλεισε τα μάτια της και πήρε μια μεγάλη ανάσα. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Ένιωσε τόσο ήρεμη, μέχρι που μια οικεία μυρωδιά την έκανε να ανοίξει τα μάτια της. Ο Αντώνης στεκόταν μπροστά της και κρατούσε στο χέρι του μια μαργαρίτα που μόλις είχε μαζέψει.
Η Μάνια έπιασε το χέρι του και έφερε το λουλούδι κοντά στη μύτη της.
“Ξέρεις, οι μαργαρίτες είναι παρεξηγημένα λουλούδια… Ευδοκιμούν στα βουνά, γιατί είναι βότανα. Στο παρελθόν…”
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της και τα χείλη του Αντώνη ακούμπησαν τα δικά της. Στην αρχή ξαφνιάστηκε, μα ενέδωσε. Τον αγκάλιασε σφιχτά και παραδόθηκε στο φιλί τους. Δεν πίστευε ότι θα ένιωθε ξανά κάτι για τον οποιονδήποτε μετά τον τρόπο που της συμπεριφέρθηκε ο Δήμος. Δεν πίστευε ότι θα είναι αρκετή. Και ο Αντώνης, μέσα από τις πράξεις και τα λόγια του, της απέδειξε ότι είναι πολλά περισσότερα από όσα νομίζει!

Όταν τα χείλη τους χώρισαν, ο Αντώνης την κράτησε στην αγκαλιά του.
“Δεν άντεχα άλλο να σε ακούω και να μην κάνω κάτι… Από την πρώτη μέρα που βρεθήκαμε μόνοι μας στο γραφείο για να διορθώσουμε, δεν ήθελα να σταματήσεις να μιλάς και ταυτόχρονα σε ήθελα τόσο πολύ! Στο είπα και τότε! Πρώτα με κατέκτησε το μυαλό σου και μετά η εμφάνισή σου!”

Η Μάνια είχε κοκκινίσει και πάλευε να κρύψει την αμηχανία της πίσω από χαμόγελα.
“Συνεχίζουμε;”, τη ρώτησε για να την βγάλει από τη δύσκολη θέση

Η διαδρομή τους ολοκληρώθηκε και έφτασαν στο ξενοδοχείο. Τότε η Μάνια πρόσεξε ότι δεν συνέπεσαν ποτέ με το γκρούπ.
“Να σου πω…”, του είπε πονηρά “είναι που ήξερες τη διαδρομή, ε; Όπου ήθελες εσύ μας πήγες μου φαίνεται!”
Ο Αντώνης γέλασε.
“Εκεί που ήθελες εσύ να πάμε…”, της απάντησε και της υπενθύμισε μια συζήτησή τους πριν μέρες, που η ίδια είχε αναφέρει πόσο της αρέσουν οι μαργαρίτες.

Η Μάνια τον αγκάλιασε σφιχτά. “Δεν θα το έκανε κανείς για μένα αυτό…”
“Δεν είμαι ο κανένας…”
“Καλύτερα να ανέβω στο δωμάτιο τώρα. Να ετοιμάσω και τα πράγματά μου. Φεύγουμε το απόγευμα.”
“Κοίτα να ξεκουραστείς. Έχουμε δουλειά αύριο”, είπε και την φίλησε στο μάγουλο

Την επόμενη μέρα, ο Αντώνης, φτάνοντας στο γραφείο, δεν βρήκε τη Μάνια μέσα. Αντ’ αυτού ήταν ο καθηγητής.
“Καλημέρα σας κύριε Δημητριάδη”, είπε με μια απογοήτευση στο βλέμμα
“Καλημέρα. Θα κατέβω για μάθημα. Η Μάνια έχει βγάλει ήδη δουλειά. Έλεγξέ τα εσύ”
“Μάλιστα”, απάντησε και άφησε την τσάντα του.
“Η Μάνια είναι εδώ; Πού είναι; Τα λουλούδια!”, σκέφτηκε και έτρεξε στο δίπλα δωμάτιο
Όντως ήταν μέσα και περιποιούνταν τα φυτά.

“Εδώ είσαι; Καλημέρα”
Η Μάνια του χαμογέλασε. “Καλημέρα”.
Ο Αντώνης έκλεισε την πόρτα πίσω του.
“Πώς είναι τα λουλούδια μου;”, ρώτησε και την αγκάλιασε
Η Μάνια τραβήχτηκε απότομα.
“Μήπως δεν πρέπει;”
“Ποιο πράγμα;”
“Αυτό… Μεταξύ μας…”
“Γιατί;”
“Ε δεν ξέρω… Είμαστε συνάδελφοι, έχω να δώσω λόγο στον καθηγητή μου…”
“Τα ίδια κωλύματα αντιμετωπίζω κι εγώ και όμως είμαι εδώ!”

Η Μάνια γύρισε την πλάτη της και κατευθύνθηκε προς το παράθυρο. Ο ήλιος είχε μπει για τα καλά στον χώρο και τον άφησε να ζεστάνει το πρόσωπό της.
“Όπως θες, δεν θα σε πιέσω”, είπε χαμηλόφωνα ο Αντώνης και έπιασε το πόμολο της πόρτας
Η Μάνια με δύο βήματα βρέθηκε δίπλα του. Του έπιασε το πρόσωπο και τον φίλησε. Ξανά και ξανά.

Ο Αντώνης γύρισε το πόμολο και κλείδωσε την πόρτα. Με ενωμένα τα χείλη και τα μάτια κλειστά την πήρε αγκαλιά. Εκείνη τύλιξε τα πόδια της γύρω του. Έφτασαν δίπλα από το παράθυρο. Την άφησε να πατήσει κάτω. Άνοιξαν τα μάτια τους και ενώ κοιτάζονταν, ο ένας αφαιρούσε τα ρούχα του άλλου. Γύρω επικρατούσε απόλυτη σιωπή και το μόνο που ακουγόταν ήταν οι βαριές τους ανάσες και ένα μικρό τράνταγμα στο τζάμι που ακουμπούσε η πλάτη της Μάνιας, όσο ο Αντώνης την έκανε δική του.
Ένα “Ναι” που ίσα και ακούστηκε, αφού το χέρι του Αντώνη κάλυπτε το στόμα της Μάνιας, μαρτύρησε το τέλος του παθιασμένου τους έρωτα.

Όσο ντύνονταν, ο Αντώνης κοίταξε τα λουλούδια τριγύρω και μετά τη Μάνια. Την πήρε αγκαλιά και τη φίλησε στο μέτωπο.
“Είσαι το λουλούδι μου”
“Πού να ήξερα ότι ένας άντρας θα μπορούσε να με κάνει να νιώσω τόσο όμορφα…”, σκέφτηκε και χάθηκε στην αγκαλιά του Αντώνη, χαζεύοντας παρέα τα λουλούδια που από εδώ και πέρα θα φρόντιζαν παρέα.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading