Ματ

– Πολύ σύντομα κατάλαβα, πως η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο από μια παρτίδα σκάκι. Σε όποια θέση κι αν σε τοποθετήσουν στην αρχή, μπορείς να κάνεις τις σωστές στρατηγικές κινήσεις για να φτάσεις εκεί που θέλεις. Και δεν παίζει και τόσο ρόλο τελικά αν ξεκινάς ως βασιλιάς ή ως απλό πιόνι. Το βασικό είναι να έχεις αυτιά και μάτια ανοιχτά, να έχεις την ικανότητα να σκέφτεσαι αρκετές κινήσεις μετά, να μην αφαιρείσαι, να μην παραμυθιάζεσαι. Το μυαλό σου να είναι μόνο στη νίκη. Γιατί το ματ είναι ο στόχος.

Γεννήθηκα σε μια πολύ φτωχή οικογένεια. 9 παιδιά βγήκαν απ’ την κοιλιά της μάνας μου, τα 3 νεκρά. Τα άλλα 6, αυτά που ‘τα κατάφεραν’, στάθηκαν μάλλον πιο άτυχα από εκείνα που δεν μπόρεσαν να επιβιώσουν. Το ένα δωμάτιο που μας φιλοξενούσε ήταν σκοτεινό και υγρό, ήταν γεμάτο φωνές, κλάματα και βρισιές. Μύριζε μούχλα και φτηνό αλκοόλ. Ενίοτε μύριζε και αίμα, γιατί όπως έμαθα αργότερα (ευτυχώς), το χέρι του ‘πατέρα’ μου ήταν πολύ ‘βαρύ’ και έπεφτε συχνά με μανία πάνω σε οποιονδήποτε ανέπνεε μέσα σ’ εκείνα τα 25 τ.μ. Επέζησα λοιπόν κι αυτό μ’ έβγαλε νικητή για πρώτη φορά, πριν καλά καλά καταφέρω να ανοίξω τα μάτια μου. Ήμουν γεννημένος νικητής κι έτσι σκόπευα να παραμείνω.

Ήμουν μόλις 3 μηνών όταν τα βρώμικα και τρεμάμενα χέρια της μάνας μου με απίθωναν σε μια άλλη αγκαλιά. Από εκείνα τα χέρια που μύριζαν χώμα και ακαθαρσίες, μ’ έπιασαν δυο άλλα χέρια, που μύριζαν ακριβές κρέμες και μυρωδάτες κολώνιες. Και μπορεί τότε να μην μπορούσα να το αντιληφθώ αυτό, αλλά το κατάλαβα πολύ σύντομα, μεγαλώνοντας. Τότε που οι θετοί μου γονείς, με πήραν απ’ το χέρι και με πήγαν έξω απ’ το σπίτι που γεννήθηκα. Μου είχαν πει πως αν αποφασίσω πως δεν θέλω να περάσω το κατώφλι, δεν θα με πιέσουν, αλλά μπορούσα αν ήθελα να γνωρίσω τους ανθρώπους που με έφεραν στον κόσμο, να δω και τα αδέρφια μου. Πρέπει να ήμουν 9 χρονών κι ενώ από πάντα γνώριζα πως ήμουν υιοθετημένος, μιας και μου το είχαν πει απ’ την πρώτη στιγμή που θυμάμαι τον εαυτό μου, εκείνο το διάστημα όταν δεν μου έκαναν τα χατήρια, τους ούρλιαζα πως θα φύγω και θα επιστρέψω στους ‘γονείς μου’. ‘Εκείνοι μ’ έφεραν στη ζωή! Εσείς είστε ένα τίποτα! Θέλω να γυρίσω σπίτι μου!’, έτσι τους έλεγα. Κι εκείνη, η… μητέρα, κούρνιαζε στον καναπέ κι έκλαιγε αθόρυβα, όσο εκείνος, ο… πατέρας γονάτιζε μπροστά μου και μου εξηγούσε πως μ’ αγαπάνε πολύ και πως νοιάζονται για μένα όσο για τίποτα. Στο τέλος πάντα όμως υποχωρούσαν σ’ αυτό που ήθελα, είχα βρει τον τέλειο τρόπο να τους χειρίζομαι, να τους παίζω με το συναίσθημα. Κι ίσως τότε που ήμουν μικρός να το έκανα ασυναίσθητα, μεγαλώνοντας όμως, ήταν ένα απ’ τα πιο ισχυρά όπλα που είχα στη φαρέτρα μου εναντίον τους.

Δεν πέρασα ποτέ το κατώφλι εκείνου του σπιτιού. Σούφρωσα τη μύτη μου και έχωσα το κεφάλι μου στην αγκαλιά εκείνης. Βρωμούσε εκεί πέρα, δεν ήθελα καν να πλησιάσω. Δεν ήταν εκεί το σπίτι μου, δεν μου ταίριαζε, εγώ ήμουν γεννημένος για άλλα πράγματα, ήμουν γεννημένος νικητής. Γεννήθηκα πιόνι, μα θα γινόμουν βασιλιάς!

Λένε πως ο καθένας μας έρχεται στη ζωή για να εκπληρώσει ένα σκοπό και πως κάθε άνθρωπος που συναντάμε, παίζει έναν συγκεκριμένο ρόλο. Ο στόχος για τον καθένα μας είναι διαφορετικός και το αν θα τον αγγίξουμε εξαρτάται από το αν θα κάνουμε τις σωστές κινήσεις. Εμείς λοιπόν ξεκινάμε σε μια τυχαία θέση ως πιόνια και ανάλογα με τα βήματά μας, έχουμε τη δυνατότητα να ‘εξοντώσουμε’ τους αντιπάλους ή να τους ‘χρησιμοποιήσουμε’ με κάποιο τρόπο υπέρ μας. Το ότι σε πολύ νεαρή ηλικία βγήκα δυο φορές πρωταθλητής Ελλάδος στο σκάκι, αποδείκνυε περίτρανα πως είχα τα φόντα να κερδίσω τα πάντα και στη ζωή. Και θα το έκανα.

Σπούδασα στο πιο ακριβό, ιδιωτικό πανεπιστήμιο της χώρας. Έκανα το μεταπτυχιακό μου στο εξωτερικό. Διάβαζα πολύ και δούλευα σκληρά να είμαι ο καλύτερος. Και ήμουν. Όταν επέστρεψα στη χώρα, οι αρκετά γερασμένοι πια ‘γονείς’ μου, με περίμεναν με λαχτάρα να γίνω συνεχιστής της τεράστιας επιχείρησης που είχαν καταφέρει να φτιάξουν. Εκείνος όμως δεν μου έδινε τα ηνία, όχι ολοκληρωτικά, όχι άνευ όρων. Ήθελε να επεμβαίνει στη ζωή μου, στις αποφάσεις μου. Ήθελε να έχει τον πρώτο λόγο σε κάθε τι που αφορούσε την επιχείρηση και όχι μόνο. Ένιωθα πως με είχαν ‘αποκτήσει’ απλά και μόνο για να συνεχίσω την ‘αυτοκρατορία’ τους και να κάνω όλα όσα εκείνοι δεν είχαν καταφέρει. Ένιωθα πως ήθελαν να ζήσουν όσα δεν έζησαν, μέσα από μένα. Να παντρευτώ – μια γυναίκα που θα ενέκριναν. Να κάνω μια μεγάλη οικογένεια – συνεχιστές της ‘αυτοκρατορίας’. Να λειτουργώ βάση των δικών τους θέλω. Και φυσικά αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελα και που δεν υπήρχε περίπτωση να ανεχτώ. Είχα καταφέρει να κάνω τις ‘σωστές’ κινήσεις και θα γινόμουν βασιλιάς, αυτός ήταν ο στόχος, αυτό το ζητούμενο. Θα γινόμουν και θα το ζούσα όπως διψούσε η δική μου ψυχή. Θα γινόμουν βασιλιάς με κάθε κόστος.

Την πρώτη μου επανάσταση την έκανα όταν τους πήγα στο σπίτι την τότε κοπέλα μου, σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και τους ανακοίνωσα ευθαρσώς πως παντρεύομαι. Φώναξαν, έβρισαν, απείλησαν, έκαναν ό,τι περνούσε απ’ το χέρι τους για να μου αλλάξουν γνώμη. Η κοπέλα αυτή ‘δεν ήταν της τάξης μας’, δεν μου ‘άρμοζε’. Στο τέλος όμως, όπως ήταν φυσικό, υποχώρησαν, έγινε το δικό μου. Ο γάμος έγινε γρήγορα και το ίδιο γρήγορα τελείωσε λίγο καιρό μετά. Μου είπαν αμέτρητες φορές πως μου τα έλεγαν αυτοί, πως κακώς δεν τους άκουσα, πως εκείνοι ήξεραν… Ναι, ήξεραν. Το μόνο που δεν ήξεραν ήταν πως αυτό δεν ήταν λάθος επιλογή μου, ήταν απλά ένα crash test στις δικές τους αντοχές.

Το παιδί εκείνο, δεν μεγάλωσε κοντά μου, μιας που εκείνη έφυγε σύντομα για την πόλη καταγωγής της, να είναι δίπλα στους γονείς της, να την βοηθούν. Αν νιώθω τύψεις; Όχι. Το παιδί αυτό μεγάλωσε σαν βασιλόπουλο, μιας που εκείνοι, οι άνθρωποι που με μεγάλωσαν, φρόντισαν να το εξασφαλίσουν οικονομικά με κάθε τρόπο.

Κατάφερα με κάθε τρόπο να τους γεμίσω τύψεις πως εκείνοι ήταν υπαίτιοι για τη διάλυση του γάμου μου, για το ότι το παιδί μου μεγάλωνε χωρίς τον πατέρα του, για το ότι έμεινα μόνος. Και ναι, μέχρι ένα βαθμό νομίζω πως είχα δίκιο, η υπερβολή όμως ήταν για να ξεκαθαρίσω πως δεν μπορούν να ξαναεπέμβουν στις αποφάσεις για την προσωπική μου ζωή. Και φυσικά τα κατάφερα! Όταν τους γνώρισα την επόμενη γυναίκα που επρόκειτο να παντρευτώ, δεν είπαν λέξη. Αγόγγυστα δέχτηκαν την επιλογή μου κι ας έβλεπα ξεκάθαρα στα μάτια τους πως μόνο σύμφωνοι δεν ήταν. Πραγματικά όμως αυτό ήταν το τελευταίο που μ’ ενδιέφερε. Αυτό που μ’ ένοιαζε ήταν να έχω δίπλα μου μια γυναίκα εντυπωσιακή και όμορφη, ταιριαστή με εμένα και τη ζωή μου, τη ζωή που δημιουργούσα.

Παντρευτήκαμε και κάναμε τρία παιδιά. Το σπίτι μας ήταν μια πολυτελής μονοκατοικία, που μου είχαν από χρόνια αγοράσει εκείνοι, δυστυχώς κοντά στο δικό τους σπίτι. Εκείνη πήγαινε συχνά να δει τα εγγόνια της. Εκείνος πιο σπάνια, μιας και το μυαλό του ήταν στις επιχειρήσεις μας. ‘Μας’ είπα; ‘Μου’ έπρεπε να είναι από χρόνια, μα εκείνος αρνιόταν πεισματικά ν’ αφήσει το τιμόνι. Το τροχαίο που είχε ένα απόγευμα στην Εθνική, ήταν αυτό που έπρεπε να συμβεί, για να αναγκαστούν να μου παραδώσουν τα ηνία, μέχρι να επανέλθει εκείνος. Προσωρινά. Νόμιζαν.

Το τελευταίο εκείνο διάστημα έκανα αμέτρητα σενάρια για το πώς θα κατάφερνα να αποκτήσω πλήρη πρόσβαση σε όλα για να μπορέσω να κινηθώ όπως ήθελα. Το τροχαίο αυτό και η (μάλλον) προσωρινή καθήλωσή του στο κρεβάτι, ήταν ένα δωράκι απ’ το σύμπαν. Εκείνη δεν είχε δουλέψει ποτέ της, δεν είχε ιδέα από επιχειρήσεις, ο μόνος που θα μπορούσε να αναλάβει ήμουν εγώ. Εν μία νυκτί μου δόθηκε το βάζο με το μέλι και το κλειδί απ’ το ντουλάπι που το φυλούσαν. Με βαριά καρδιά το έκαναν, το ξέρω, αλλά ειλικρινά δεν είχε καμία σημασία αυτό. Σημασία είχε πως επιτέλους θα το γευόμουν με το κουτάλι, χωρίς κανείς να μπορεί να μου πει πως δεν μου ανήκει όλο. Μου ανήκε! Το άξιζα! Και με μια μικρή άνωθεν βοήθεια, το είχα πια αποκτήσει!

Στο σκάκι πρέπει να έχεις υπομονή, δεν είναι παιχνίδι ταχύτητας κι όσο κι αν η ορμητική μου φύση πολλές φορές μου ούρλιαζε πως δεν γίνεται να περιμένω άλλο, έδινα στο μυαλό μου πρώτη θέση, εκείνο ήξερε.

Και να που τα κατάφερα στο κατώφλι των 50 μου! Έχοντας δίπλα μου την πανέμορφη γυναίκα μου, μπορούσα να καμαρώνω ως βασιλιάς μιας αυτοκρατορίας που ξεκίνησα εγώ, που είχε απ’ την πρώτη στιγμή το όνομά μου! Μόλις μου έδωσαν επίσημη πρόσβαση στις επιχειρήσεις τους, πούλησα τα πάντα σε προνομιακή τιμή και έφτιαξα κάτι δικό μου απ’ την αρχή. Δεν συμφώνησαν ποτέ μ’ αυτή μου την κίνηση, φώναξαν, απείλησαν, μα όλα είχαν πια τελειώσει. Εκείνος ‘έφυγε’ σύντομα κι εκείνη βυθίστηκε στην άβυσσο του μυαλού της. Το ίδρυμα που τη φιλοξενεί, μου λέει πως δεν υπάρχει περιθώριο να συνέλθει. Χαμένη υπόθεση…

Λένε πως ο καθένας μας έρχεται στη ζωή για να εκπληρώσει ένα σκοπό και πως κάθε άνθρωπος που συναντάμε, παίζει έναν συγκεκριμένο ρόλο. Ο στόχος για τον καθένα μας είναι διαφορετικός και το αν θα τον αγγίξουμε εξαρτάται από το αν θα κάνουμε τις σωστές κινήσεις. Εμείς λοιπόν ξεκινάμε σε μια τυχαία θέση ως πιόνια και ανάλογα με τα βήματά μας, έχουμε τη δυνατότητα να ‘εξοντώσουμε’ τους αντιπάλους ή να τους ‘χρησιμοποιήσουμε’ με κάποιο τρόπο υπέρ μας. Το μόνο πρόβλημα είναι πως σε κάθε παρτίδα δεν γνωρίζουμε εξ αρχής αν είμαστε οι πρωταγωνιστές τις παρτίδας ή το ‘χρήσιμο σκαλοπάτι’ του πραγματικού πρωταγωνιστή.

Έλεγα πάντα πως η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο από μια παρτίδα σκάκι. Σε όποια θέση κι αν σε τοποθετήσουν στην αρχή, μπορείς να κάνεις τις σωστές στρατηγικές κινήσεις για να φτάσεις εκεί που θέλεις. Και δεν παίζει και τόσο ρόλο τελικά αν ξεκινάς ως βασιλιάς ή ως απλό πιόνι. Κι εκείνη, η γυναίκα μου, σαν πιόνι ξεκίνησε, μα κατάφερε να γίνει η βασίλισσα τελικά. Γιατί όσα χρόνια δούλευα σκληρά τα δικά μου σχέδια για τη νίκη και τα μοιραζόμουν μαζί της, εκείνη κρατούσε νοερά σημειώσεις και συμπλήρωνε τα κενά του δικού της σχεδίου. Ενός σχεδίου που είχε μόνο στόχο τη νίκη, το ματ. Ενός ματ που μ’ άφησε μοναχό και νικημένο. Ενός ματ που μ’ άφησε στραγγισμένο από ελπίδες και όνειρα. Ενός ματ που μ’ άφησε με άδειες τσέπες και οικτρά χρεωμένο παντού. Δες γύρω σου! Δες τη μούχλα και την υγρασία! Δες τη βρώμα! Λες κι η ζωή με γύρισε πίσω στο σπίτι που γεννήθηκα!

Δάκρυα κύλησαν απ’ τα όλο απόγνωση μάτια του, κάνοντας ένα γύρο με το βλέμμα του στο λευκό δωμάτιο. Η νοσηλεύτρια κούνησε το κεφάλι της αποδοκιμαστικά και του έτεινε ένα ποτήρι νερό.

-Πιες τα χάπια σου! σχεδόν τον πρόσταξε κι εκείνος υπάκουσε σαν παιδί

Βγαίνοντας απ’ το δωμάτιο, ακούστηκε βαρύς ο ήχος απ’ τα κλειδιά την ώρα που σφράγιζε η πόρτα. Του δωματίου του. Στο ψυχιατρείο. Στο δημόσιο ψυχιατρείο που κατέληξε από τότε που η γυναίκα του κατάφερε να του αποσπάσει ό,τι χρήματα, ό,τι κινητά κι ακίνητα είχε και να φύγει στο εξωτερικό μαζί με τα τρία παιδιά τους. Ο μόνος που τον επισκεπτόταν πού και πού ήταν ο γιος του, εκείνος απ’ τον πρώτο του γάμο.

Σόνια Β.

One response to “Ματ”

  1. Συγκλονιστικό!!!!! Ανατροπή στην ανατροπή, και ένα καλό μάθημα για τις παρτίδες στην ζωή!!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading