Δεν ήταν αυτό που θα έλεγες μια θεοσεβούμενη ηλικιωμένη. Ούτε τις νηστείες ακολουθούσε, ούτε εικονοστάσι είχε, ούτε καντήλι άναβε στο σπίτι. Κι εκκλησία δεν πολυπήγαινε. Για τις Κυριακές ούτε λόγος και στους Χαιρετισμούς στη χάση και στη φέξη. Με τη γειτονιά δεν είχε πολλά-πολλά, οπότε πάνε και τα μνημόσυνα και οι κηδείες. Με μία μοναδική και απαρέγκλιτη εξαίρεση, τη Μεγάλη Τρίτη.
Έτσι κι απόψε, Μεγάλη Τρίτη γαρ, είχε ετοιμαστεί από νωρίς. Είχε φορέσει το μπλε ανοιξιάτικο ταγέρ, το δερματί καλσόν, είχε ψεκάσει λίγη λακ στα γκρίζα φρεσκολουσμένα της μαλλιά, είχε σιγουρευτεί πως στην τσάντα της υπήρχαν τα απαραίτητα –λίγα ψιλά για να ανάψει το κεράκι της, δυο καραμελίτσες βουτύρου σε περίπτωση που της πέσει το ζάχαρο, το χάπι της πίεσης και χαρτομάντηλα– και είχε ξεκινήσει για την εκκλησία. Το βήμα της όσο γοργό, της επέτρεπαν τα χαμηλά της τακουνάκια, που έκλειναν μέσα τους ένα ζευγάρι γερασμένα πόδια, έκαστο με ένα ευμεγέθες κότσι που διαμαρτυρόταν σθεναρά όταν το φυλάκιζε σε παπούτσι.
Φτάνοντας στο ναό, άναψε ένα κερί για όσους έφυγαν και για όσους ακόμα άντεχαν, στάθηκε όπως κάθε τέτοια μέρα στη ίδια θέση, σε μια άκρη στο πίσω μέρος, εκεί όπου ο ήλιος έριχνε τις τελευταίες του ακτίνες μέσα από το πολύχρωμο βιτρό και σταύρωσε τα χέρια της σφιχτά.
«Παράξενη γυναίκα…», θα σκέφτονταν σίγουρα οι συνομήλικές της ενορίτισσες, που άλλες είχαν πιάσει από νωρίς στασίδι κι άλλες είχαν φέρει από το σπίτι τους σπαστό καρεκλάκι και κουβέντιαζαν τώρα ψιθυριστά μεταξύ τους πίσω από τα βιβλιαράκια με τους ψαλμούς, σαν εβδομηντάχρονα κοριτσόπουλα στα «Χτυποκάρδια στο θρανίο».
Η κυρά-Μάγδα δεν είχε με κανέναν πολλές κουβέντες. Είχε μετακομίσει πριν χρόνια σε ένα δυαράκι στην περιοχή, μάλλον χήρα, μάλλον άτεκνη, σχεδόν αόρατη, ένας γρίφος για όλες τις κουτσομπόλες της γειτονιάς που ζούσαν κι ανέπνεαν με τα «ο Βασιλάκης πότε γυρνάει από Αγγλία;», «με το καλό να δεχτείς τα εγγόνια σου κυρά-Λένη!», «η Δεσποινούλα κοντεύει για το πτυχίο; Το πάρα άργησε μου φαίνεται!».
Η λειτουργία προχωρούσε ήρεμα. Ψαλμοί, ευαγγέλια, ευχές. Μα η κυρά-Μάγδα περίμενε μόνο ένα, το τροπάριο της Κασσιανής. Κι όταν ακούστηκαν οι πρώτες νότες από την καθαρή φωνή του νεαρού ψάλτη, δάκρυα κατρακύλησαν στα ρυτιδωμένα μάγουλά της. Η όψη της ήταν μιας γυναίκας ταπεινωμένης και συντετριμμένης και τα δάκρυά της ήταν δάκρυα ψυχικής συντριβής.
Ο κραδασμός της ηλικιωμένης γυναίκας δεν πέρασε απαρατήρητος από την νεωκόρο του ναού που στεκόταν λίγο παραδίπλα. Το τροπάριο τελείωσε. Η εκκλησία είχε σχεδόν αδειάσει κι εκείνη έμενε ακόμα εκεί, ακίνητη, με το βλέμμα χαμηλά.
Η νεωκόρος την πλησίασε και την άγγιξε απαλά στον ώμο.
«Σε βλέπω κάθε χρόνο τέτοια μέρα εδώ, στην ίδια θέση. Μη νομίζεις ότι δε σε έχω προσέξει. Μην κλαις, κυρά μου. Ό,τι αμαρτία και να έχεις, ο Θεός όλους μας ευσπλαχνίζεται».
Η κυρά-Μάγδα, μετά το πρώτο ξάφνιασμα που την επανάφερε στην πραγματικότητα, την κοίταξε λυπημένα και της είπε απάντησε:
«Μαγδαληνή με λένε, αλλά δε κλαίω για αυτό που νομίζεις. Εμένα δε βάλθηκε ποτέ κανείς να με λιθοβολήσει. Δεν υπήρξα ποτέ μοιχαλίδα. Υπήρξα κάτι απείρως χειρότερο. Φαρισαία ήμουν, που λιθοβόλησα το ίδιο το σπλάχνο μου για κάτι που στα δικά μου μάτια ήταν ηθικό παράπτωμα. Μια γελοία, μικρόψυχη υποκρίτρια υπήρξα. Και μη με κοιτάς εδώ που μιξοκλαίω κάθε τέτοια μέρα. Για να ξεφορτώνω λίγο την ψυχή μου από το βάρος της αδικίας που έκανα στο παιδί μου το κάνω. Δεν ελπίζω στην ευσπλαχνία κανενός Θεού. Μάνα που διώχνει το παιδί της, δεν την αξίζει τη συγχώρεση ούτε σε αυτή, ούτε στην άλλη ζωή!».
Με αυτά τα βαριά λόγια έσυρε τα βήματά της προς την έξοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά προς το σπίτι. Έψαξε στη τσάντα της για ένα χαρτομάντηλο να σκουπίσει τα δάκρυα, ενώ οι ανθισμένες νεραντζιές στο δρόμο μοσχοβολούσαν Πάσχα.
Ειρήνη Κουτσουβέλη

One response to “Το τροπάριο της Κασσιανής”
ΔΥΝΑΤΟ!!!!! ΠΟΣΟΣ ΠΟΝΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ, ΝΑ ΑΔΙΚΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΠΟΣΟ ΜΑΛΛΟΝ ΤΟ ΙΔΙΟ ΣΟΥ ΤΟ ΠΑΙΔΙ.