Χτυπούσε για ώρα την πόρτα φωνάζοντας το όνομα του παππού του. Πήγαινε πάνω κάτω στο ξεραμένο περβόλι που κάποτε ήταν γεμάτο ζαρζαβατικά και ανθισμένες τριανταφυλλιές. Δεν θα τις άφηνε να χαθούν αν δεν είχε χαθεί κι εκείνος. Ήταν σίγουρος πια ο Αλέξης ότι κάτι κακό είχε συμβεί. Έκανε τον κύκλο του μικρού σπιτιού και ανέβηκε στο πίσω μπαλκόνι, έσπρωξε απαλά την ξύλινη μπαλκονόπορτα και μπήκε μέσα. Τα πράγματά του ήταν στην ίδια θέση, καλυμμένα από σκόνη αλλά, τέσσερα χρόνια μετά, δεν έλειπε τίποτα. Μόνο ο παππούς του.
Έκατσε στο σπίτι μέχρι το απόγευμα, να συνειδητοποιήσει ότι το ένστικτό του, αυτό που φοβόταν περισσότερο, έλεγε αλήθεια. Σίγουρα δεν άντεξε την ντροπή ο άνθρωπος που τον μεγάλωσε και πέθανε μια ώρα νωρίτερα, χωρίς να περιμένει τον εγγονό του να βγει από την φυλακή. Εκεί που νόμιζε ότι τα είχε χάσει όλα, ο Αλέξης ένιωσε το μεγαλύτερο κενό, εκείνο της απογοήτευσης, της απελπισίας. Σκούπισε το πρόσωπό του και αποφάσισε να βγει και να χτυπήσει τις πόρτες και των διπλανών σπιτιών.
«Εσύ είσαι;» κατέβασε τα γυαλιά στο πρόσωπο ο ηλικιωμένος άντρας. Τον κάλεσε μέσα και ήταν ο μόνος από την γειτονιά που το έκανε. Τα υπόλοιπα σπίτια είτε του έκλεισαν την πόρτα στα μούτρα, είτε δεν του άνοιξαν καθόλου.
«Τί έπαθε ο παππούς μου;» ρώτησε και πήρε στα χέρια του το πιατάκι με το γλυκό του κουταλιού. Δεν είχε φάει τίποτα από το πρωί που βγήκε και αναστήθηκε από την γεύση του σπιτικού περγαμόντου.
«Δυστυχώς, πέρσι χάσαμε τον παππού σου. Αρρώστησε, ήταν και μεγάλης ηλικίας και δεν… Ήταν πολύ καλός άνθρωπος ο Δημήτρης και καλός φίλος. Προσωπικά δεν ήξερα πού ακριβώς είσαι ή πώς να σε ειδοποιήσω. Γνώριζα ότι είσαι…», κόλλησε ψάχνοντας τις λέξεις να συνεχίσει.
«Δεν πειράζει, σας ευχαριστώ που με σκεφτήκατε», κούνησε το κεφάλι ο Αλέξης. «Θα μπορούσατε να με πάτε μετά στο κοιμητήριο; Επίσης πώς μπορώ να μάθω τι γίνεται με το σπίτι;»
«Εννοείται θα πάμε. Θα σε φέρω σε επικοινωνία με τον συμβολαιογράφο του, αλλά ξέρω ότι ο Δημήτρης το άφησε σ’ εσένα και είναι όλα καθαρά και νόμιμα. Τώρα, τι θες εσύ να κάνεις είναι το ερώτημα. Το σπίτι είναι παλιό, θέλει πολλή δουλειά. Δεν θα είναι εύκολο, δεν ξέρω αν αξίζει. Επίσης, μπορώ να πω ότι η αρχή σου στο χωριό δεν θα είναι ούτε αυτή εύκολη».
«Κατάλαβα», μουρμούρισε αν και δεν μπορούσε ακόμα να αντιληφθεί τι σημαίνει να σου κάνουν την ζωή δύσκολη.
Όντως, κάποιοι χωριανοί δεν ήθελαν τον κλέφτη στο χωριό τους και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να τον διώξουν. Το μεγαλύτερο κενό είναι η απελπισία, αν πέσεις εκεί μέσα άντε να ξαναβγείς. Δουλειά βρήκε τελικά στην πόλη, σε έναν παλιό γνωστό του που τον πήρε βοηθό στο ξυλουργείο του. Του ξεκαθάρισε βέβαια ότι αν γυρίσει ξανά στις κακές παρέες, να μην ξαναπατήσει στο μαγαζί του. Ήταν καλό παιδί, αλλά έκανε κακές επιλογές. Θα του έδινε όσα χρειάζονταν για να ζει με αξιοπρέπεια, αλλά αν έψαχνε περισσότερα θα έμπαινε πάλι στο κακό μονοπάτι. Τι θα έλεγε ο κόσμος δεν τον ένοιαζε σαν επιχειρηματία, αλλά σαν άνθρωπος δεν ήθελε να νιώσει ανόητος για την επιλογή του.
Εκείνος ο χειμώνας ήταν πολύ δύσκολος, το κρύο ήταν πρωτόγνωρο και η βροχή μάλλον είχε ξεχάσει να σταματήσει. Το χωριό ήταν χτισμένο ψηλά και το έδερναν οι άνεμοι που δεν παρέλειπαν να μαστιγώνουν τα ξύλινα παντζουρόφυλλα στο παλιό σπίτι. Ο Αλέξης έκανε σχέδια για να το φτιάξει, είχε αποκτήσει και κάποιες γνώσεις από την δουλειά, αλλά και πάλι τα υλικά κόστιζαν και έκοβε λίγο από το φαγητό για να ξεκινήσει να τα αγοράζει. Σαν να άκουσε κάποιος τις προσευχές του και κάθε απόγευμα έβρισκε στο παλιό τραπέζι στην αυλή ένα μπολ κλεισμένο καλά σε σακούλα με φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, συνήθως όσπρια κοκκινιστά.
Έφτασε το Πάσχα, η εορτή των εορτών και εκείνες τις μέρες άρχισε να πηγαίνει στην εκκλησία, μιας και τον ξυπνούσε η καμπάνα του χωριού, ίσα ν’ ανάβει ένα κεράκι και να φεύγει. Είχε δει πώς τον κοιτούσαν κάποιες γιαγιάδες και δεν τολμούσε να μείνει λεπτό παραπάνω. Μαζεύτηκαν τότε τρεις τέσσερις γυναίκες και πήγαν στον παπά να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Τον περίμεναν να κλείσει την εκκλησία και μόλις πάτησε το πόδι του στο προαύλιο, τον στρίμωξαν όλες μαζί. Ό,τι κι αν τους είπε ο ηλικιωμένος ιερέας, εκείνες ήταν ανένδοτες. Τι θα πει δεν μπορεί να διώξει κανέναν από την εκκλησία; Είναι ή όχι η κεφαλή του χωριού; Ποιος θα τους προστατέψει που έρχονται στην εκκλησία να λειτουργηθούν και κολάζονται χειρότερα; Τι θα πει δικό τους πρόβλημα είναι αυτό; Ναι, ο ένας ληστής στον σταυρό μετανόησε, ο άλλος όμως;
Εκείνο το απόγευμα, ο Αλέξης βρήκε ένα μπολ φακές, χυλωμένες με μπόλικο σκόρδο. Ήταν ζεστές ακόμα όταν τις έβαλε στο πιάτο. Σε μια χαρτοπετσέτα ήταν τυλιγμένη μια φέτα ψωμί και σ’ ένα κομμάτι αλουμινόχαρτο μια χούφτα πράσινες ελιές και τα φύλαξε για αργότερα. Μέσα στην τσάντα ήταν αυτή την φορά και ένα σακουλάκι φρέσκο καφέ με ένα πακέτο ζάχαρη. Αφού τελείωσε το βραδινό του, πήγε στους γειτόνους του. Ήθελε να τους ευχαριστήσει από καιρό. Ο ηλικιωμένος φίλος του όμως δεν ήξερε τίποτα. Μάλιστα η γυναίκα του ήταν άρρωστη τον τελευταίο καιρό και ούτε το δικό του φαγητό δεν μπορούσε να ετοιμάσει. Ο Αλέξης γύρισε σπίτι και πήρε το ψωμί με τις ελιές για να του το πάει.
Τον επόμενο καιρό και τα δύο σπίτια έβρισκαν στο κατώφλι τους πακέτα με φαγητό και συγκεκριμένα σούπες αλάδωτες, αρακά με πατάτες και μακαρονάδες με λαχανικά. Είχε βάλει ένα μικρό ποσό στην άκρη και ξεκίνησε να φτιάχνει τα παράθυρα και τις πόρτες. Αγόρασε μία μικρή σόμπα και δύο μεγάλα χαλιά. Ο γείτονας του έδωσε μια χοντρή κουβέρτα και ο Αλέξης του πήγε τις κασέτες του παππού του. Έφτιαξε μια μεγάλη κορνίζα του και την έβαλε στο σαλόνι για να πίνουν μαζί το καφεδάκι το πρωί.
Μεγάλη Εβδομάδα, η εκκλησία γέμισε από κόσμο και εκείνον μαζί, μιας και πήρε άδεια ως την Τρίτη του Πάσχα. Μεγάλη Τετάρτη στο Ιερό Ευχέλαιο ακούμπησε τον μπροστινό του για να μπουν όλοι κάτω από το πετραχήλι. Ζήτησε σιωπηλά συγγνώμη από τον παππού του και άφησε τα δάκρυά του να τρέξουν, να ξαλαφρώσει και εκείνος και η ψυχή του.
Μεγάλη Πέμπτη ξενύχτησε τον επιτάφιο σε μια άκρη μακριά από τις γυναίκες που μοιρολογούσαν και τον στόλιζαν με τα πιο ωραία τους λουλούδια.
Μεγάλη Παρασκευή ακολούθησε τελευταίος τον επιτάφιο και σκεφτόταν την ταφή του παππού του, που έλειπε στην κηδεία, μα να τώρα ήταν εδώ.
Μεγάλο Σάββατο έμεινε μετά τα βεγγαλικά και τις ευχές και τα φιλιά, μετά τις φωνές των μικρών παιδιών που τα πήγαιναν για ύπνο, τις φωτιές και τις λαμπάδες που έλιωναν και έσταζαν στο πάτωμα. Έμεινε σε μία άκρη να ακούει τον παπά, που παρά τα χρόνια του είχε τόσο γαλήνια φωνή που τον έκανε να κλείνει τα μάτια και να φαντάζεται αγγέλους να ψέλνουν και να χορεύουν δοξάζοντας τον Δημιουργό τους. Σαν να τον πήρε κάποια στιγμή ο ύπνος μέσα στην λειτουργία, είδε τον παππού του να τον αγκαλιάζει και να γελά γιατί ήταν χαρούμενος για εκείνον και είδε και την μάνα του στολισμένη και όμορφη όπως την θυμόταν. Και του είπαν ότι γιορτάζουν απόψε και είναι περήφανοι για το παιδί τους. Ξύπνησε και κοινώνησε και ξανάκατσε στην θέση του να σκέφτεται όσα είδε.
Δύο το πρωί είχε πάει, όταν έφευγαν κι οι τελευταίοι, κάποιοι σκεπτικοί, με χαμηλωμένο το κεφάλι, χωρίς να τον κοιτάν με αποστροφή πια, μα με κατανόηση. Γιατί τους είπε ο παπάς στο κήρυγμα ότι εδώ έρχονται οι άρρωστοι κι αν νομίζετε ότι εσείς δεν είστε, εσείς δεν έχετε θέση εδώ. Τελικά, δεν τους άρεσε που υπέδειξε ποιοι μπορούν να έρχονται στην εκκλησία! Τους είπε ότι την δόξα την κέρδισε ο ληστής επειδή μετανόησε και αυτό σε βάνει στην Βασιλεία του Θεού. Ο μετανοημένος άνθρωπος θα σωθεί! Να είστε αγαπημένοι, είστε αδέρφια, πόσα χρόνια έλεγε τα ίδια και τα ίδια.
Ο Αλέξης σηκώθηκε τελευταίος να φύγει και είδε μια ηλικιωμένη κυρία να τον πλησιάζει. Στήριζε το σώμα της σ’ ένα ξύλινο μπαστούνι και σαν να του χαμογελούσε. Πήγε προς το μέρος της για να μην ταλαιπωρηθεί άλλο.
«Χριστός Ανέστη, παιδί μου! Άντε, τώρα που τελείωσε η νηστεία θα έχει και κανένα κομμάτι κρέας το μπολ. Την ευχή μου να έχεις», τον σταύρωσε και εκείνος της έπιασε το χέρι και το φίλησε. Την είδε να φεύγει και να πηγαίνει προς τον παπά και να τον πιάνει από το χέρι για να φύγουν μαζί.
*Καλή Ανάσταση ψυχών και σωμάτων, εαυτών και συνειδήσεων. Καλό Πάσχα με αγάπη και ειρήνη στα σπίτια και στις καρδιές μας. Υγεία και αδερφοσύνη σε όλον τον κόσμο*
CC

One response to “Ο κλέφτης των παθών”
ΥΠΕΡΟΧΟ!!! ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ!!