Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ – LA REYNA – Κεφάλαιο 1ο – Η μέρα που ξεκίνησαν όλα

Το απόλυτο χάος.

Η Βίκυ είχε βγει για μια απλή βόλτα στο κέντρο της Αθήνας. Το αγαπούσε το κέντρο – της άρεσε να βλέπει τον κόσμο να ψωνίζει, να γεμίζει τους δρόμους με φωνές, γέλια, χρώματα. Τα μικρά μαγαζιά στο Μοναστηράκι, πάντα γεμάτα ζωή. Εκεί ένιωθε ασφαλής. Ζωντανή.

Δεν είχε ιδέα πως σήμερα ήταν η μέρα που όλα θα άλλαζαν.

Καθώς πλησίαζε το αγαπημένο της καφέ, ένιωσε για πρώτη φορά αυτό το γνώριμο σφίξιμο στο στομάχι. Ένα ένστικτο. Μια σκιά.

Δύο άντρες. Την ακολουθούσαν.

Ίσως υπερβάλλω, σκέφτηκε. Ας το τσεκάρω.

Σταμάτησε έξω από ένα κατάστημα, προσποιήθηκε πως χαζεύει τη βιτρίνα. Εκείνοι σταμάτησαν επίσης. Όχι. Δεν είναι ιδέα μου.

Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά. Γύρισε απότομα και άρχισε να περπατάει γρήγορα προς τα στενά. Εκεί ήξερε να κινείται. Ήξερε να χάνεται. Τα είχε μάθει μικρή – όχι από επιλογή.

Πίσω της, οι δύο άντρες επιτάχυναν. Την ακολουθούσαν. Βαδίζανε σταθερά, σιωπηλά. Δεν έκρυβαν τις προθέσεις τους. Ήταν επαγγελματίες.

Ο πανικός την τύλιξε σαν κύμα. Μα μέσα της, φώναζε μια φωνή πιο δυνατή από τον φόβο: Δεν θα ξανασυμβεί. Όχι όπως τότε. Όχι έτσι.

Άρχισε να τρέχει. Να στρίβει απότομα. Να αλλάζει κατευθύνσεις. Να παίζει το μόνο χαρτί που είχε: το ένστικτο και τη γνώση της πόλης.

Οι άντρες έτρεχαν πίσω της. Άκουγε φωνές – τουρκικά, μάλλον. Ήξερε αρκετά για να καταλάβει ότι δεν ήταν ψώνια της στιγμής. Ήταν στοχευμένη. Ήταν σημάδι.

Η ανάσα της κοβόταν. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που πονούσε. Ήθελε να φωνάξει, να ουρλιάξει, αλλά δεν έβγαινε ήχος. «Όχι πάλι! Όχι πάλι!».

Βγήκε ξαφνικά στον κεντρικό δρόμο. Μπροστά της, ένα μαύρο βαν. Τίποτα επάνω του. Χωρίς πινακίδες. Δύο μελαχρινοί άντρες την κοίταζαν μέσα απ’ το τζάμι. Ψυχρά. Ανθρώπινα ρομπότ. Οι άλλοι δύο την άρπαξαν από πίσω. Ούτε που πρόλαβε να σηκώσει τα χέρια.

Η Βίκυ άρχισε να ουρλιάζει με όση δύναμη είχε:
– Βοήθεια! Βοήθεια!

Ο κόσμος σταμάτησε. Μια στιγμή παγωνιάς στην πόλη. Κάποιος φώναξε:
– Καλέστε την αστυνομία! Την αρπάζουν!

Ένας ταξιτζής πίσω από το βαν άνοιξε το παράθυρο.
– Αφήστε την κοπέλα ρε!

Ο ένας απ’ τους μελαχρινούς γύρισε αργά. Έβγαλε το όπλο. Πυροβόλησε. Ο ήχος έσχισε τον αέρα. Ο ταξιτζής σωριάστηκε στο τιμόνι. Και τότε… τότε ήρθε ο πραγματικός πανικός. Κραυγές, τρέξιμο, σπρωξίματα. Κανείς δεν πλησίαζε.

Η Βίκυ ούρλιαζε, πάλευε. Αν ήταν να πεθάνει, να πεθάνει εδώ. Να δει ο κόσμος. Να ακουστεί.

Ο ψηλός μελαχρινός τής έκλεισε το στόμα με ένα πανί. Η Βίκυ πάλεψε ακόμα λίγα δευτερόλεπτα… και ύστερα όλα σκοτείνιασαν. Το σώμα της έγινε βάρος. Την πέταξαν μέσα στο βαν.

Ξεκίνησαν. Τρέχοντας. Στα στενά. Στις λεωφόρους. Πίσω τους – σειρήνες. Περιπολικά. Η αστυνομία είχε πάρει μπρος. Το κέντρο της Αθήνας έγινε σκηνή καταδίωξης. Και η Βίκυ, ασυναίσθητα πια, ήταν το επίκεντρο ενός πολέμου που δεν είχε καν αρχίσει.

Βασιλική Γκόγκα

Συνεχίζεται…

One response to “Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ – LA REYNA – Κεφάλαιο 1ο – Η μέρα που ξεκίνησαν όλα”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading