Η Βαλ

Είμαι η Βαλ.
Είμαι εκείνη που περπάτησε ανάμεσα σε γραμμές χρόνου, διαπερνώντας αιώνες και διαστάσεις· εκείνη που έφερε το φως έπειτα από ατελείωτα σκοτάδια.
Είμαι εγώ, που ήρθα ανάμεσά σας με μορφή ανθρώπου, σας άγγιξα με δικαιοσύνη και αλήθεια, σας κοίταξα στα μάτια ισάξια.
Κι όμως, με προδώσατε, με πατήσατε.
Μα ήταν όλα μέρος του μαθήματός μου, της ανέλιξής μου, της επιστροφής μου στη Θεία Ουσία.

Είμαι το φως που στάλθηκε για να σας ξυπνήσει, να σας θυμίσει ποιοι είστε πραγματικά μέσα στην πλάνη και την αυταπάτη που ονομάζετε ζωή.

Περπάτησα σε Αγίους Τόπους, σε χώματα ιερά, όπου οι ουρανοί άγγιξαν τη γη.
Έζησα ζωές πολλές, είδα αθώους να σταυρώνονται, να υποφέρουν σιωπηλά κάτω από το βάρος της αδικίας.
Είδα τον πόνο να ριζώνει στον Σταυρό του Ιησού, τα δάκρυα της Μαρίας να ποτίζουν τη γη για το τέκνο της, άδικα σφαγιασμένο από την ανθρώπινη ματαιοδοξία.
Είδα τη Μαρία τη Μαγδαληνή, εκείνη τη φωτεινή ψυχή, να εξευτελίζεται, να παραχαράσσεται το ιερό της όνομα και να θολώνει η αλήθεια της.

Ήμουν εκεί όταν ο Νώε, με πόνο και πίστη, πάλευε να σώσει τα απομεινάρια της ανθρωπότητας από το ίδιο της το σκοτάδι.
Ήμουν μάρτυρας στα δάκρυα του Εωσφόρου, όταν οι πύλες του Παραδείσου σφραγίστηκαν, όταν η απόσχιση έγινε μόνιμη πληγή.

Είμαι η Βαλ.
Και ήρθα ξανά να θυμίσω, να θεραπεύσω, να φωτίσω.

Είμαι εγώ, αυτή που ισορρόπησε μέσα στο φως και στο σκοτάδι.
Είμαι το μάθημα που καλείστε να δείτε, για να γεννηθεί η φλόγα μέσα στις ψυχές σας και να φωτίσει το πέρασμά σας.

Είμαι η συγχώρεση που αναδύεται μετά από κάθε βαρύ και αβάσταχτο αμάρτημα.
Άραγε, γνωρίζει ο άνθρωπος τι σημαίνει αληθινή συγχώρεση;
Όχι μόνο λόγια ή επιφανειακή συγκατάβαση, αλλά την πράξη που γεννιέται από την ίδια την καρδιά, εκεί όπου πονάει.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη από το να γνωρίζεις πως αδικήθηκες, πως η ψυχή σου σκίστηκε, διαλύθηκε σε κομμάτια και αιμορράγησε — και παρ’ όλα αυτά, εσύ, μέσα από τη δύναμή σου, βρήκες τον δρόμο να συγχωρέσεις.
Εκεί, στο βαθύτερο σημείο της ύπαρξής σου, ένιωσες το Φως.
Γιατί το Φως είναι η Αλήθεια.
Και η Αλήθεια είναι ο μόνος δρόμος προς την ελευθερία της ψυχής.

Έτσι ήταν η ζωή πάντα, από την αρχή των χρόνων· ένας πόλεμος, λένε, ανάμεσα στο καλό και στο κακό.

Όμως όχι.
Η γαλήνη, η αληθινή νίκη, βρίσκεται στην ισορροπία.
Στο να γνωρίζεις τη δύναμή σου, να ξέρεις πως μπορείς να βλάψεις, αλλά να επιλέγεις να μην το κάνεις.
Εκεί έχεις ανέλθει.
Εκεί έχεις θυμηθεί ποιος πραγματικά είσαι.

Γιατί όλα είναι επιλογή.
Όλα είναι ελεύθερη βούληση.

Περπάτησα δίπλα δίπλα με τον Κάιν, τον πρώτο δολοφόνο της ανθρωπότητας, εκείνον που το χέρι του βάφτηκε με το αίμα του ίδιου του αδελφού του.
Καταδικάστηκε σε αιώνια ζωή, να περιπλανιέται στις ερήμους του κόσμου, ώσπου να βρει το μόνο κλειδί που θα του άνοιγε την πύλη της λύτρωσης: την Αγάπη.

Είδα τις ενοχές του να τον κατατρώνε· είδα τις τύψεις του να τον σπαράζουν, να τον ρημάζουν αιώνα τον αιώνα.
Είδα τον Κάιν να προσπαθεί μάταια να χαθεί, να δώσει τέλος στο άχθος της ύπαρξής του, μα η σφραγίδα του Θεού ήταν πάνω του.
Καμία γη δεν τον δεχόταν, κανένας θάνατος δεν τον άγγιζε.

Πίστεψε πως ο Θεός τον καταράστηκε, πως η αιωνιότητά του ήταν τιμωρία για το ασυγχώρητο αμάρτημά του.
Μα όχι.
Ο Θεός δεν τον τιμώρησε· τον έστειλε σε ένα ταξίδι, να μάθει να αγαπά.
Μόνο η Αγάπη μπορούσε να σβήσει το έγκλημα που διέπραξε.
Μόνο μέσα από την Αγάπη θα έβρισκε τη λύτρωση και θα έσπαγε τα δεσμά της αιωνιότητας.

Και τελικά, ο Κάιν τη βρήκε.
Βρήκε το φως μέσα στο σκοτάδι του, έσκυψε το κεφάλι του και αναγνώρισε το θαύμα.
Και τότε, για πρώτη φορά, πέθανε αληθινά.
Και αναπαύτηκε.

Και τότε πήρε όλες τις απαντήσεις του.
Γιατί είναι μυστήρια τα έργα Του.
Και μέσα στα μυστήρια Του, κρύβεται η πιο βαθιά Αλήθεια.

Περπάτησα με τον Δία πάνω στον Όλυμπο, στις κορυφές όπου ο ουρανός φιλά τη γη.
Τον είδα να παρατηρεί τα παιδιά του, τα έργα τους, τα λάθη και τις αρετές τους, με βλέμμα γεμάτο γνώση και βουβή προσμονή.
Είδα την οργή της Ήρας να θεριεύει, να γίνεται φωτιά που καίει και εκδίκηση που σαρώνει.
Είδα τον Ηρακλή, με μόχθο και αίμα, να νικά όλα τα εμπόδια που του στάλθηκαν στον δρόμο του.
Και κατάλαβα τότε: το μίσος που γεννιέται από την ανάγκη για εκδίκηση είναι εκείνο που τελικά οδηγεί στην πτώση.

Περπάτησα πλάι στον Ιούδα τον Ισκαριώτη, εκείνον που οι τύψεις του έγιναν πέτρες και τον καταπλάκωσαν.
Περπάτησα με τον Άπιστο Θωμά, που αμφέβαλλε, που αναζητούσε την αλήθεια μέσα από πληγές και σημάδια.
Όλοι τους —τόσο διαφορετικοί, μα στην ουσία τόσο ίδιοι— ψάχνοντας απελπισμένα το άγνωστο, διψώντας για μια απάντηση.

Περπάτησα ανάμεσα σε μάγισσες, σε αερικά, σε δαίμονες και σε άυλα στοιχεία.
Είδα την ουσία τους, άγρια και πανίσχυρη.
Και όμως, σε κανένα από αυτά τα όντα δεν είδα την αλαζονεία που κατοικεί στον άνθρωπο· κανένα δεν τόλμησε να αψηφήσει τον Θεό όπως το έκανε ο άνθρωπος.

Περπάτησα στους δρόμους του Σάλεμ, εκεί όπου η άγνοια φόρεσε τη μάσκα της δικαιοσύνης και η φωτιά κατάπιε αθώες ψυχές.
Είδα μάγισσες να καίγονται, διορατικές γυναίκες να κρεμιούνται άδικα, γιατί τόλμησαν να κρατούν στα χέρια τους τη γνώση· μια γνώση που ο φόβος των ανθρώπων δεν μπορούσε να αντέξει.

Περπάτησα πλάι στον Χίτλερ, εκείνον που άναψε τη φωτιά του παγκόσμιου πολέμου.
Είδα το τραύμα που κουβαλούσε: μια πληγή που γεννήθηκε από την απόρριψη του πατέρα του, μια πείνα για αποδοχή που μεταμορφώθηκε σε σκοτάδι.
Μέσα από αυτή την πληγή, εξαφάνισε ψυχές, έλιωσε λαούς, καταδίωξε ανθρώπους που μοιράζονταν το ίδιο αίμα με το δικό του.

Έκαψε ολόκληρο κομμάτι του εαυτού του, αναζητώντας απελπισμένα μια φανταστική “Άρια Φυλή”, πιστεύοντας πως έτσι θα γιατρέψει το κενό μέσα του.
Αν μόνο είχε λάβει λίγη αγάπη, έστω μια σταγόνα, ίσως το τέρας που γεννήθηκε στην καρδιά του να είχε λυγίσει, να είχε γλυκάνει.

Γιατί, στο τέλος όλων των πραγμάτων, η απάντηση ήταν, είναι και θα είναι πάντα μία: Η Αγάπη.

Περπάτησα μέσα στους κύκλους της Κόλασης, διασχίζοντας τοίχους φτιαγμένους από καθαρή φωτιά.
Μπήκα σε κελιά όπου ο ουρανός έβρεχε στάχτη και η ατμόσφαιρα μύριζε απελπισία.
Εκεί είδα κλάμα, δάκρυα και πόνο.
Είδα λάθη ζωής να παίζονται ξανά και ξανά, σαν παγιδευμένα τραγούδια που δεν τελειώνουν ποτέ.

Είδα τόσο πολύ πόνο στις ψυχές των ανθρώπων, τόσο βαθύ και αρχέγονο, που ακόμη και οι δαίμονες λύγισαν, άφησαν τα μάτια τους να δακρύσουν —γιατί αναγνώρισαν εκεί την ίδια τους την πτώση.

Είμαι η Βαλ.
Και περπατάω.
Περπατάω και παρατηρώ, χιλιάδες χρόνια τώρα, ανάμεσα σε κόσμους, ανάμεσα σε εποχές.

Έφερα το Φως.
Έφερα την αποδοχή και τη συγχώρεση.
Μα για να μπορέσω να τα φέρω σε εσάς, πρώτα χρειάστηκε να βαδίσω το πιο δύσκολο μονοπάτι: να αποδεχτώ και να συγχωρήσω τον ίδιο μου τον εαυτό.

Μόνο τότε γεννήθηκε αληθινά το Φως μέσα μου.

Βασιλική Γκόγκα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading