[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
*
Οι πίνακες του Κρόφορντ Χερντ
του Κόρμπετ Ντούλαν
(Τεύχος Νοεμβρίου, 1898, σελ. 9-11)
Αγαπητέ αναγνώστη,
Οι άνθρωποι που ασχολούμαστε με τις Τέχνες, συχνά αντιμετωπίζουμε προβλήματα με άλλους, κυρίως με τους οικείους μας. Η συγγραφή, η ζωγραφική, η μουσική αποτελούν στόχους χλεύης πολλές φορές, και μεγαλύτερης ηλικίας άντρες και γυναίκες αποτρέπουν τα παιδιά τους από το να κυνηγήσουν το όνειρό τους, σκεπτόμενοι το καλό τους, ή έτσι ισχυρίζονται, τέλος πάντων. Όμως, οι καλλιτέχνες αντιδρούμε σε τέτοιες συμπεριφορές, με τον τρόπο μας.
Ελπίζω, αγαπητέ αναγνώστη, να μην κάνεις παρόμοιο λάθος στο μέλλον. Κι αν το έχεις ήδη κάνει, σπεύσε να το διορθώσεις πριν να είναι αργά. Νομίζω πως αυτή τη συμβουλή θα σου έδινε και ο κύριος Ντούλαν.
Κλαρκ Μέιχεμ
Έκανε πολύ κρύο στο ολοφώτιστο αρχοντικό των Χερντ, αλλά κανείς δεν θα διαμαρτυρόταν για αυτό, καθώς οι ξένοι που είχαν έρθει δυσανασχετούσαν περισσότερο με τον ιδιοκτήτη και την ανεκδιήγητη συμπεριφορά του, να τους έχει να στέκονται όρθιοι και δίχως υπηρέτες να τους εξυπηρετούν.
Όλοι οι καλεσμένοι παρατηρούσαν τον οικοδεσπότη τους, τον Κρόφορντ Χερντ, καθώς ζωγράφιζε τον τελευταίο πίνακά του. Είχε στήσει το καβαλέτο του και είχε καθίσει ανάμεσά τους στο τεράστιο σαλόνι του σπιτιού του. Αυτός καλλιτεχνούσε, ενώ κάποιος έπαιζε στο πιάνο και οι άλλοι μιλούσαν αναμεταξύ τους, δίχως να ενοχλούν τον ογδοντάχρονο Κρόφορντ. Ήταν το έργο της ζωής του, όπως έλεγε σε όλους. Το είχε ξεκινήσει από τότε που ήταν είκοσι χρονών και είχε αρχίσει να εργάζεται στη βιομηχανία του πατέρα του, μια δουλειά που δεν του άρεσε καθόλου, κάνοντας παρέα μόνο με ανθρώπους που του σύστηναν ο πατέρας και η μητέρα του, ο Θεός να αναπαύει τις ψυχές τους. Είχαν προσπαθήσει όλοι (οι γονείς και οι «φίλοι» του) να αποτρέψουν τον Κρόφορντ να ασχοληθεί με το μεγάλο πάθος του, την ζωγραφική, ώστε να μην καταντήσει φτωχός, καθώς οι οικείοι του θα τον απαρνούνταν και δεν θα είχε κανένα δικαίωμα στην κληρονομιά του. Τα είχαν καταφέρει, αλλά μόνο εν μέρει, μιας και ο Κρόφορντ τους είχε κάνει το χατίρι να μη δοθεί εξ ολοκλήρου στην Τέχνη, αλλά είχε βρει το χρόνο και την ευκαιρία για να μάθει να φιλοτεχνεί πίνακες, αρχικά για να φτιάχνει τοπία και πορτραίτα. Όμως, στο μυαλό του ήδη είχε ένα συγκεκριμένο μοτίβο, μια σειρά πινάκων με ένα συγκεκριμένο θέμα που ήθελε να φτιάξει, όσα χρόνια και αν του έπαιρνε για να το ολοκληρώσει. Το είχε αρχίσει στα κρυφά, στο υπόγειο του αχανούς σπιτιού του, και τώρα, ξέροντας ότι έφτανε στο τέλος, όχι μόνο δεν είχε κανένα λόγο να το αποκρύπτει, μα ήθελε να το δουν όλοι, σε όλο του το μεγαλείο. Για αυτό και είχε βάλει τα άτομα του προσωπικού του (όλοι καινούριοι και πιο ευχάριστοι άνθρωποι από αυτούς με τους οποίους είχε μεγαλώσει ο Κρόφορντ), να φέρουν τους υπόλοιπους πίνακες από το υπόγειο και να τους κρεμάσουν σε κάθε χώρο του σπιτιού και έπειτα να φύγουν από αυτό. Ήταν μια δουλειά που δεν τους άρεσε (μιας και οι πίνακες είχαν κάτι το τρομαχτικό, ήταν τοπία καφετιά με μαύρα δέντρα, τα οποία σταδιακά αντικαθίσταντο από το περιβάλλον μιας πόλης, που όμως παρέμενε σκοτεινή, ενώ σε όλους τους πίνακες φαινόταν μια σκιώδης μορφή που, από πίνακα σε πίνακα, γινόταν ολοένα και μεγαλύτερη, καθώς ο καλλιτέχνης τη σχεδίαζε όλο και πιο κοντά στον παρατηρητή), αλλά χαίρονταν που δεν θα ήταν παρόντες στην εκδήλωση. Ο ίδιος ο Κρόφορντ θα αναλάμβανε να ολοκληρώσει το τελευταίο κομμάτι μπροστά σε όλους όσους ήξερε από παλιά.
Οι καλεσμένοι είχαν αρχίσει να νιώθουν την παγωνιά ήδη από τη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στο αρχοντικό, τούτη την κατά τα άλλα ζεστή βραδιά, αλλά ευτυχώς φορούσαν πανωφόρια που τους κρατούσαν σχετικά ζεστούς. Παρ’ όλ’ αυτά, πολλοί ανέφεραν ότι θα αποχωρούσαν σε λίγο, ειδικά και επειδή δεν είχαν καμία όρεξη να βλέπουν τον Κρόφορντ να ασχολείται «με ανοησίες» παρά με τους ιδίους. Όχι ότι τον συμπαθούσαν ιδιαίτερα, ποτέ δεν τον αποδέχτηκαν, αλλά είχαν κρατήσει επαφή μαζί του λόγω των γονιών του… και των χρημάτων του, που ο Κρόφορντ δεν είχε πρόβλημα να τα μοιράζει. Ωστόσο, τους φαινόταν αδιανόητο να μην τους δίνει την πρέπουσα σημασία για έναν άσχημο πίνακα ζωγραφικής, που παρουσίαζε έναν σκιώδη καβαλάρη χωρίς χαρακτηριστικά που στεκόταν με το άλογό του στο σαλόνι κάποιου μεγάλου σπιτιού, ανάμεσα σε κουστουμαρισμένους άντρες και γυναίκες με μακριά, πολυτελή φορέματα.
Όμως, δεν έφευγαν.
Κι όταν κάποιοι αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το αρχοντικό, διαπίστωσαν ότι είχαν καθυστερήσει πολύ.
Τη στιγμή που άντρες και γυναίκες άφηναν τα ποτήρια τους και κάποιοι πλησίαζαν τον Κρόφορντ για να του μιλήσουν και για να δουν αν τελειώνει το έργο του, ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην εξώθυρα και έπειτα ποδοβολητά σαν… οπλές αλόγου, που πλησίαζαν. Χλιμιντρίσματα έφτασαν στα αυτιά των καλεσμένων. Η μουσική σταμάτησε και πολλοί οπισθοχώρησαν, διερωτώμενοι αν υπήρχε άλλη διέξοδος.
Όλοι αναρωτήθηκαν τι συμβαίνει. Όλοι εκτός από τον Κρόφορντ, που καθόταν στο σκαμνί του, ιδρωμένος, κουρασμένος, με τα χέρια του μουτζουρωμένα. Χαμογελούσε σαρδόνια, καθώς έβαζε τις τελευταίες πινελιές, ώστε ο Μαύρος Θάνατος, που είχε ξεκινήσει από την Κόλαση και τόσα χρόνια διέσχιζε την οικουμένη, επιτέλους θα έφτανε στην κόλαση των Χερντ, στην οποία είχε μεγαλώσει ο Κρόφορντ από γεννησιμιού του.
Καθώς η πόρτα του μεγάλου χώρου εκδηλώσεων έσπαγε και η σκιώδης μορφή που είχε δημιουργήσει ο Κρόφορντ εισέβαλλε καβάλα στο άτι του, προκαλώντας αρχικά φωνές και κλάματα, αλλά έπειτα (ενώ προχωρούσε προς τον δημιουργό του) αρρωσταίνοντας και σκοτώνοντας τους πάντες στο διάβα του, εκείνος λυπήθηκε για ένα πράγμα: που δεν είχε προφτάσει να ολοκληρώσει το έργο του όσο ζούσαν οι γονείς του. Ψυχορραγώντας και ο ίδιος από το δημιούργημά του, σκέφτηκε ότι ένα τέτοιο μαρτυρικό τέλος θα έπρεπε να έχουν ο πατέρας και η μητέρα του, που τόσο τον είχαν ταλαιπωρήσει.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Κόρμπετ Ντούλαν γεννήθηκε το 1868 στο Λέστερ, όπου ζει κιόλας. Θαυμάζει το έργο του Έντγκαρ Άλαν Πόε και του Γουίλκι Κόλινς και θα ήθελε να γράψει κάποτε κάτι εξίσου μεγαλόπρεπο με τα έργα αυτών των συγγραφέων.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
