Παρασκευή

«Ήταν πρωί του Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή…», ξύπνησε όπως συνήθως τους τελευταίους μήνες, με ένα τραγούδι να αντηχεί στο όνειρό της. Τους τελευταίους δυο μήνες για την ακρίβεια. Ετοίμασε το χαμομήλι της και κάθισε στο μπαλκόνι, δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Γιατί; Ένα ατελείωτο γιατί την έπνιγε. Δυο μήνες είχαν περάσει από τότε που διαγνώστηκε με αυτή την παλιοαρρώστια. Δυο μήνες που είχε να βγει από το σπίτι και είχε κλειστεί στον εαυτό της. Δεν απαντούσε στα τηλέφωνα και στα μηνύματα φίλων και συγγενών. Κανέναν δεν ήθελε δίπλα της, ούτε καν τον σύζυγό της.

Μεγάλη Παρασκευή σήμερα και οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα. Να χτυπούσαν για αυτήν άραγε; Όλα, όλα τα είχε καταφέρει, γιατί τώρα; Γνώρισε τον σωστό άντρα, βρήκε μια δουλειά που τη γέμιζε και την αγαπούσε, περίμενε να γίνει μητέρα σε λίγες μέρες. Γιατί τώρα; Άκουγε τις καμπάνες να χτυπάνε πένθιμα και ένιωθε κάτι να τη τραβάει εκτός σπιτιού. Να περάσει μια τελευταία φορά κάτω από τον επιτάφιο, μόνη της, ούτως η άλλως μόνη της τον τραβούσε αυτόν τον Γολγοθά δυο μήνες τώρα. Αυτή το επέλεξε, το ήξερε, γιατί δεν άντεχε κανέναν κοντά της. Αφού αυτό της μοίρασε η ζωή, θα το ζούσε, οι υπόλοιποι δεν έφταιγαν σε τίποτα.

Λόγω της εγκυμοσύνης δεν μπορούσε να ακολουθήσει τη προβλεπόμενη θεραπεία, όχι ότι θα βοηθούσε φυσικά. Ο γιατρός την είχε ενημερώσει πως ήταν πολύ δύσκολη περίπτωση. Ωστόσο αν ήθελε να το παλέψει, θα έπρεπε να διακόψουν τη κύηση πρώτα. Έπρεπε να διαλέξει και διάλεξε τη ζωή, αυτήν που κουβαλούσε μέσα της. Το μόνο που ευχόταν ήταν να προλάβει να δει το αγγελούδι της. Οι καμπάνες επέμεναν όμως. Ντύθηκε στα γρήγορα και βγήκε για πρώτη φορά ύστερα από δυο μήνες στον έξω κόσμο, η εκκλησία ευτυχώς βρισκόταν κοντά.

Σαν υπνωτισμένη μπήκε στον ναό και προσπάθησε με τη κοιλιά τούρλα να περάσει κάτω από τον επιτάφιο, το είχε ανάγκη, μια τελευταία φορά. Όταν επιτέλους τα κατάφερε και στάθηκε να προσκυνήσει τις εικόνες στο ιερό, ένιωσε δυο μικρά χεράκια να την τραβάνε και να την αγκαλιάζουν από πίσω. Το σκηνικό συνοδευόταν από επιφωνήματα χαράς «Μανούλα, ήρθες επιτέλους!». Ταράχτηκε και γύρισε να δει τι συμβαίνει, ένα μικρό κορίτσι κοντά τριών ετών στεκόταν μπροστά της. Δεν ήξερε τι έπρεπε να απαντήσει στη μικρούλα, τότε ευτυχώς επενέβει μια ηλικιωμένη γυναίκα. Αγκάλιασε τη μικρή, της είπε κάτι τρυφερά στο αυτί και μετά της ζήτησε να την περιμένει για δυο λεπτά έξω από την εκκλησία, στο προαύλιο, μαζί με τα υπόλοιπα παιδάκια. Η γυναίκα την κοιτούσε απολογητικά. «Συγγνώμη για την ενόχληση, παιδί είναι και ψάχνει τη μαμά του. Βλέπετε, η γυναίκα που το έφερε στον κόσμο, εξαφανίστηκε μετά τη γέννα. Έστειλε απλά ένα μήνυμα στον γιο μου αν ήθελε να παραλάβει την κόρη του από το μαιευτήριο. Είχαν ένα σύντομο ειδύλιο, δούλευε σε ένα μπαρ και δεν ήθελε να χαλάσει τη ζωή της για ένα μωρό. Ο γιός μου, αν και δε γνώριζε τίποτα για την εγκυμοσύνη, αποφάσισε να μεγαλώσει ο ίδιος το παιδί. Μέχρι πριν ένα χρόνο, που σκοτώθηκε σε τροχαίο και πλέον είμαι η μόνη που της έχει απομείνει. Λυπάμαι για την αναστάτωση, απλά μένετε ακριβώς απέναντι και όταν σας είδε να κλαίτε, φαντάστηκε ότι είστε η μαμά της και κλαίτε γιατί τη χάσατε. Της έχω εξηγήσει άπειρες φορές, όμως επιμένει πως επειδή δε βγαίνετε από το σπίτι, γι’ αυτό δεν μπορείτε να έρθετε. Παιδί είναι, θα μεγαλώσει και θα καταλάβει. Συγγνώμη και πάλι». Έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένη την ηλικιωμένη γυναίκα που απομακρυνόταν. Κανένα παιδί δεν πρέπει να μεγαλώνει χωρίς τη μαμά του! Και το δικό της τα ίδια θα ζούσε, μα πόση πια αδικία σ’ αυτόν τον κόσμο;

Γύρισε ράκος στο σπίτι και έκλεισε τα παντζούρια, μη τη βλέπει και στεναχωριέται η μικρούλα. Έκλαιγε και την πήρε ο ύπνος στον καναπέ. Ξύπνησε από τους χτύπους στην πόρτα, είχε βραδιάσει και δεν περίμενε επισκέψεις. Ο σύζυγός της θα επέστρεφε το επόμενο πρωί από ένα επαγγελματικό ταξίδι, ίσως όμως συνέβη κάτι απρόοπτο και δεν έβρισκε τα κλειδιά του. Μέσα στη θολούρα του ύπνου άνοιξε μηχανικά την εξώπορτα και αντίκρυσε το πιο παράξενο θέαμα που είχε δει ποτέ.
Μπροστά της στεκόταν ένας νεαρός άντρας, ξυπόλυτος και φορούσε μια χλαμύδα. Μάλλον συνέχιζε να κοιμάται ή μπορεί το μικρό τέρας που είχε στο κεφάλι της να είχε πιάσει δουλειά και να είχε παραισθήσεις. Ο απρόσμενος επισκέπτης τη ρώτησε μήπως είχε λίγο νερό να του προσφέρει. Παρά το πόσο σουρεαλιστική ήταν όλη η στιγμή και παρότι σε άλλη περίπτωση δε θα άνοιγε ποτέ τη πόρτα σε έναν άγνωστο, τον προσκάλεσε να περάσει μέσα και πήγε να φέρει ένα ποτήρι νερό. Φαινόταν ταλαιπωρημένος και θεώρησε σωστό να του προτείνει να περάσει στο σαλόνι και να του φέρει κάτι να φάει. Αλλοπρόσαλλος φαινόταν, όμως ακίνδυνος. Άλλωστε ήταν σε όνειρο, όχι; Ο περίεργος επισκέπτης αρνήθηκε ευγενικά, είχε υποχρεώσεις σήμερα. Την ευχαρίστησε και πριν φύγει τη φίλησε απαλά στα μαλλιά, ενώ της έλεγε «κανένα παιδί δεν πρέπει να μεγαλώνει χωρίς τη μαμά του». Ανατρίχιασε και πετάχτηκε από τον καναπέ τόσο απότομα, που παραλίγο να πέσει στο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα. Ήταν τόσο ζωντανό το όνειρο, που δεν κατάφερε να ξανακοιμηθεί μέχρι το ξημέρωμα που γύρισε ο συζυγός της. Ήθελε να του μιλήσει για το παράξενο όνειρο, όμως δε πρόλαβε, την πρόλαβαν τα νερά που έσπασαν και οι πόνοι.

Μια εβδομάδα μετά τη καισαρική, θα έπαιρνε επιτέλους εξιτήριο, ανησυχούσε όμως για τη συνάντηση με τον γιατρό της. Της είχε φανεί ανησυχητικό το γεγονός ότι για πρώτη φορά αντί για μια αξονική, την καθιερωμένη, είχαν προβεί σε τρείς. Ακόμα περισσότερο την ανησύχησε το ύφος του γιατρού όταν κοιτούσε αναστατωμένος μια τις εξετάσεις και μια εκείνη. Όλα φαίνονται καλά, δεν υπάρχει τίποτα, της έλεγε, απορημένος και ο ίδιος.

Φτάνοντας στο σπίτι από το μαιευτήριο, παρατήρησαν μια αναστάτωση στην απέναντι πολυκατοικία. Μια νεκροφόρα και ένα παιδί που έκλαιγε, ενώ προσπαθούσαν να το απομακρύνουν, ήταν το κοριτσάκι που είχε γνωρίσει στην εκκλησία. Ζήτησε από τον σύζυγό της να ρωτήσει τι συμβαίνει. Η γιαγιά της μικρής είχε πεθάνει το βράδυ και τώρα θα αναλάμβαναν οι κοινωνικοί λειτουργοί.

Την επόμενη κιόλας μέρα, πήγε στην κοινωνική υπηρεσία. Αγώνα, μεγάλο αγώνα χρειάστηκε να δώσει μέχρι να πάρει την επιμέλεια του παιδιού. Ευτυχώς είχε αρωγό στην προσπάθειά της τον άντρα της, που για καλή της τύχη ήταν δικηγόρος και ειδικευόταν στο οικογενειακό δίκαιο.

Μεγάλη Παρασκευή και οι καμπάνες χτυπάνε πένθιμα, όχι γι’ αυτήν, όχι πια. Τώρα ξέρει πως κάθε θάνατο τον ακολουθεί μια Ανάσταση. Το ξέρει, γιατί βλέπει τη μικρή Παρασκευή να παίζει αμέριμνη με την αδελφούλα της στον κήπο. Παιδί της καρδιάς, έτσι δεν το λένε;

kolokufoula

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading