Η καρέκλα της κουζίνας έτριξε μόλις κάθισε. Η Ισιδώρα κοίταξε αφηρημένα τη μισοάδεια κούπα μπροστά της. Ο καφές είχε πια κρυώσει, αλλά δεν της έκανε διαφορά. Ήταν η τρίτη μέρα χωρίς να φορέσει παπούτσια. Από το κρεβάτι στην κουζίνα και ξανά πίσω. Ούτε τηλεόραση. Ούτε μουσική. Μόνο ησυχία. Εκείνη η βαριά, που δεν έχει τίποτα το παρήγορο.
Στα 35 της χρόνια, η Ισιδώρα δεν θα περίμενε ποτέ να βρεθεί τόσο χαμηλά. Με πτυχίο, με εμπειρία, με προϋπηρεσία. Μέχρι και σεμιναριακό τίτλο από το εξωτερικό είχε.
Πέντε χρόνια στη φαρμακευτική εταιρεία «MediVita», κι όμως, όταν άρχισαν οι περικοπές, η δική της θέση ήταν από τις πρώτες που καταργήθηκαν. Της είπαν ότι «η συμβολή της υπήρξε πολύτιμη». Το χαρτί έγραφε: «Λύση σύμβασης». Το βλέμμα του διευθυντή ήταν στραμμένο στο κινητό του.
Επέστρεψε στο σπίτι εκείνο το απόγευμα με έναν φάκελο και ένα άδειο βλέμμα. Ο Θοδωρής την κοίταξε από τον καναπέ με τα πόδια πάνω στο τραπεζάκι.
«Τι έγινε;»
«Με απολύσανε.»
«Ε, σιγά. Θα βρεις κάτι άλλο. Μην κάνεις έτσι.»
Δεν την πλησίασε. Δεν σηκώθηκε. Δεν την αγκάλιασε.
Ήταν μαζί επτά χρόνια. Είχε μπει στη ζωή της σαν καλοκαίρι: γοητευτικός, γελαστός, ανάλαφρος. Στην αρχή, την έκανε να νιώθει ξεχωριστή, επιθυμητή. Τώρα, την έκανε να νιώθει… βάρος. Τον τελευταίο χρόνο, δεν συζητούσαν πια. Εκείνος όλο και πιο κλειστός, εκείνη όλο και πιο εσωστρεφής. Δεν την προσέγγιζε πια. Ούτε με λόγια, ούτε με πράξεις. Της έλεγε συχνά: «Μην ψάχνεις νόημα παντού». Μα εκείνη ήθελε απαντήσεις. Κι εκείνος δεν είχε καμία.
Τον αγαπούσε ακόμα. Ή έτσι νόμιζε.
Η γειτονιά ήξερε τα πάντα. Στη λαϊκή, στο φαρμακείο, στο φούρνο. Κάθε της έξοδος περνούσε από δεκάδες βλέμματα. Μια φορά, η κυρία Αργυρώ της είπε με χαμηλή φωνή: «Τον βλέπω τον Θοδωρή συχνά με μια μικρούλα. Μπορεί να κάνω και λάθος…»
Δεν της απάντησε. Την ευχαρίστησε μηχανικά και γύρισε σπίτι. Εκείνο το βράδυ, δεν του είπε τίποτα. Δεν είχε νόημα.
Το CV της είχε σταλεί σε 24 εταιρείες. Της απάντησαν δύο. Η μία ευγενικά: «Δεν προχωράτε στη διαδικασία». Η άλλη δεν είχε φουλ ωράριο που να καλύπτει τα έξοδα του σπιτιού. Από τους υπόλοιπους καμία απάντηση. Κανείς δεν την ήθελε, ούτε καν για συνέντευξη. Σαν να είχε γίνει αόρατη, όχι μόνο στο σπίτι, αλλά και στον κόσμο.
Και η Ισιδώρα, με ένα νοίκι και με τον Θοδωρή να δουλεύει «λίγο από εδώ, λίγο από εκεί», ένιωθε να χάνεται.
Η μάνα της, στην Ξάνθη, την έπαιρνε κάθε μέρα. Της έλεγε να πάει πίσω. «Έλα, κόρη μου, έστω για λίγο. Να πάρεις ανάσα». Δεν μπορούσε. Δεν ήθελε. Ήθελε να μείνει, να φανεί δυνατή. Ή… να μην δώσει δικαιώματα.
«Αν φύγω, θα λένε όλοι ότι με παράτησε», της είχε πει μια μέρα στη φίλη της, τη Λουκία. «Θα λένε “δεν τα κατάφερε”.»
Η Λουκία, συνάδελφος που αργότερα έγινε φίλη και παρέα, την κοίταξε με εκείνο το ειλικρινές, σκληρό βλέμμα.
«Ισιδώρα, οι άλλοι λένε έτσι κι αλλιώς. Τη ζωή σου τη ζεις για εσένα, όχι για την κυρά-Λένα από απέναντι.»
Η Ισιδώρα χαμογέλασε αμυδρά. Δεν ήταν τόσο εύκολο.
Κάθε απόγευμα πήγαινε με τα πόδια μέχρι το πάρκο της γειτονιάς. Εκεί καθόταν στο ίδιο παγκάκι, εκείνο δίπλα στο ξεχασμένο σιντριβάνι, και παρατηρούσε τους ανθρώπους. Της φαινόταν ότι όλοι κάπου πήγαιναν. Όλοι, εκτός από εκείνη.
Μια μέρα, ενώ καθόταν στο παγκάκι, την πλησίασε μια ηλικιωμένη κυρία. Λεπτή, με μαλλιά πιασμένα σε κότσο και ένα βλέμμα καθαρό, σαν να ήξερε κάτι περισσότερο από όλους.
«Σε βλέπω κάθε μέρα εδώ», της είπε η άγνωστη. «Σαν να περιμένεις κάτι.»
Η Ισιδώρα χαμογέλασε αμήχανα.
«Ίσως περιμένω τον εαυτό μου να γυρίσει.»
Η γριά γυναίκα κάθισε δίπλα της.
«Κάποτε πίστευα κι εγώ πως έπρεπε να μείνω για να μην μιλήσει ο κόσμος. Ξέρεις τι κατάλαβα; Ο κόσμος μιλάει είτε μείνεις είτε φύγεις. Αλλά μόνο φεύγοντας αρχίζεις να ζεις.»
Ήταν σαν κάποιος να της τράβηξε τις κουρτίνες από τα μάτια. Δεν μίλησε. Μόνο γύρισε και την κοίταξε.
«Πώς σας λένε;», τη ρώτησε.
«Βασιλική. Και κάποτε ήμουν σαν κι εσένα.»
Από εκείνη τη μέρα, η Βασιλική έγινε κάτι σαν καθρέφτης. Έβλεπε την Ισιδώρα όπως δεν μπορούσε να δει τον εαυτό της. Έλεγαν λίγα, αλλά τα σημαντικά.
«Η αγάπη που σου αρνείται να σου μιλήσει, δεν είναι αγάπη. Είναι συνήθεια ντυμένη με φόβο», της είπε ένα απόγευμα η Βασιλική, κι η φράση έμεινε να αιωρείται στον αέρα σαν φθινοπωρινό φύλλο.
Μια μέρα, βγήκε από το σπίτι και περπάτησε μέχρι που ο δρόμος την έβγαλε σε μια παιδική χαρά μέσα στο πάρκο. Εκεί, στο μικρό παρκάκι με τις ξεθωριασμένες κούνιες, κάθισε στο παγκάκι και κοίταζε τα σύννεφα. Μια παρέα παιδιών έπαιζε πιο πέρα. Ένα κοριτσάκι με μακριές κοτσίδες ήρθε κοντά της.
«Εσύ είσαι λυπημένη;» τη ρώτησε.
Η Ισιδώρα χαμογέλασε με κόπο.
«Ναι, λίγο.»
«Εγώ όταν είμαι λυπημένη, κοιτάζω ψηλά. Και σκέφτομαι κάτι όμορφο. Πιάνει πάντα.»
Η Ισιδώρα την ευχαρίστησε. Το κορίτσι έτρεξε πίσω στους φίλους του.
Κοίταξε τον ουρανό. Ήταν γκρι, αλλά όχι βαθύ. Ένα φως φαινόταν από πίσω. Ίσως να είχε δίκιο η μικρή.
Ένα βράδυ, επέστρεψε σπίτι κι ο Θοδωρής ήταν στον καναπέ. Δεν γύρισε να τη δει. Η τηλεόραση ανοιχτή, τα φώτα κίτρινα, μουντά.
«Μίλησες σήμερα καθόλου με κάποιον;» τον ρώτησε.
«Όχι.»
«Ούτε με μένα.»
Δεν απάντησε. Μόνο άλλαξε κανάλι. Εκείνη κάθισε στην κουζίνα. Έβαλε ένα ποτήρι κρασί και κοίταξε έξω. Το φως από τη λάμπα του δρόμου έμπαινε λοξά και χρωμάτιζε το τραπεζομάντιλο με σκιές. Δεν ήταν σπίτι αυτό πια. Ήταν απλώς ένας σταθμός αναμονής.
Το ίδιο βράδυ, άρχισε να γράφει. Χρόνια είχε να γράψει. Πήρε ένα τετράδιο και άρχισε να σημειώνει:
«Θέλω να φύγω. Θέλω να ζήσω. Θέλω να ξαναβρώ τη χαρά. Όχι να τρέξω πίσω της. Να της φτιάξω χώρο να έρθει.»
Έγραψε μέχρι που την πήρε ο ύπνος στο τραπέζι.
Πέρασαν τρεις εβδομάδες. Ένα βράδυ, ο Θοδωρής της είπε πως θα αργήσει. Κάτι είχε με κάτι φίλους.
Η Ισιδώρα άνοιξε το λάπτοπ της. Δεν έστειλε βιογραφικά. Άνοιξε ένα έγγραφο και έγραψε: «Τι θα έκανες αν δεν φοβόσουν;»
Κι από κάτω έγραψε: Θα έφευγα. Θα ξεκινούσα από την αρχή. Θα πήγαινα σε μια άλλη πόλη, όπου δεν με ξέρει κανείς. Θα έψαχνα ξανά τον εαυτό μου.
Έκλεισε το λάπτοπ. Έκανε ένα ζεστό τσάι. Πήρε χαρτί και μολύβι. Κι άρχισε να γράφει όλα αυτά που είχε ξεχάσει: τι της άρεσε παλιά, τι όνειρα είχε, πότε σταμάτησε να γελάει.
Το επόμενο πρωί, έφτιαξε βαλίτσα.
Όχι για να φύγει μόνιμα. Για ένα σαββατοκύριακο στην Ξάνθη. Στη μάνα της. Να δει πώς νιώθει.
Η μάνα της την αγκάλιασε σφιχτά. Κοιμήθηκε πρώτη φορά ήσυχα. Το επόμενο πρωί, πήγε μια βόλτα στην αγορά. Χαιρετούσε τους παλιούς συμμαθητές, τις παλιές της δασκάλες. Άνθρωποι απλοί, που δεν την ρώτησαν τι απέγινε με τον Θοδωρή. Της είπαν απλώς: «Καλώς ήρθες.»
Ένα μαγαζάκι με βιολογικά προϊόντα είχε αγγελία: «Ζητείται υπάλληλος για ημιαπασχόληση». Μπήκε μέσα. Η κυρία Σοφία, η ιδιοκτήτρια, τη θυμόταν από μικρή.
«Δοκίμασε, Ισιδώρα μου. Αν σου αρέσει, βλέπουμε.»
Δεν της φαινόταν πολύ, μα της άρεσε. Το απόγευμα μίλησε με τη μάνα της.
«Θέλω να μείνω για λίγο.»
Η μάνα της δεν είπε τίποτα. Της έστρωσε καθαρά σεντόνια.
Τρεις μήνες αργότερα, η Ισιδώρα δούλευε πλέον μόνιμα στο μαγαζί. Είχε ξαναβρεί το χρώμα στα μάγουλά της. Ξεκίνησε και μαθήματα σχεδίου. Κάποτε της άρεσε να ζωγραφίζει. Το είχε ξεχάσει.
Ο Θοδωρής της έστειλε ένα μήνυμα: «Πότε θα γυρίσεις;»
Δεν απάντησε.
Δεν γύρισε.
Άρχισε να ζει. Ήρεμα. Καθαρά. Με επιλογές που της ανήκαν. Άρχισε να γράφει σε ένα ημερολόγιο. Και μια μέρα, έγραψε ένα γράμμα στην αγαπημένη και νεοαποκτηθείσα φίλη της Βασιλική:
«Δεν είμαι αυτή που ήμουν. Αλλά μου αρέσει αυτή που γίνομαι.»
«Έφυγα», της έγραψε. «Και δεν γύρισα πίσω. Καμιά φορά, για να βρεις τη ζωή σου, πρέπει να τη χάσεις πρώτα.»
Και κοίταξε τον ουρανό. Ήταν πάλι γκρι, αλλά πίσω του είχε φως.
Η Ισιδώρα έγραψε ένα άρθρο με τίτλο: «Η γενναιότητα να φεύγεις». Δημοσιεύτηκε σε τοπική εφημερίδα. Κάποιες γυναίκες την αναγνώρισαν και της έγραψαν ευχαριστίες. Είχε ανοίξει δρόμο.
Μια Κυριακή, έπιασε το χέρι του Πέτρου ενώ περπατούσαν στην παραλία. Δεν φοβόταν πια. Ούτε τη μοναξιά, ούτε το κουτσομπολιό, ούτε το μέλλον. Η Ισιδώρα είχε κερδίσει κάτι πολύτιμο:
Τη φωνή της. Τον εαυτό της. Τη ζωή της.
Αλεξάνδρα Καραφώτη
