Οι αδερφές

-Πώς το έκανες αυτό ρε Λένα; Αλήθεια, τι σκεφτόσουν; ούρλιαξε σχεδόν η Ξένια και συνέχισε να περπατάει πάνω κάτω στο δωμάτιο, ενώ η Λένα βρισκόταν κουλουριασμένη στη γωνία του κρεβατιού της, με το πρόσωπό της κρυμμένο στα χέρια της

-Δεν ξέρω. Τον εμπιστεύτηκα όταν…

-Πώς τον εμπιστεύτηκες; Τον ξέρεις ελάχιστα!

-Έκανα λάθος! Το ξέρω! Δεν έπρεπε να το επιτρέψω… συνέχισε η Λένα κι άρχισε ξανά να κλαίει

-Έλα σταμάτα… μαλάκωσε η Ξένια τον τόνο της και πήγε κοντά στη Λένα, κλείνοντάς την στην αγκαλιά σου. Θα βρούμε λύση, δεν μπορεί! 

Η Λένα αφέθηκε στα χέρια της αδερφικής της φίλης κι έκλαψε γοερά, ενώ η Ξένια παρέμεινε εκεί, αμίλητη, αγκαλιά-βράχος για τη φίλη της σε αυτή τη δύσκολη στιγμή που περνούσε. Της τα είχε πει, απ’ την αρχή ο Πέτρος δεν της άρεσε, κάτι στο βλέμμα του, κάτι στις περίεργες παρέες του… δεν ήταν ώρα όμως να της πει “στα ‘λεγα”, τώρα έπρεπε να σταθεί δίπλα της και να την βοηθήσει, έτσι κάνουν οι φίλες, έτσι έκαναν πάντα οι δυο τους.

Ήταν δεν ήταν τριών χρονών όταν γνωρίστηκαν. Πρώτη μέρα στον παιδικό σταθμό, την ώρα που οι δασκάλες καλωσόριζαν τα παιδιά κι ενώ η Ξένια είχε ήδη αρχίσει να συστήνεται σε όλους γύρω της, παρατήρησε ένα μικροκαμωμένο ξανθό κοριτσάκι με κοτσιδάκια, κολλημένο στο πόδι της μαμάς του, να στέκεται αμίλητο και βουρκωμένο και να κοιτάει με τρόμο γύρω του. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήγε κοντά της, την κοίταξε καλά καλά και της είπε “Έλα, πάμε να παίξουμε!”. Αυτό ήταν! Η Λένα διστακτική της έδωσε το χέρι και άρχισαν να τρέχουν γύρω γύρω. Αυτή η φράση ήταν η αρχή μιας φιλίας που κρατούσε πάνω από δεκαπέντε χρόνια τώρα.

Δεν έμοιαζαν μεταξύ τους, ούτε εξωτερικά, ούτε εσωτερικά. Η Ξένια ήταν ψηλή, μελαχρινή, με δυο τεράστια πράσινα μάτια και επιβλητικό περπάτημα κι απ’ την άλλη η Λένα ήταν πιο μικροκαμωμένη, με μακριά ξανθά μαλλιά και έντονα μαύρα μάτια. Η Ξένια ήταν δυναμική, φωνακλού κι ενίοτε καβγατζού, πολυλογού κι έξω καρδιά, ενώ η Λένα χαμηλών τόνων, συναισθηματική, σοβαρή και λιγομίλητη. Δυο άνθρωποι τόσο διαφορετικοί, που όμως φαινόταν πως συμπλήρωναν απόλυτα η μία την άλλη. “Οι αδερφές”, τις φώναζαν πάντα, τόσο αγαπημένες, τόσο δεμένες, τόσο “μαζί”. Ποτέ τους δεν είχαν χωριστεί, μαζί στο σχολείο -πάντα στο ίδιο θρανίο-, μαζί στο φροντιστήριο -με την Ξένια να κρυφοκοιτάει τις κόλλες της Λένας για να αντιγράφει μιας και ήταν μόνιμα αδιάβαστη-, μαζί στις παρέες, μαζί στις βόλτες, μαζί στις εκδρομές. Ακόμη και διακοπές έκαναν μαζί από αρχές του δημοτικού, οι γονείς τους άρχισαν κι εκείνοι να κάνουν παρέα και μιας κι ήταν κι οι δυο μοναχοκόρες, περνούσαν όλοι καλύτερα όταν ήταν όλοι μαζί. Για πρώτη φορά έπρεπε να χωριστούν δύο χρόνια περίπου πριν, που η Λένα πέρασε στο Πανεπιστήμιο, στη σχολή της επιλογής της, στην Κομοτηνή.

-Θα μου λείψεις Ξενάκι! 

-Κι εσύ θα μου λείψεις μικρή! Πολύ! Αλλά θα έρχομαι, μη νομίζεις πως θα περάσεις φοιτητική ζωή μόνη σου! Μπορεί να ήμουν στουρνάρι και να μην πέρασα πουθενά, αλλά θα ανεβαίνω Κομοτηνή να ξεσαλώνουμε. Φοιτήτρια δεν θα γίνω, αλλά φοιτητική ζωή θα περάσω! Πόσο τυχερή πια! της έλεγε γελώντας η Ξένια, την ώρα που την αποχαιρετούσε

-Κι εγώ θα έρχομαι Θεσσαλονίκη συνέχεια! 

-Αυτό σου έλειπε! Άντε φύγε, γιατί βλέπω ο μπαμπάς σου στο αμάξι έχει αρχίσει να χάνει την υπομονή του που αργείς τόσο. Πρέπει να ξεκινήσετε, έχετε δρόμο μπροστά σας!

Αγκαλιάστηκαν σφιχτά με την υπόσχεση να μην αφήσουν την απόσταση να επηρεάσει τη φιλία τους. Και τα κατάφεραν! Κάποια σαββατοκύριακα η Ξένια στην Κομοτηνή, όταν δεν δούλευε στο μαγαζί του πατέρα της κι άλλα σαββατοκύριακα η Λένα στη Θεσσαλονίκη, να δει τους γονείς της και την “αδερφή” της. Και φυσικά τις καθημερινές, αμέτρητες ώρες στα τηλέφωνα, στις βιντεοκλήσεις και στα μηνύματα, να ενημερώνει η μία την άλλη με κάθε λεπτομέρεια για τα τεκταινόμενα της κάθε μέρας.

Ήταν κάπου έξι μήνες πριν, που η Λένα ενημέρωσε την Ξένια για τον Πέτρο, έναν τύπο που είχε γνωρίσει σε μια καφετέρια κοντά στη σχολή της, που πήγαινε με τους φίλους της πριν ή μετά τα μαθήματα. Η Λένα έδειχνε ενθουσιασμένη μαζί του κι έστελνε στη φίλη της φωτογραφίες τους και κάποιες φορές σκρινσοτς απ’ τις συνομιλίες τους. Η Ξένια στην αρχή χάρηκε, μιας κι η Λένα ήταν καιρό κολλημένη με την προηγούμενη σχέση της και δεν έλεγε να κάνει κάτι καινούριο, πολύ σύντομα όμως, όταν σ’ ένα ταξίδι που έκανε η Ξένια στην Κομοτηνή, τον γνώρισε, κάτι άρχισε να την τρώει μέσα της. Αυτός ο άνθρωπος ήταν περίεργος, κάτι στο βλέμμα του, κάτι στις κινήσεις του… δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς τι της ξένιζε, όταν όμως το εξομολογήθηκε στη Λένα, εκείνη έσπευσε να τον υπερασπιστεί. “Είναι καλό παιδί Ξένια και με προσέχει πολύ! Αν τον γνωρίσεις καλύτερα, θα καταλάβεις ότι έχω δίκιο! Είναι ερωτευμένος μαζί μου, όπως κι εγώ!”. Η Ξένια δεν μπορούσε να πει περισσότερα, γιατί απ’ τη μια έβλεπε πως η φίλη της ήταν πολύ ευτυχισμένη, αλλά απ’ την άλλη δεν είχε και απτές αποδείξεις πως ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν σωστός, παρόλα αυτά της έλεγε συνεχώς να προσέχει. Και να που τελικά αποδείχτηκε σωστό το ένστικτό της, τους την έκανε το “καλό παιδί”!

-Σήκω! Πάμε σπίτι του, θα του πω εγώ δυο λογάκια! φώναξε φανερά εκνευρισμένη η Ξένια

-Δεν καταλαβαίνεις; Δεν περνάνε τσαμπουκάδες τώρα! Αν δεν του δώσω τα λεφτά μέχρι την Κυριακή, θα διαρρεύσει τα βίντεο παντού!

-Και πού θα βρούμε τόσα λεφτά ρε Λένα; Αυτά μπόρεσα να βρω! είπε η Ξένια και έβγαλε απ’ την τσέπη της μια χούφτα χαρτονομίσματα και τα πέταξε στο κρεβάτι

-Έχω κι εγώ κάποια χρήματα, να τα βάλουμε όλα μαζί και να του τα πάμε, να ζητήσουμε μια παράταση για τα υπόλοιπα, να…

-Λένα το θέμα δεν είναι τα λεφτά! Ακόμη κι αν είχαμε όλα αυτά που ζητάει, που δεν τα έχουμε, αυτός δεν θα σταματήσει ποτέ! Θα ζητάει κι άλλα κι άλλα… Ως πότε θα του δίνεις;

Η Λένα άρχισε πάλι να κλαίει τόσο, που η Ξένια ένιωσε την ψυχή της να σφίγγεται.

-Ξένια θα στα επιστρέψω, στο υπόσχομαι!

-Είσαι βλάκας; Αυτό νομίζεις ότι είναι το θέμα; Το θέμα είναι πώς θα είμαστε σίγουρες ότι δεν έχει κρατήσει αντίγραφα απ’ τα βίντεο ώστε να συνεχίσει να σ’ εκβιάζει!

-Μου το υποσχέθηκε… ψιθύρισε σχεδόν η Λένα

-Και τον πιστεύεις; ούρλιαξε η Ξένια

-Όχι, αλλά δεν έχω άλλη επιλογή! Μου είπε ότι αν δεν του τα δώσω θα στείλει τα βίντεο στη σχολή μου, σ’ όσους γνωρίζω και δεν γνωρίζω! Ακόμη και στους γονείς μου!

-Οι γονείς σου! Λένα, πρέπει να μιλήσεις στους γονείς σου, αυτή είναι η μόνη λύση!

-Όχι! Όχι! Καλύτερα να πεθάνω! Να πω ότι κάποιος μ’ εκβιάζει με γyμνές φωτογραφίες μου και βίντεο ερwtikou περιεχομένου; 

-Λένα μόνο αυτοί μπορούν να βοηθήσουν, δεν το καταλαβαίνεις;

-Ορκίσου μου ότι δεν θα πεις λέξη στους γονείς μου! Αν πεις οτιδήποτε να ξέρεις πως θα δώσω τέλος στ…

-Μην τολμήσεις ούτε να το ξεστομίσεις αυτό! Ποτέ! Κατάλαβες; τη διέκοψε τρομαγμένη η Ξένια και την έκλεισε ξανά στην αγκαλιά της

-Ορκίσου το! Ορκίσου το στη ζωή μου πως δεν θα πεις λέξη στους γονείς μου!

-Ησύχασε… εντάξει, δεν θα τους πω τίποτα…

Η Ξένια δεν θα πατούσε ποτέ τον όρκο που έδωσε στη φίλη της. Δεν μπορούσε όμως να την αφήσει απροστάτευτη. Της υποσχέθηκε πως δεν θα πει λέξη στους γονείς της, αλλά την έβαλε να της ορκιστεί πως θα πήγαιναν μαζί την επόμενη Κυριακή τα χρήματα στον Πέτρο. Είχε κάτι παραπάνω από μια εβδομάδα να σκεφτεί τι θα κάνει, γιατί ήξερε καλά πως ο εκβιασμός δεν θα σταματούσε εδώ. Ήξερε πως είτε θα συνέχιζε να της ζητάει λεφτά, είτε ότι αφότου τα έπαιρνε, θα διέρρεε τα βίντεο έτσι κι αλλιώς. Και στις δύο περιπτώσεις χαμένη θα ήταν η Λένα, κι αυτό αρνούνταν να το επιτρέψει. Δεν μπορούσε να την αφήσει έρμαιο στα χέρια αυτού του κτήνους, αφενός γιατί δεν ήξερε πού μπορούσε να φτάσει, αφετέρου γιατί φοβόταν ακόμη και το ενδεχόμενο να κάνει η Λένα κακό στον εαυτό της. Τόσες τέτοιες περιπτώσεις είχαν ακούσει! Έπρεπε να βρει μια λύση.

******************

-Πού τα βρήκες όλα αυτά; ρώτησε σαστισμένη η Λένα, όταν την επόμενη Κυριακή το πρωί, η Ξένια της έδωσε ένα τσαντάκι γεμάτο χαρτονομίσματα

-Ζήτησα προκαταβολή απ’ τη δουλειά, απ’ το μπαμπά μου. Κάποια μηνιάτικα μπροστά και καλά για να κάνω ένα σεμινάριο. Μη σε νοιάζει, όλα καλά!

-Ξένια…

-Μην αρχίζεις τα κλάματα πάλι και κλαις και άγαρμπα! Πάμε, μη μας περιμένει κι ο… λεβέντης σου!

Οι δρόμοι ήταν άδειοι και το κρύο τσουχτερό. Η Ξένια περπατούσε κρατώντας σφιχτά το χέρι της Λένας, που την ένιωθε πως ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει. “Όλα καλά…” της ψιθύριζε όταν την ένιωθε να χάνει το θάρρος της. Έφτασαν στο δασάκι που είχε κλειστεί το ραντεβού και κοίταξαν κι οι δυο εξεταστικά γύρω τους, δεν έβλεπαν ψυχή.

-Πού είναι; αναρωτήθηκε η Λένα και κοίταξε γύρω της σα χαμένη

-Θα έρθει, δεν μπορεί! Θα έρθει! είπε η Ξένια όσο πιο πειστικά μπορούσε, αν και φοβόταν μήπως έκανε λάθος

Για δέκα λεπτά περίμεναν αμίλητες μέσα στο κρύο, μέχρι που χτύπησε το κινητό της Λένας. Η Ξένια ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται, όταν άκουγε τη Λένα να λέει “ναι… καταλαβαίνω”.

-Τι σου είπε; 

-Ν’ ανέβουμε στο λόφο, εκεί μας περιμένει.

-Μα, γιατί; Εδώ δεν είχατε ραντεβού;

-Ναι, εδώ. Δεν ξέρω γιατί Ξένια! Πάμε, να τελειώνουμε!

Τον βρήκαν να τις περιμένει ακουμπισμένος σ’ ένα δέντρο. Τον πλησίασαν διστακτικά και τον είδαν να τις κοιτάζει ειρωνικά.

-Έφερες και την αδερφούλα σου μωρό μου; Τι; Φοβόσουν να έρθεις μόνη; είπε κι έκανε ένα βήμα να πάει κοντά τους

-Εκεί που είσαι, μαlaka! Δεν θα την ξαναπλησιάσεις, κατάλαβες; γρύλισε η Ξένια και του πέταξε με μανία το τσαντάκι με τα λεφτά που προσγειώθηκε μπροστά στα πόδια του

-Πες στη φίλη σου πως οι αγριάδες δεν περνάνε σε μένα! συνέχισε με προκλητικό ύφος και χωρίς καν να κοιτάξει την Ξένια

-Μέτρα τα να φύγουμε! συνέχισε η Ξένια

Ο Πέτρος έσκυψε και πήρε το τσαντάκι, το έβαλε κάτω απ’ τη μασχάλη του κι έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα του απ’ την πίσω τσέπη του τζιν του. Άναψε ένα με αργές κινήσεις και φύσηξε τον καπνό ψηλά. Η Λένα είχε το βλέμμα της κολλημένο στο χώμα κι έτρεμε. Η Ξένια τον κοιτούσε θαρρετά στα μάτια και προσπαθούσε να κρατηθεί να μην του ορμήξει. Τις κοίταξε και χαμογέλασε.

-Μικρά, αθώα μου κορίτσια… είπε τονίζοντας την κάθε λέξη

Πέταξε το τσιγάρο του κάτω και το συνέθλιψε με το πόδι του. Πήρε στα χέρια του με αργές κινήσεις το τσαντάκι και το άνοιξε. Χαμογέλασε χαιρέκακα στη θέα των χαρτονομισμάτων.

-Λέω να μη τα μετρήσω, σας έχω εμπιστοσύνη! Ωραία βραδιά σήμερα ε; Είδες φεγγάρι Λενάκι; Όπως τότε που σε είχα πάει σε εκείνο το αλσάκι, πανσέληνο είχε και τότε. Θυμάσαι; Ή μήπως θέλεις να σου στείλω το βίντεο να θυμηθείς;

-Δώσε μας το στικάκι με τα βίντεο να φύγουμε! είπε η Ξένα δυνατά

-Πολύ βιάζεσαι εσύ! Και είσαι κι ωραίο γκομενάκι, πολύ κρίμα που είσαι τόσο νευρική. Θα περνούσαμε ωραία οι δυο μας… της είπε κι έγλειψε επιδεικτικά τα χείλη του όσο την κοιτούσε στα μάτια

-Το στικάκι! επέμεινε η Ξένια, τείνοντας το χέρι της προς το μέρος του

Ο Πέτρος έβαλε το χέρι του στη μπροστινή τσέπη του τζιν του κι έβγαλε από μέσα ένα μαύρο στικάκι. Το κοίταξε, το φίλησε και το πέταξε στα πόδια της Λένας.

-Θα τα ξαναπούμε πάντως… είπε και γύρισε να φύγει

Η Ξένια σήκωσε το κεφάλι της ψηλά και κόλλησε το βλέμμα της στο φεγγάρι, το μόνο φως στο πυκνό σκοτάδι γύρω τους. Κοίταξε τον Πέτρο ν’ απομακρύνεται κι έσφιξε το χέρι της Λένας. “Όλα θα πάνε καλά, στ’ ορκίζομαι!” της ψιθύρισε, όταν ξαφνικά ο τόπος φωτίστηκε. Η Λένα έβγαλε μια κραυγή και κοίταξε τρομαγμένη γύρω της. Η Ξένια την έκλεισε στην αγκαλιά της και την έσφιξε δυνατά. Οι δυνατοί προβολείς έκαναν τη νύχτα μέρα. “Ακίνητος!” ακούστηκαν φωνές και ένστολοι εμφανίστηκαν από παντού. Ο Πέτρος έκανε να τρέξει, μα τον άρπαξαν δυο αστυνομικοί και τον έριξαν στο χώμα. Λίγο πιο δίπλα, άλλοι αστυνομικοί τραβούσαν με τη βία κι έβαζαν σ’ ένα περιπολικό δυο άλλους νεαρούς, φίλους του Πέτρου, που τους είχαν δει κρυμμένους λίγο πιο πέρα. Η Λένα σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε σαστισμένη γύρω της και πριν προλάβει να το καταλάβει, τέσσερα χέρια ακόμη την έκλεισαν μέσα τους.

-Ορκίστηκα να μη μιλήσω στους γονείς σου, όχι όμως στους δικούς μου. Λένα μου, αυτή ήταν η μόνη λύση. είπε η Ξένια και την φίλησε τρυφερά στο κεφάλι

-Στους γονείς σου θα μιλήσεις όταν νιώσεις έτοιμη. Μέχρι τότε εμείς δε θα πούμε λέξη, εντάξει; τη διαβεβαίωσε ο μπαμπάς της Ξένιας και της άγγιξε απαλά το μάγουλο

-Όλα τέλειωσαν κορίτσι μου. συμπλήρωσε η μαμά της Ξένιας και την χάιδεψε στον ώμο

-Α… όχι ακόμη μαμά! είπε η Ξένια κι έφυγε τρέχοντας προς τους αστυνομικούς. Περιμένετε! φώναξε

Εκείνοι, κρατώντας τον Πέτρο, σταμάτησαν και την κοίταξαν. Και τότε η Ξένια σταμάτησε μπροστά του και χωρίς να προλάβει κανείς να την σταματήσει, του έριξε μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο.

-Για την αδερφή μου, καθίκι! ούρλιαξε όσο τον έβλεπε να λυγίζει απ’ τον πόνο και τη μύτη του να τρέχει αίμα

Γύρισε, κοίταξε την οικογένειά της, τους γονείς και την “αδερφή” της, τίναξε το χέρι της για να τους δείξει ότι πόνεσε κι η ίδια και τους φώναξε “Τώρα τελείωσαν!”.

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading