Είμαι η Άρια, είμαι 8 χρονών. Κάποτε είχα σπίτι, οικογένεια, το μικρό μου κρεβάτι και τα αγαπημένα μου παιχνίδια. Κάθε πρωί ξυπνούσα με ανυπομονησία για το σχολείο – εκεί που έπαιζα, γελούσα, είχα φίλους, είχα ζωή. Ήμουν ένα παιδί σαν όλα τα άλλα.
Αλλά είχα την ατυχία να γεννηθώ στην Παλαιστίνη. Δεν είναι ειρωνεία να γεννιέσαι στο λάθος μέρος του κόσμου; Σε μια χώρα όπου κάποιοι “μεγάλοι” αποφάσισαν να γίνει πόλεμος, να πέσουν βόμβες, να πεθάνουν παιδιά σαν κι εμένα. Δεν είναι άδικο η μοίρα σου να καθορίζεται από το πού γεννήθηκες;
Είχα όνειρα – μεγάλα όνειρα. Ήθελα να γίνω γιατρός, να γιατρεύω τους ανθρώπους. Ή να γίνω πολιτικός, για να υπερασπιστώ όσους δεν έχουν φωνή. Ήθελα να αλλάξω τον κόσμο. Αλλά δεν πρόλαβα…
Σας γράφω τώρα, λίγο πριν σβήσουν τα μάτια μου. Ήθελα απλώς να πω τα όνειρά μου, να τα ακούσει κάποιος, έστω για τελευταία φορά. Είμαι δεκατρείς μέρες χωρίς φαγητό. Το στομάχι μου καίει από τον πόνο. Βρήκα λίγο νερό σε μια λακκούβα γεμάτη λάσπη. Ήπια. Δεν είχα άλλη επιλογή.
Το σπίτι μου έγινε ερείπια. Το κρεβάτι μου χάθηκε κάτω από τα χαλάσματα. Οι γονείς μου… δεν υπάρχουν πια. Τους πήρε μια βόμβα μαζί με τη ζωή τους. Τώρα είμαι μόνη. Μόνη στον δρόμο, με τη σκόνη, τη σιωπή και τον φόβο.
Είμαι η Άρια, 8 χρονών. Και είμαι ένα παιδί του πολέμου. Αλλά πριν φύγω, θέλω να θυμάστε: είχα όνειρα. Όπως όλα τα παιδιά.
Δεν έχω πια φίλους. Ούτε φίλες. Κάποιοι πρόλαβαν να φύγουν. Κάποιοι σκοτώθηκαν μπροστά στα μάτια μου. Ξαφνικά, το σχολείο μας έγινε σιωπή, το γέλιο μας θρήνος.
Μου έχει μείνει μόνο το αρκουδάκι μου. Το κρατάω σφιχτά στην αγκαλιά μου κάθε φορά που πεινάω – σαν να μπορεί να διώξει τον πόνο από το στομάχι μου. Είναι πια βρώμικο και σκισμένο, αλλά είναι το μόνο που θυμίζει την παλιά μου ζωή.
Δεν έχω πού να κάνω μπάνιο. Το σώμα μου είναι γεμάτο σκόνη, ιδρώτα και φόβο. Και τις νύχτες… τις νύχτες φοβάμαι τόσο πολύ. Ο αέρας γεμίζει ήχους που μοιάζουν με βόμβες και κραυγές. Δεν υπάρχει ασφάλεια, ούτε στα όνειρα.
Πόσο γρήγορα γκρεμίστηκαν τα όνειρά μου… Σαν πύργος από άμμο χτισμένος στην άκρη της θάλασσας. Ένα κύμα και χάθηκαν όλα.
Μου λείπει η μαμά μου. Μου λείπει ο μπαμπάς μου. Η καρδιά μου είναι γεμάτη από ένα βάρος που δεν ξέρω πώς να κουβαλήσω.
Ξέρω πια πως πεθαίνω. Το νιώθω. Αλλά ήθελα να προλάβω να σας πω…
Δεν ήμουν κακό παιδί. Ήμουν καλή μαθήτρια, ήρεμη, ευγενική. Δεν είπα ποτέ άσχημες λέξεις. Πάντα άκουγα τους γονείς μου, πάντα προσπαθούσα να κάνω το σωστό. Γιατί τότε η ζωή μου να είναι έτσι; Γιατί δεν είχα κι εγώ το δικαίωμα να ζήσω;
Ρώτησα τον Θεό στις προσευχές μου: «Τι έκανα, Θεέ μου, και θύμωσες τόσο μαζί μου;»
Κι Εκείνος μου απάντησε με μια φωνή που έμοιαζε με φως:
«Εσύ, παιδί μου, δεν έκανες τίποτα. Είσαι το πιο φωτεινό αστέρι στον ουρανό μου. Αλλά το σκοτάδι έχει σκεπάσει τις καρδιές κάποιων ανθρώπων»
Και τότε τον είδα. Να κλαίει. Ο Θεός… έκλαιγε για εμένα.
Πλησιάζει ο θάνατός μου. Το νιώθω. Αλλά μην λυπάστε για μένα… Ο Θεός με περιμένει. Κατέβηκε ο ίδιος στη γη, μόνο για εμένα, για να με πάρει από το χέρι. Τόσο μεγάλη ήταν η θλίψη Του για αυτό που συμβαίνει.
Είναι τόσο όμορφος… Ψηλός, με λευκή γενειάδα, τα μάτια του γεμάτα καλοσύνη. Έμοιαζε πάντα χαρούμενος – αλλά τώρα είναι λυπημένος. Πιο λυπημένος απ’ όλους.
Τον κοίταξα και του είπα, με όλες τις ερωτήσεις που μαζεύτηκαν μέσα μου: «Γιατί, Θεέ μου; Γιατί δεν σταματάς τον πόλεμο; Δεν φταίμε εμείς τα παιδιά…»
Και τότε, με φωνή βαθιά και γεμάτη πόνο, μου είπε: «Δεν μπορώ, παιδί μου. Κάποτε έδωσα στους ανθρώπους ελεύθερη βούληση. Τους έδωσα την επιλογή να διαλέγουν το καλό ή το κακό. Ίσως ήταν το πιο μεγάλο λάθος μου. Αλλά δεν μπορώ να επέμβω. Είναι η πορεία τους – να μάθουν, ακόμα και μέσα από την καταστροφή».
Δεν κατάλαβα όλα Του τα λόγια. Ήταν βαθιά. Αλλά ένιωσα κάτι… ένιωσα ζεστασιά. Γαλήνη. Εκείνος μου κρατάει το χέρι κι αρχίζουμε να περπατάμε προς ένα μεγάλο, λαμπερό φως.
Τα μάτια μου έκλεισαν. Κι ένιωσα πεταλούδες γύρω μου. Ελαφριές, ήσυχες. Δεν πεινάω πια. Δεν πονάω. Είμαι ελεύθερη.
Στο βάθος, μέσα στο φως, βλέπω τους φίλους μου. Τους γονείς μου! Τρέχουν προς εμένα με ανοιχτά χέρια. Τι χαρά! Η καρδιά μου γεμίζει ξανά.
Ίσως, αν ξανάρθω κάποτε στη γη, να είμαι πιο τυχερή. Ίσως να γεννηθώ αλλού – σε μια γη χωρίς φόβο, χωρίς πόλεμο. Όχι στην Παλαιστίνη.
Μα δεν πειράζει, άνθρωποι. Ο Θεός μου ψιθύρισε:
«Θα μάθετε. Ακόμα και μέσα από την καταστροφή. Η ανθρωπιά σας δεν έχει τελειώσει».
Βασιλική Γκόγκα
