Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Έξω βροχή καταρρακτώδης. Μέσα μια σιωπή που έσπαγε κόκκαλα. Δίπλα στο βρεγμένο παράθυρο, ένας θλιμμένος καθρέφτης και μέσα του όλες οι αναμνήσεις και τα σπασμένα όνειρα του παρελθόντος.
Η Άννα βαφόταν υπό το τραγούδι των κεραυνών, ένα νανούρισμα που είχε γεννηθεί για να μισεί. Από παιδί τη τρόμαζαν οι κεραυνοί και δεν μπορούσε ποτέ να κοιμηθεί. Τη φόβιζε αυτός ο ήχος, εκείνη η βροντή που έμοιαζε με ουρλιαχτό δαιμόνιου, και πάντα φώναζε κλαίγοντας τους γονείς της για να τη φυλάξουν από το τέρας που ερχόταν για να τη φάει.
Όταν τελείωσε με τη μαύρη μάσκαρα, έπιασε το σκούρο καφέ μολύβι και άγγιξε την άκρη του νεκρού της χαμόγελου. Το μυαλό και η ψυχή της μόνιμα στα κόκκινα, ακριβώς σαν τα μακριά της νύχια και τα νεκρά της χείλη. Αγαπούσε το κόκκινο χρώμα γιατί συμβόλιζε το πάθος, τα άκρα και τον έρωτα. Ήταν το χρώμα των ρόδων και των κερασιών και στο Μεσαίωνα οι διασημότερες μάγισσες είχαν κόκκινα μαλλιά.
Από μικρό κοριτσάκι φοβόταν τους κεραυνούς και δεν μπορούσε να κοιμηθεί στο παιδικό της κρεβάτι. Μόνο κάποτε είχε καταφέρει να κοιμηθεί γαλήνια με τέτοια καταιγίδα…μόνο μαζί του…κρυμμένη στην αγκαλιά του σαν φυλαχτό.
Πέρασε με αργές κι αισθησιακές κινήσεις το κραγιόν πάνω από τα χείλη της. Τα μελαγχολικά της μάτια περιεργάζονταν το φάντασμα που τη λυπόταν πίσω από το καθρέφτη. Άρχισε να υπολογίζει τα χρόνια που είχαν περάσει.
‘’Δέκα…’’ ψιθύρισε με φωνή που έτρεμε ακόμη από συγκίνηση ’’Δέκα χρόνια…χωρίς εσένα…’’ επανέλαβε πριν κλείσει το κραγιόν και το αφήσει στη θέση του.
Όταν γνώρισε τον Άγγελο ήταν είκοσι χρονών. Μικρή, αθώα και καλομαθημένη. Είχε μάθει να πιστεύει στα παραμύθια και να ονειρεύεται ζωή όπως των πριγκιπισσών των ονείρων της. Είχε αληθινά πιστέψει ότι θα έβρισκε τον πρίγκιπα και μαζί του θα πετούσαν στα σύννεφα χωρίς να υπολογίζει το κακό μάγο που παραμόνευε στον ορίζοντα. Η Άννα ήταν μια ρομαντική κι ευαίσθητη ψυχή, είχε μάθει να εκφράζεται μέσω της ποίησης και νόμιζε ότι η αγάπη έχει μια μοναδική μορφή. Μέχρι που γνώρισε εκείνον και στη ζωή της ήρθε η απόλυτη ανατροπή, με όλα τα τριαντάφυλλα και τα μυτερά τους αγκάθια. Πρώτη φορά τον είδε ένα βράδυ Παρασκευής. Είχε βγει με συμφοιτητές της μετά το μάθημα και ο δρόμος τους οδήγησε σε ένα γραφικό ροκ μπαράκι στα Εξάρχεια. Ντυμένη στα μαύρα, με χείλη κατακόκκινα και ψυχή ολόλευκη, είχε καθίσει στη γωνία, συζητούσε, τραγουδούσε και γελούσε. Εκείνος εμφανίστηκε λίγο πριν τις 12 και με τη πρώτη ματιά της έκοψε την ανάσα. Θύμιζε πλάσμα μιας άλλης εποχής ή και διάστασης ενώ έμοιαζε να μην περπατά αλλά να αιωρείται ανάμεσα στα άτομα, τα ποτά και τη μουσική. Ήταν πολύ ψηλός κι αδύνατος, με μακριές κατάμαυρα φράτζες και πελώρια πράσινα μάτια. Στα λεπτά του χείλη πλανιόταν ένα πνεύμα σαρκασμού ενώ όταν στεκόταν πήγαζε από μέσα του μια σπάνια ευγένεια, όπως στους πρίγκιπες που διάβαζε στις νουβέλες της. Για εκείνη ήταν άγνωστος, για τους περισσότερους θαμώνες όμως ήταν μια γνωστή φιγούρα της νύχτας. Όλοι τον ήξεραν αλλά κανείς δεν τον γνώριζε γιατί η ψυχρότητα του απέτρεπε τους πάντες και τα πάντα. Μόνος μπήκε και μόνος κάθισε στην άλλη άκρη του χώρου, παρήγγειλε μια μπύρα και χάθηκε στη μουσική και στις σκέψεις του. Έμοιαζε τσακωμένος με τον εαυτό του και συμφιλιωμένος με τη μοναξιά του. Ήταν ολόκληρος ένα γοτθικό ποίημα.
Ντρεπόταν πολύ να τον πλησιάσει αλλά η παρέα της την έπεισε να πάει να του μιλήσει. Βάδισε αργά προς το μέρος του, η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε πως θα σπάσει. Εκείνος είχε καταλάβει ότι ερχόταν κοντά του πολύ πριν την ίδια. Μόλις έφτασε στο τραπέζι του τη κάρφωσε με ένα παγωμένο και, συνάμα, φιλικό βλέμμα. Σαν να μην ήθελε να τον πλησιάσει αλλά να χαιρόταν που το είχε τολμήσει.
“Γεια…” ψιθύρισε εκείνη χαμένη στη καταιγίδα των ματιών του.
“Να σε κεράσω ένα ποτό;”
Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, όπως ακριβώς ήταν γραμμένο να συμβούν.
Άρεσαν πολύ ο ένας στον άλλον. Βγήκαν μερικά ραντεβού, ύστερα κοιμήθηκαν μαζί και η σχέση τους άρχισε να αποκτά υπόσταση. Πήγαιναν παντού, συζητούσαν τα πάντα, έβγαζαν πολλές φωτογραφίες και σε κάθε ευκαιρία ταξίδευαν μαζί. Τα πρώτα δυο κοινά τους χρόνια ήταν τα καλύτερα και τα πιο ξέγνοιαστα. Η λιακάδα πριν τη καταιγίδα. Η Άννα πετούσε στα ουράνια, ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του και δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς αυτόν. Για εκείνη ήταν πολλά περισσότερα από τη πρώτη της σχέση, ήταν ο άνθρωπος της, η αδερφή ψυχή της, το άλλο της μισό. Ήταν και οι δυο τους καλλιτέχνες, αγαπούσαν τα μακάβρια και αργά τις νύχτες ξάπλωναν γυμνοί μπροστά από το παράθυρο για να χαζέψουν τη πανσέληνο. Χωμένη στην αγκαλιά του με μάτια μισόκλειστα και καρδιά ορθάνοιχτη του εκμυστηρευόταν τα πάντα: τα όνειρα και τους φόβους της, αφηρημένες σκέψεις για το παρελθόν και το μέλλον, τι αγαπούσε και τι μισούσε, του αποκάλυπτε σιγά σιγά κάθε πτυχή του εαυτού της χωρίς φόβο ή δεύτερες σκέψεις. Εκείνος την άκουγε μαγεμένος από το πάθος της, υπνωτισμένος από τη ζωντάνια της, ρουφούσε τις λέξεις με τη ταλαιπωρημένη του ψυχή και προσπαθούσε να δανειστεί λίγες ηλιαχτίδες από το φως της. Έτσι όπως είχε παραδοθεί στην αγκαλιά του και χάζευε το φεγγάρι, δεν τόλμησε ποτέ να γυρίσει να τον κοιτάξει. Ίσως αν το είχε κάνει έγκαιρα να είχε δει το σκοτάδι στο βλέμμα του, εκείνο το μυστικό που τον έκαιγε και του έκοβε τη μιλιά.
Ένα βράδυ με καταιγίδα η Άννα πετάχτηκε από το κρεβάτι τους. Τυλίχτηκε με το σεντόνι της όπως όταν ήταν παιδί και κοιτούσε το ταβάνι φοβισμένη. Νόμιζε πως έτσι με κάποιο μαγικό τρόπο θα κατάφερνε να σωπάσει τους κεραυνούς. Ο Άγγελος διαισθάνθηκε τον τρόμο της και σηκώθηκε. Κάθισε δίπλα της ακόμη μισοκοιμισμένος.
“Τι συμβαίνει ψυχή μου; Είδες εφιάλτη;”
“Οι κεραυνοί με φοβίζουν…” ψιθύρισε αναστατωμένη “…ποτέ δεν μπορώ να κοιμηθώ”.
Ο Άγγελος τη χάιδεψε τρυφερά. Εκείνος είχε μάθει να χορεύει με τους κεραυνούς όσο κι αν τους φοβόταν. Ξάπλωσαν ξανά αγκαλιασμένοι σφιχτά και της έδωσε λίγη ζεστασιά.
“Να σκέφτεσαι ότι είναι μέταλ συναυλία…” ψιθύρισε χαϊδεύοντας το κεφάλι της “…ο Θωρ παίζει για εμάς απόψε”. Και κάπως έτσι την κατάφερε. Για όσο καιρό ακόμη ήταν μαζί δεν φοβήθηκε ξανά τους κεραυνούς.
Τα επόμενα χρόνια τα πράγματα έπαψαν να είναι ιδανικά.
Ο Άγγελος έδειχνε όλο και πιο μελαγχολικός. Ακόμη και στις πιο χαρούμενες στιγμές τους το σκοτάδι βάθαινε στα μάτια του. Πολλές φορές έμενε ακίνητος και χανόταν διακριτικά στο κενό. Όμως εκείνο που την είχε προβληματίσει περισσότερο ήταν η πάλη του με τον καθρέφτη. Τον έβλεπε να στέκεται για ώρες μπροστά από τον καθρέφτη τους και να περιεργάζεται τον εαυτό του χωρίς να σαλεύει, έμοιαζε τόσο απορροφημένος και παγιδευμένος μέσα στην εικόνα του που έμοιαζε με άγαλμα. Κι όταν τον ρωτούσε τι συνέβαινε, τι τον βασάνιζε, τι ήταν αυτό που τόσο πολύ τον απροσανατόλιζε, εκείνος σαν να ξυπνούσε από το βαθύ του λήθαργο κι άλλαζε. Της έριχνε εκείνο το χαμόγελο που τόσο είχε λατρέψει και τη διαβεβαίωνε ότι όλα ήταν μια χαρά. Όμως κάποιες άλλες φορές, κάτι νύχτες που έμενε άυπνος, τη ξυπνούσε κλαίγοντας και κρυβόταν σαν πληγωμένο παιδί στην αγκαλιά της. Όταν πάλι τον ρωτούσε τι συνέβαινε, εκείνος την έσφιγγε στα μπράτσα του πανικόβλητος και τη ρωτούσε αν τον αγαπούσε.
“Άννα με αγαπάς;” ρωτούσε μέσα από αναφιλητά.
“Σε αγαπώ πολύ!” έλεγε εκείνη “Σε αγαπώ με όλο μου το είναι!”
“Θα με αγαπάς ό,τι κι αν συμβεί;” κι έκλαιγε ξανά παραδομένος στην απελπισία του.
“Ό,τι κι αν συμβεί!” επαναλάμβανε εκείνη “Είσαι και θα είσαι πάντα η μεγάλη μου αγάπη! Ποτέ δεν θα πάψω να σε αγαπώ, εκτός κι αν μου το ζητήσεις εσύ”.
Κάποιες φορές η αγάπη, όσο δυνατή κι αν είναι, δεν αρκεί.
Το χάσμα στη σχέση τους μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Ήταν η εποχή της πρώτης του αλλαγής. Παρατήρησε ότι είχε μακρύνει περισσότερο τα μαλλιά του και του άρεσε να τα βάφει σε έντονα, διαφορετικά χρώματα. Τα ρούχα του ήταν πλέον ουδέτερα και πιο εφαρμοστά στο ψιλόλιγνο κορμί του. Η ομιλία του έμοιαζε πιο μαλακή και προσεγμένη συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια. Ακόμη, η γνωστή του μελαγχολία είχε αλλάξει πλέον χαρακτήρα: κάποιες φορές μέσα στο προβληματισμένο του πρόσωπο φώλιαζε μια στάλα ελπίδας ενώ, μολονότι κλεινόταν ακόμη βαθύτερα στον εαυτό του ,δεν ξεχνούσε ποτέ να της δώσει ένα τρυφερό φιλί στα χείλη. Το πιο σημαντικό: δεν έδειχνε πια τόσο τσακωμένος με το καθρέφτη του. Σαν να είχαν αρχίσει να συμφιλιώνονται λίγο. Στεκόταν πιο καμαρωτός και το πρόσωπο που τον κάρφωνε με εκείνο το παγωμένο βλέμμα έδειχνε να αρχίζει να τον συμπαθεί. Η Άννα στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας και τον παρατηρούσε σαν εικόνισμα. Δεν τολμούσε να τον διακόψει από την ιεροτελεστία του, όχι επειδή τον φοβόταν, αλλά γιατί λάτρευε να τον χαζεύει.
“Είσαι τόσο όμορφος…” του έλεγε πού και πού κι εκείνος κοκκίνιζε.
“Εσύ είσαι ομορφότερη…” της απαντούσε πάντα, λιώνοντας κάθε ίνα του κορμιού της.
Ύστερα εξαφανιζόταν. Πρώτα για ώρες και ύστερα για μέρες. Η αλήθεια του ήταν ότι κλεινόταν στο ατελιέ του αναζητώντας έμπνευση, φως και ύπαρξη. Ήθελε να ξεχαστεί, να χαθεί στον εαυτό του και να πετάξει έξω από αυτόν. Ζωγράφιζε με μανία τις φιγούρες που λάτρευε, σχεδίαζε τη μορφή που ονειρευόταν σε όλες τις παραλλαγές ακούγοντας ξανά και ξανά τα ίδια κομμάτια. Μόλις ολοκλήρωνε το έργο του ήταν τόσο εκστασιασμένος κι απογοητευμένος που ξεσπούσε σε κλάματα και το κατέστρεφε .Το έσκιζε σε χιλιάδες κομμάτια, όπως ήθελε να κάνει στον υπαρκτό του εαυτό. Εκείνον που τον έπνιγε. Ενώ πρώτα προσκαλούσε την Άννα να ζωγραφίζουν μαζί, τώρα πια την είχε αποκόψει εντελώς. Είχε, έλεγε, πολύ δουλειά, τα νέα του projects για τη σχολή ήταν πολύ απαιτητικά. Ήθελε να είναι μόνος γιατί τα έργα του έπρεπε να είναι τέλεια ή να αγγίζουν τη τελειότητα. Ξανά η Άννα στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας βυθισμένη σε σιωπή. Τον έβλεπε να απομακρύνεται σκυφτός ,σκεφτικός και πιο χαμένος από ποτέ. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Τι να αναρωτηθεί. Τι να πιστέψει. Αυτό όμως που ήξερε καλά ήταν ότι τον έχανε σιγά σιγά και μάλλον δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για αυτό.
Ήταν απελπισμένη. Τις νύχτες που εκείνος έλειπε από το κρεβάτι τους αναρωτιόταν τι είχε συμβεί, τι είχε πάει τόσο λάθος και το αγόρι της απομακρυνόταν όλο και πιο πολύ; Κοιτώντας πια μόνη το φεγγάρι, ευχόταν να έβρισκε την απάντηση που τόσο απελπισμένα ζητούσε. Ήθελε τόσο να συζητήσουν, να της πει όσα ένιωθε για να βρουν μια λύση μαζί. Είχε σκεφτεί να του πει τόσα πολλά, να τον διαβεβαιώσει ότι ήταν δίπλα του, ότι τον αγαπούσε τόσο που θα πάλευε για εκείνον. Ότι πίστευε στην αγάπη τους. Περίμενε να επιστρέψει για να αρχίσει την ανάκριση, είχε επαναλάβει τόσες πολλές τα λόγια της που ένιωθε λες και μάθαινε απ’έξω ποίημα. Όμως όταν ερχόταν έχανε τη μιλιά της από τη λαχτάρα και την αγάπη της. Ο Άγγελος ορμούσε στην αγκαλιά της πεινασμένος .γιατί κι εκείνος ένιωθε τόσα πολλά, τη χάιδευε και τη φιλούσε ζητώντας της απελπισμένα να τον συγχωρήσει. Η Άννα χανόταν στο χάδι και στο φιλί του, λησμονούσε το ξεκαθάρισμα που τόσο ανάγκη είχε γιατί σκεφτόταν ότι αύριο ίσως να μην ήταν πάλι μαζί της. Δεν έλεγε τίποτα….τον έβλεπε να κοιμάται γαλήνια δίπλα της, έπαιζε με τις άκρες των μαλλιών του. Τον χάζευε. Φεγγαροπρόσωπος. Νεραϊδένιος. Σαν τα τριαντάφυλλα που της άρεσε να ζωγραφίζει. Σαν τους πρίγκιπες που πάλευαν με τις μάγισσες. Κι όμως, όσο τον κοιτούσε , τόσο έπαυε να τον βλέπει. Το αγόρι που είχε ερωτευτεί ήταν εκεί δίπλα της και κοιμόταν,μα, είχε σβήσει κάτι από την αύρα του.Λες και αυτό που είχε κλέψει τη καρδιά της να είχε πεθάνει από καιρό. Πάλευε να βρει τι, πως, γιατί, αλλά απάντηση δεν έβρισκε. Το μόνο που κατέληγε να βλέπει ήταν το πρόσωπο εκείνου που ήταν κάποτε και τη μορφή αυτού που θα γινόταν σύντομα. Κι ανάμεσα σε αυτά τα δυο εκείνη, να ελπίζει ότι θα βρει την άκρη της. Έστω και βουβά. Ακόμη και στη καταιγίδα.
Το τέλος ήρθε μια μελαγχολική μέρα του Νοέμβρη.
Κάποιος της εκμυστηρεύτηκε ότι τυχαία ένα βράδυ είδε μια άγνωστη γυναίκα να βγαίνει κρυφά από το ατελιέ του. Η Άννα έχασε το μυαλό της. Όχι επειδή δεν το περίμενε, αλλά, γιατί επιβεβαιώθηκε αυτό που υποψιαζόταν. Όταν ισχύει αυτό που τόσο πολύ εύχεσαι να μην είναι αλήθεια η καρδιά σου δεν σπάει αλλά παραμορφώνεται από το πόνο. Μόλις βράδιασε έφυγε για το ατελιέ του. Τα δάκρυα έκαιγαν τα μάτια της προτού κυλήσουν. Τα δόντια της έτριζαν, το σώμα της απειλούσε να την εγκαταλείψει. Στάθηκε μπροστά από τη μισάνοιχτη πόρτα του με κομμένη την ανάσα. Για μια στιγμή σκέφτηκε να φύγει και να τον περιμένει να έρθει σπίτι…μα η ζήλεια της για την άλλη γυναίκα την έσπρωξε να προχωρήσει. Ήθελε να δει ποια ήταν. Ποια είχε κλέψει τον Άγγελο από την αγκαλιά της; Ποια ήταν η νέα του αγάπη, εκείνη που με τόση ευκολία είχε καταφέρει να τη διαγράψει από τη ζωή του;
Μπήκε με βήμα βαρύ και αργό. Εκκωφαντική σιωπή τη κατάπινε. Το λευκό φως τη ζάλιζε. Άκουγε από το βάθος βήματα, μουρμουρητά και μια αναστάτωση. Τους σκέφτηκε μαζί, να τη φιλά και να την αγκαλιάζει όπως εκείνη, να κάνουν σεξ εκεί που κάποτε ξάπλωνε μαζί της και το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της. Πήρε φόρα κι έτρεξε φωνάζοντας τον. Και τότε ήρθε αντιμέτωπη με την αλήθεια. Υπήρχε πράγματι μια γυναίκα. Αλλά δεν ήταν αυτό που νόμιζε. Η πραγματικότητα απείχε έτη φωτός από την αλήθεια της. Ο Άγγελος τη κοιτούσε αποσβολωμένος, στα μάτια του είχε χαραχτεί ένας περίεργος συνδυασμός συναισθημάτων: ένας βαθύς τρόμος ,μια βαριά θλίψη και μια μεγάλη ανακούφιση. Η Άννα τον περιεργάστηκε από τη κορυφή μέχρι τα νύχια σοκαρισμένη. Δεν μπορούσε να μιλήσει ούτε να κουνηθεί, μονάχα να τον κοιτά τρέμοντας σύγκορμη. Δεν υπήρχε άλλη γυναίκα…αλλά ήταν μια γυναίκα. Τον έπιασε να στέκεται μπροστά από έναν μακρόστενο καθρέφτη που δεν είχε ξαναδεί. Φορούσε ένα μακρύ, μαύρο φόρεμα και μυτερές γόβες . Οι ώμοι του ήταν γυμνοί και από το μακρύ λαιμό του κρεμόταν ένα ασημένιο περιδέραιο. Τα εβένινα μαλλιά του έπεφταν λυτά στους ώμους του γαργαλώντας παιχνιδιάρικα τη λεπτή του μέση. Χείλη και νύχια βαμμένα στο χρώμα του αίματος, όπως εκείνη. Τα πράσινα μάτια του βάραιναν από τη μαύρη απόχρωση της σκιάς,τα μυριάδες συναισθήματα και τη πίκρα της διπλής του προδοσίας.
Η Άννα είχε κολλήσει. Ήταν ο Άγγελος… αλλά δεν ήταν ο Άγγελος. Ήταν κάποιος…κάποια άλλη. Της χαμογέλασε με τρυφερότητα. Αλλά όταν την είδε τα πρώτα δάκρυα το φεγγαρένιο του πρόσωπο σκοτείνιασε. Η θλίψη ήταν πραγματική, πονούσε το ίδιο με εκείνη.
“Άννα…” τόλμησε να πει βαδίζοντας προς το μέρος της.
Τότε ξέσπασε. Ούρλιαξε δυνατά, σαν τους κεραυνούς που πάντα φοβόταν.
“ΜΗ!” σήκωσε τα χέρια ψηλά “Μην με πλησιάζεις! Μη τολμήσεις να με αγγίξεις!”.
Ο Άγγελος έπεσε στα γόνατα και σύρθηκε κοντά της.
“Μη μου το κάνεις αυτό σε παρακαλώ!”
Η Άννα σκέπασε τα μάτια της, ύστερα τον κοίταξε, μετά τα έκλεισε ξανά. Μα το σκοτάδι ήταν χειρότερο από το να τον βλέπει. Το να τον βλέπει πονούσε περισσότερο από το σκοτάδι. Ξέσπασε σε λυγμούς, γρύλιζε και παραμιλούσε. Μα ποτέ δεν πήρε μακριά του τη ματιά της γιατί εξακολουθούσε να τον λατρεύει και να τον αγαπάει τρομερά.
“Εγώ;” ψέλλισε “Εσύ; Γιατί μου το έκανες αυτό;”
Ο Άγγελος είχε τυλιχτεί γύρω της και δεν την άφηνε να φύγει.
“Δεν το ήθελα!” φώναξε τρέμοντας “Απλά συνέβη!”
“Σταμάτα!” φώναξε εκείνη προσπαθώντας να ελευθερωθεί από τα δεσμά του “Με χρησιμοποίησες!”.
“ΌΧΙ!” σήκωσε το κεφάλι αναζητώντας τα μάτια της “Σε αγάπησα και σε αγαπώ ακόμη! Είσαι η ψυχή μου. Μα…αυτή είναι η φύση μου…”.
Η Άννα έκανε μια τελευταία προσπάθεια να ελευθερωθεί, μα, ήταν πιο δυνατός. Τη τράβηξε κοντά του, έπεσαν μαζί στο πάτωμα κι έμειναν εκεί ξαπλωμένοι. Έκλαψαν και οι δυο πολύ εκείνη τη νύχτα, έκλαψαν και φώναξαν μέχρι που δεν έμεινε μέσα τους ούτε δάκρυ ούτε περισσότερη καρδιά για να κομματιαστεί. Η νύχτα πέρασε βαριά και σιωπηλή πάνω από τα κορμιά τους, ήταν τόση η αγάπη και το πένθος τους που ήταν αδύνατο να απομακρυνθεί η μια από την αγκαλιά του άλλου. Μόνο όταν ξημέρωσε και οι πρώτες αχτίνες φωτός ζωντάνεψαν τα χρώματα στις ψυχές τους μπόρεσαν να μιλήσουν. Η Άννα χάιδευε το άγνωστα γνωστό πρόσωπο. Ο Άγγελος έπαιζε με τα μαλλιά της και χανόταν στο πληγωμένο της βλέμμα. Ήταν και οι δυο τους ήρεμοι.
“Δεν είμαι αρκετή…” ψιθύρισε με τόσο πόνο που η καρδιά της για λίγο έπαψε να χτυπά “…ούτε εγώ ούτε και η αγάπη μου για σένα…”.
“Όχι…” είπε εκείνος ραγισμένα “…μην ακυρώσεις ποτέ ξανά αυτό που ήμασταν κι αυτό που ζήσαμε. Ήταν μοναδικό. Ήταν αληθινό”.
Η Άννα άρχισε να κλαίει ξανά. “Τότε;”.
“Απλά δεν είμαι πια το πρόσωπο που αγάπησες. Γεννήθηκα για να είμαι ένα άλλο”.
Σιωπή. Ήταν εκείνη η ησυχία που βαραίνει τη καρδιά πριν το οριστικό τέλος.
“Άννα μου… θα φύγω” της είπε με κόπο “Δεν γίνεται αλλιώς”.
Το βλέμμα της πάγωσε. Τα χείλη της σαν να μελάνιασαν. Το κορμί της μούδιασε.
“Δεν θέλω να ζήσω χωρίς εσένα…” συνέχισε εκείνος “…απλά δεν μπορώ να είμαι αυτός που σου αξίζει…”.
Δεν του απάντησε, της ήταν τρομερά δύσκολο. Μονάχα κούνησε το κεφάλι και τον φίλησε απαλά στα χείλη.
Είχαν συμφωνήσει να πάρει τα πράγματά του μια ώρα που θα έλειπε.
Είχε φροντίσει να λείψει όλη μέρα από το σπίτι τους. Γύρισε όλη την Αθήνα με τα πόδια ακούγοντας μουσική. Έπαιζε με τη σειρά όλα τα τραγούδια που κάποτε αφιέρωναν ο ένας στην άλλη τα ξημερώματα. Έκλαιγε γοερά. Τώρα…όλες αυτές οι αφιερώσεις της σε εκείνον…σε ποιον θα άνηκαν άραγε; Θα πέθαιναν μαζί με τον Άγγελο που είχε αγαπήσει;
Μόλις βράδιασε πήρε το δρόμο της επιστροφής εξαντλημένη.
Μόνο όταν έκλεισε τη πόρτα πίσω της συνειδητοποίησε πως δεν ήταν μόνη. Κοίταξε με αγωνία πάνω από τον ώμο της και είδε ότι ήταν ακόμη εκεί. Ήταν τη στιγμή που είχε αποφασίσει να φύγει. Κι εκείνος είχε πολλές αναμνήσεις εκεί, πολλά να νιώθει και να θυμάται. Επομένως, ήταν το ίδιο δύσκολο και για εκείνον. Της θύμισε σκιά που έψαχνε μια διέξοδο προς το φως. Το δικό της φως. Υπό το βαρύ της βλέμμα κοκάλωσε. Κατάλαβε ότι είχε αργήσει πολύ. Τον περιεργάστηκε. Ήταν μια πανέμορφη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα. Ένα μαύρο μαντήλι σκέπαζε τα μακριά μαλλιά κι ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά έκρυβαν εσκεμμένα τα μάτια που τόσο είχε λατρέψει. Τίποτα δεν θύμιζε το αγόρι που εφτά χρόνια πριν είχε ερωτευτεί σε εκείνο το μπαράκι, εκείνο το απόκοσμο, ρομαντικό αγόρι που έμοιαζε να πετάει.
Τον πλησίασε δακρυσμένη. Μη φεύγεις…μην με αφήνεις…δεν μπορώ χωρίς εσένα… , ήθελε να του πει….
Άπλωσε το χέρι και του έβγαλε τα γυαλιά. Ήθελε να τον δει όπως τον κοιτούσε τότε. Ακόμη κι αν τα μάτια είχαν αλλάξει το βλέμμα του ήταν ίδιο. Όπως τότε, τις πρώτες τους νύχτες. Δεν είναι τα μάτια μα το βλέμμα αυτό που μας σημαδεύει. Τη κοιτούσε ακόμη με εκείνη τη προδομένη αγάπη και το βαθύ σκοτάδι που έλουζε τη μοναδική του ψυχή.
“Να προσέχεις….” μπόρεσε μόνο να του πει και τον φίλησε τρυφερά στο μάγουλο “Σε αγαπώ….”.
Ο Άγγελος την έσφιξε στην αγκαλιά του τόσο δυνατά, λες και προσπαθούσε να ενώσει τα κομμάτια της.
“Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ…” της είπε “, θα σε αγαπώ πάντα!”.
Ύστερα την ελευθέρωσε με μια βίαιη κίνηση, πήρε τη βαλίτσα του κι έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Η Άννα έμεινε να κοιτά τη κλεισμένη πόρτα με τα μαύρα του γυαλιά ακόμη στα χέρια της.
Και ύστερα άκουσε το πρώτο κεραυνό να σκίζει τον ουρανό. Το μόνο που ένιωθε πια ήταν σκοτάδι….
Μάργκω
