Ο έκτος όροφος

Τέλη Μαΐου και η ζέστη είχε κάνει ήδη αισθητή την παρουσία της. Αυτός ήταν και ο λόγος που η Χριστίνα παρά το χθεσινοβραδινό ξενύχτι, στο πάρτι που την είχαν προσκαλέσει, σηκώθηκε νωρίς. Θα πήγαινε να πάρει τη φίλη της τη Δέσποινα για μια βόλτα πριν ο υδράργυρος ανέβει για τα καλά. Με τη Δέσποινα γνωρίστηκαν στο πρώτο έτος της σχολής και δυο χρόνια τώρα είχαν γίνει αχώριστες. Μαζί στη σχολή, μαζί στα διαβάσματα, μαζί και στις εξόδους. Όταν δεν έβγαιναν άραζαν είτε στο μπαλκόνι του διαμερίσματος που νοίκιαζε η Χριστίνα, είτε σε αυτό της φοιτητικής εστίας που έμενε η Δέσποινα.

Τον τελευταίο μήνα ωστόσο η Δέσποινα είχε κλειστεί στο δωμάτιό της και δεν έλεγε να βγει ούτε για μια βόλτα. Στην αρχή προφασίστηκε μια ίωση, ύστερα το διάβασμα και μετά τα διηγήματα που έπρεπε να επιμεληθεί. Δούλευε ημιαπασχόληση σε μια ιντερνετική πλατφόρμα και είχε αναλάβει την επιμέλεια των διηγημάτων. Έγραφε μερικές φορές και δικά της κείμενα, αστείες ιστορίες που αργότερα τις διάβαζαν μαζί τα βράδια και ξεκαρδίζονταν στα γέλια. Τελευταία όμως και αυτή η συνήθεια είχε κοπεί, η Δέσποινα της διάβαζε κείμενα που μόνο χαρούμενα δεν θα τα χαρακτήριζε κάποιος. Ιστορίες για φόνους, διωγμούς και κακοποιητικές συμπεριφορές κάθε είδους. Όταν της έκανε νύξη σχετικά, η Δέσποινα της εξήγησε ότι ήθελε να δοκιμάσει και μια διαφορετική θεματολογία. Άλλωστε ήταν καθημερινά φαινόμενα που συνέβαιναν γύρω τους και το να κλείνουν τα μάτια τους σ’ αυτά δεν θα τα εξαφάνιζε. Σήμερα όμως η Χριστίνα ήταν αποφασισμένη, θα πήγαιναν βόλτα κάπου όμορφα με έναν καφέ στο χέρι, και δεν άκουγε κουβέντα!

Φτάνοντας στη φοιτητική εστία, ξεφύσηξε αγανακτισμένη, πάλι ήταν χαλασμένο το ασανσέρ και όχι τίποτα άλλο, έμενε και στον έκτο όροφο η φίλη της! “Γυμναστικούλα, δεν πειράζει, τι είναι άλλωστε έξι όροφοι μετά από μεθύσι για ένα εικοσάχρονο;”. Αυτά σκεφτόταν ανεβαίνοντας δυο, δυο τα σκαλιά. Μόνη της παρηγοριά η σκέψη πως ό,τι ανεβαίνει κατεβαίνει, οπότε δε θα της έβγαινε πάλι η ψυχή στον γυρισμό. Όταν κάποια στιγμή έφτασε επιτέλους ξεψυχισμένη στο δωμάτιο της φίλης της βρήκε τη Δέσποινα στο γραφείο μπροστά στον υπολογιστή.
-Βρέ Δέσποινα ακόμα δεν ετοιμάστηκες; Είπαμε να ξεκινήσουμε πρωί, ακόμα κι εγώ ξύπνησα κι ας ήμουν από ξενύχτι! Παρεπιπτώντος σε ένα ακόμα πάρτι που πάλι δεν ήρθες! Τι έχεις πάθει μου λες;
– Χριστινάκι μου έχω εδώ μια ιστορία, έλα να τη διαβάσουμε και σε πέντε λεπτάκια είμαι έτοιμη.

Πλησιάζοντας την οθόνη του υπολογιστή η Χριστίνα διάβασε τον τίτλο του διηγήματος. «Βiασμos»
-Έλεος βρε Δέσποινα! Κάπου έλεος! Έξω έχει μέρα χαρά Θεού κι εσύ γράφεις για τέτοια πράγματα! Θα σε περιμένω κάτω μέχρι να ετοιμαστείς, πάω να πάρω καφέδες και για τις δυο μας.
– Εντάξει Χριστινάκι δεν αργώ, κατεβαίνω αμέσως.

Βγήκε από το ομολογουμένως ζεστό δωμάτιο και ξεκίνησε να κατηφορίζει τις σκάλες. Τώρα μάλιστα, πολύ πιο ξεκούραστα. Σκεφτόταν πού θα ήταν καλύτερο να αράξουν με τη φίλη της για να πιούν τον καφέ τους, ίσως να πήγαιναν και σε κανένα τσιπουράδικο εκεί κοντά στο μεσημεράκι, ίσως η Δέσποινα να της ανοιγόταν επιτέλους. Είχε φτάσει σχεδόν στην είσοδο όταν ακούστηκε ο γδούπος και μετά σκοτάδι…

Άνοιξε τα μάτια της ξυπνώντας από το θόρυβο μιας πόρτας που έκλεινε, ήταν ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι και στην είσοδο του δωματίου στεκόταν ένας άντρας. Δεν θυμόταν ποιος ακριβώς ήταν, τον θυμόταν όμως αμυδρά. Όλα ήταν θολά στο μυαλό της, ακόμα και το χιόνι που έπεφτε έξω από το παράθυρο. Χιόνι Μάιο μήνα, τι στο καλό συνέβαινε; Για δυο πράγματα ήταν σίγουρη όμως, πρώτον πως δεν τον συμπαθούσε καθόλου και δεύτερον πως έπρεπε να συνεργαστεί μαζί του γιατί είχε τα χάπια της. Τα χρειαζόταν τα χάπια για να μπορέσει να ξεκουραστεί, αυτός όμως ήθελε αντάλλαγμα, πάντα ήθελε. Η αλήθεια, αυτό ήταν το αντάλλαγμα που της ζητούσε κάθε φορά, μια αλήθεια που δεν μπορούσε να ξεστομίσει.
-Θέλω τα χάπια μου, δώστα μου και φύγε!
– Χριστίνα το ξέρεις ότι πρέπει να μιλήσουμε πρώτα…
Γύρισε πλευρό για να μην τον βλέπει και επικεντρώθηκε στις νιφάδες του χιονιού που περιστρέφονταν έξω από το παράθυρο, ένα παράθυρο με κάγκελα.

-Σου έχω χορηγήσει ήδη τη μέγιστη επιτρεπόμενη δόση φαρμάκων Χριστίνα και το ξέρεις. Είμαι ο θεράπων γιατρός σου, όμως χρειάζομαι και τη δική σου βοήθεια. Να βρούμε ένα παραθυράκι να φωτίσουμε τη ψυχή σου. Ναι;
-Παραθυράκι; Με κοροιδεύεις; Να φανταστώ σαν αυτό με τα κάγκελα που βλέπω μπροστά μου;
– Χριστίνα θυμάσαι πολύ καλά τον λόγο που μπήκαν αυτά τα κάγκελα, είμαστε στον έκτο όροφο και δεν μπορούμε να το διακινδυνέψουμε άλλο.
– Τη σκότωσα! Εντάξει τώρα μπορώ να έχω τα χάπια μου;
– Κανέναν δε σκότωσες Χριστίνα. Η φίλη σου αυτοκτόνησε ένα μήνα μετά το βiαsμo που υπέστη και την κατάθλιψη που ακολούθησε πέφτοντας από τον έκτο όροφο των φοιτητικών εστιών. Αυτό δε σε καθιστά υπεύθυνη για τη πράξη της ούτε για τον θάνατό της. Έτυχε να είσαι εκεί και να είσαι αυτή που θα έβρισκε τη σωρό της, έξι μήνες τώρα κάνουμε καθημερινά την ίδια συζήτηση.
– Όχι δεν καταλαβαίνεις! Αν είχα διαβάσει εκείνο το διήγημα, αν δεν ήμουν τόσο ελαφρόμυαλη θα ζούσε τώρα! Μου το ζήτησε, αλλά εγώ ήθελα να αδράξω τη μέρα και όχι να ψυχοπλακωθώ! Τόσο εγωίστρια ήμουν! Γι’ αυτό δώσε μου τα χάπια και φύγε!
– Εντάξει τα αφήνω εδώ και θα τα πούμε αύριο πάλι.
Επιτέλους! Θα κοιμόταν ήρεμη…

Ξύπνησε και πάλι με κάποιον να τη σκουντάει. Μπροστά της στεκόταν η Δέσποινα ολοζώντανη, ντυμένη και βαμμένη στην πένα.
-Βρε Χριστίνα τώρα εσύ μου κάνεις πλάκα! Τι κοιμάσαι του καλού καιρού; Εντάξει, έξι όροφοι με τα πόδια σε κουράζουν όσο να πεις, αλλά κι εμείς που το κάνουμε κάθε μέρα δε πέφτουμε του θανατά. Άσε που ούτε μισή ωρίτσα δεν μου πήρε να ετοιμαστώ.

Πετάχτηκε αλαφιασμένη από το κρεβάτι της φίλης της.
– Δέσποινα το διήγημα! Πρέπει να το διαβάσω τώρα!
– Ποιο διήγημα παιδάκι μου;
– Αυτό με τον βiαsμo!
– Καλά, το διαβάζεις το βράδυ που θα γυρίσουμε.
– Δεν καταλαβαίνεις, πρέπει να διαβάσω το διήγημά σου τώρα! Και μετά θα κατέβουμε μαζί από τις σκάλες.
– Πρώτον είσαι τρελή, δεύτερον προφανώς και θα κατέβουμε και οι δυο από τις σκάλες, εκτός και αν διαθέτεις ιδιωτικό ασανσέρ και τρίτον ποιος σου είπε ότι είναι δικό μου το διήγημα; Της Μαρίας της γειτόνισσάς μου είναι, την έχεις γνωρίσει μοιραζόμαστε το ίδιο μπαλκόνι…

Η Χριστίνα πετάχτηκε αλαφιασμένη χωρίς να εξηγήσει τίποτα στη φίλη της στο μπαλκόνι των κοριτσιών. Λίγα λεπτά να αργούσε και δεν θα προλάβαινε να τραβήξει πίσω τη Μαρία. Τη Μαρία που είχε ανέβει στο περβάζι του έκτου ορόφου.

Kolokufoula

One response to “Ο έκτος όροφος”

  1. ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ!! ΤΙ ΩΡΑΙΕΣ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ! ΑΙΣΙΟ ΤΕΛΟΣ ΠΟΥ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΠΑΝΤΑ

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading