Η Μαρίνα στεκόταν στη μέση της κουζίνας με ένα παλιό ποτήρι κρασί στο χέρι. Δεν το είχε γεμίσει μέχρι επάνω – από τύψεις.
Είχε περάσει ένας μήνας από τότε που χώρισαν με τον Χάρη, και το διαμέρισμα έμοιαζε ακόμα σαν να περίμενε να επιστρέψει.
Δεν ήταν μεγάλος έρωτας. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε εκείνη. Τρία χρόνια σχέσης, δυο μετακομίσεις, μια αποβολή και ένα διάλειμμα που δεν τελείωσε ποτέ.
Η Μαρίνα ήταν 34. Εργοθεραπεύτρια σε κέντρο αποκατάστασης. Μάζευε παιδιά και ηλικιωμένους σπασμένους από ατυχήματα ή αρρώστιες και τους βοηθούσε να θυμηθούν πώς να ντύνονται, να πλένουν τα χέρια τους, να διαβάζουν. Τι ειρωνεία — και δεν μπορούσε να βοηθήσει τον εαυτό της να σηκωθεί απ’ τον καναπέ.
Την Πέμπτη το πρωί έλαβε ένα μήνυμα: “Καλημέρα. Ο ξάδερφός μου, ο Άγγελος, ψάχνει για εργοθεραπεία για τον πατέρα του. Να του δώσω το κινητό σου;” Δήμητρα
Έγραψε “ναι” και το άφησε εκεί.
Την επομένη, ο Άγγελος τηλεφώνησε. Είχε μια βραχνή φωνή, καθαρή, χωρίς υπερβολές.
—Ο πατέρας μου είχε εγκεφαλικό τον Δεκέμβρη. Περπατάει με μπαστούνι αλλά είναι σαν να μην είναι πια μαζί μας. Δεν ξέρω αν είναι θέμα κίνησης ή κάτι άλλο… Δεν ξέρω καν τι να ζητήσω.
—Δεν πειράζει, απάντησε εκείνη. Θα κάνουμε μια αξιολόγηση και βλέπουμε.
Συναντήθηκαν στο σπίτι τους, στην Άνω Πόλη. Ο πατέρας του καθόταν σιωπηλός, μ’ ένα βλέμμα σαν να μην είχε εντελώς επιστρέψει. Η Μαρίνα τού μιλούσε αργά, χωρίς να φωνάζει. Ο Άγγελος την παρατηρούσε. Όχι με τρόπο ενοχλητικό. Περίεργο — εκείνη δεν αισθάνθηκε αμήχανα. Και μετά, ενώ του εξηγούσε τα βήματα της αποκατάστασης, εκείνος είπε:
—Να κεράσω έναν καφέ;
Δεν ήθελε καφέ. Ήθελε να επιστρέψει σπίτι και να συνεχίσει να μη νιώθει. Αλλά είπε “ναι”.
Ο Άγγελος ήταν τυπογράφος. Είχε τυπογραφείο στο Κουκάκι και φαινόταν πως ένιωθε ενοχές που δεν είναι “κάτι πιο σπουδαίο”. Η Μαρίνα τον κοίταξε μ’ εκείνο το βλέμμα που είχαν οι γυναίκες που έχουν πληρώσει πολλά για ψυχοθεραπεία και λίγα για ρούχα:
—Ξέρεις τι είναι να κρατάς κάτι στα χέρια σου που έφτιαξες; Αυτό δεν είναι σπουδαίο;
Ο Άγγελος δεν απάντησε αμέσως.
—Είναι. Απλώς δεν μοιάζει με αυτό που φανταζόμουν στα είκοσί μου.
Σιωπή. Τρεις λέξεις στριφογύριζαν στο κεφάλι της Μαρίνας, αλλά δεν τις είπε: “Ούτε η ζωή μου.”
Οι επισκέψεις για τον πατέρα συνεχίστηκαν. Σιγά-σιγά εκείνος άρχισε να απαντάει. Μια λέξη τη φορά. Ήταν μια μικρή νίκη. Κάθε φορά που προχωρούσαν λίγο, ο Άγγελος της έστελνε μήνυμα: “Μίλησε μόνος του σήμερα. Είπε ‘νερό’”.
Η Μαρίνα απαντούσε με μια καρδιά ή μια τελεία. Δεν ήξερε πώς να φερθεί.
Ένα βράδυ, ενώ του εξηγούσε την άσκηση που θα έκανε ο πατέρας του με πλαστελίνη για να ξαναδουλέψει τα δάχτυλά του, εκείνος την κοίταξε και της είπε:
—Πόσες ζωές κουβαλάς κάθε μέρα μαζί σου; Και πώς δεν τις αφήνεις να σε πλακώσουν;
Η Μαρίνα δεν απάντησε. Απλώς κάθισε πίσω και πήρε μια βαθιά ανάσα.
—Κάποιες μέρες με πλακώνουν. Απλώς δεν το δείχνω.
Μια εβδομάδα μετά, ο Άγγελος κάλεσε τη Μαρίνα για καφέ σε ένα μικρό, ασφυκτικά γεμάτο καφέ στο κέντρο της Αθήνας.
—Ξέρεις, δεν ήθελα ποτέ να το πω, αλλά… νομίζω πως μου αρέσεις.
—Εσύ; Με μένα;
—Ναι. Δεν είναι θέμα τι είσαι ή τι κάνεις. Απλώς… μου λείπεις όταν δεν σε βλέπω.
Η Μαρίνα τον κοίταξε, απορημένη. Ήταν και οι δύο προσεκτικοί, αλλά κι οι δύο είχαν ραγισμένες καρδιές.
—Δεν ξέρω αν είμαι έτοιμη για κάτι παραπάνω. Αλλά μπορούμε να προσπαθήσουμε σιγά σιγά.
Την επόμενη βδομάδα, πήγαν για περπάτημα στο πάρκο της Αγίας Παρασκευής, συζητώντας για τις ζωές τους, τις αποτυχίες και τα όνειρά τους.
—Ξέρεις, ποτέ δεν κατάλαβα πώς καταφέρνουν μερικοί να κρατήσουν μια σχέση τόσα χρόνια, είπε η Μαρίνα.
—Μάλλον δεν είναι θέμα τύχης. Είναι θέμα προσπάθειας, απάντησε ο Άγγελος.
—Και τι γίνεται όταν ένας από τους δύο κουραστεί;
—Τότε η άλλη πλευρά πρέπει να σηκώσει το βάρος. Τουλάχιστον για λίγο.
Η Μαρίνα τον κοίταξε στα μάτια. Δεν ήθελε να τον απογοητεύσει.
—Δεν είμαι σίγουρη πως μπορώ να σηκώσω κανένα βάρος τώρα. Αλλά θα προσπαθήσω.
Μια μέρα, όπου η Μαρίνα ήταν στο σπίτι του Άγγελου και έκανε θεραπεία με τον μπαμπά του, βρήκε τον Άγγελο να μιλάει στο τηλέφωνο ψιθυριστά και νευρικά.
—Με συγχωρείς, ήταν ένα θέμα με την δουλειά, είπε αμήχανα όταν εκείνη μπήκε.
—Μα έμοιαζες σαν να κρύβεις κάτι.
—Δεν κρύβω τίποτα.
Η Μαρίνα ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος, αλλά κράτησε τις απορίες της για τον εαυτό της. Δεν ήθελε να γίνει “η κοπέλα που ζαλίζει”.
Ο πατέρας του Άγγελου χειροτέρευε. Σχεδόν τρεις μήνες μετά την αρχική τους γνωριμία, ο γιατρός είπε πως ίσως χρειάζεται εισαγωγή στο νοσοκομείο.
—Δεν είμαι έτοιμος για αυτό, ψιθύρισε ο Άγγελος.
—Κανείς δεν είναι. Αλλά πρέπει να το αντιμετωπίσουμε.
Η Μαρίνα βρέθηκε ξανά στη θέση της υποστήριξης. Ο Άγγελος ήταν πιο ανοιχτός μαζί της. Μοιράστηκαν νύχτες αγωνίας, στιγμές που ένιωθαν πως όλα μπορούν να καταρρεύσουν.
Η ατμόσφαιρα στο διαμέρισμα είχε γίνει βαριά τις τελευταίες μέρες. Η Μαρίνα ένιωθε το βάρος της σιωπής του Άγγελου, που όλο και απομακρυνόταν. Ήταν σίγουρη ότι κάτι κρυβόταν.
Ένα απόγευμα, καθώς έπιναν τσάι στην κουζίνα, εκείνη πήρε βαθιά ανάσα.
—Θέλω να μου πεις την αλήθεια, Άγγελε. Τι συμβαίνει με το τηλεφώνημά σου; Κάτι μου κρύβεις. Έχουν υπάρξει αρκετά τηλεφωνήματα από το πρώτο και κάθε μέρα γίνεσαι όλο και πιο απόμακρος.
Ο Άγγελος κοίταξε τα δάχτυλά του που έπαιζαν με την κούπα. Μετά σήκωσε τα μάτια και είπε αργά:
—Η πρώην μου, η Ελένη, έχει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας. Δεν ήθελα να το μάθεις έτσι, ξέρω πως είναι περίεργο. Τη βοηθάω με ό,τι μπορώ. Είναι δύσκολο να της πω όχι.
Η Μαρίνα ένιωσε να σφίγγεται η καρδιά της, όχι από ζήλια, αλλά από συμπόνια.
—Δεν το περίμενα…
—Ούτε εγώ. Δεν είμαι υπερήρωας. Απλώς προσπαθώ να κάνω το σωστό.
Για πρώτη φορά μετά καιρό, μίλησαν χωρίς υπεκφυγές. Η Μαρίνα κατάλαβε ότι οι σχέσεις δεν ήταν μόνο ρομάντζο, αλλά και δυσκολίες, που τις αντιμετώπιζες ή τις άφηνες να σε σπάνε.
Ο χειμώνας είχε φέρει μερικές από τις πιο κρύες νύχτες που είχαν ζήσει. Ο πατέρας του Άγγελου είχε μια κρίση, και το νοσοκομείο έγινε δεύτερο σπίτι.
Μια βραδιά, μετά από μια κουραστική μέρα, η Μαρίνα καθόταν στον καναπέ, τυλιγμένη με μια κουβέρτα, ενώ ο Άγγελος έριχνε μια τελευταία ματιά στο αυριανό του πρόγραμμα.
—Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνεις κάθε μέρα, είπε εκείνη, προσπαθώντας να κρύψει την κούραση από τη φωνή της.
—Δεν ξέρω κι εγώ. Αλλά κοιτάζω μπροστά, απάντησε εκείνος.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Ήταν δύο άνθρωποι κουρασμένοι, που όμως είχαν βρει ο ένας στον άλλον μια μικρή παρηγοριά.
—Μερικές φορές νιώθω πως θέλω να τα παρατήσω όλα, πρόσθεσε η Μαρίνα.
—Μην το κάνεις. Είμαστε εδώ, μαζί.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν γλυκιά και πικρή ταυτόχρονα. Ήξεραν ότι δεν ήταν εύκολο, αλλά ούτε και αδύνατο.
Παρά τις σκοτεινές μέρες, υπήρχαν και εκείνες οι μικρές στιγμές που θύμιζαν πως η ζωή συνεχίζεται.
Μια Κυριακή πρωί, ο Άγγελος έφερε μαζί του πρωινό από ένα μικρό φούρνο. Έφερε και έναν καφέ που τον άφησαν να φτάσει στη σωστή θερμοκρασία πριν τον πιουν.
—Έχεις δοκιμάσει ποτέ να φτιάχνεις τοστ με μέλι και τυρί; ρώτησε γελώντας εκείνος.
—Όχι. Ακούγεται παράξενο.
—Πρέπει να δοκιμάσεις.
Έκαναν πειράματα στην κουζίνα, γελώντας όταν τα οι απόπειρες σε καινούρια πειραματικά φαγητά αποτύγχαναν.
Αυτές οι μικρές χαρές δεν έσβηναν το άγχος, αλλά ήταν σαν μικρές ανάσες μέσα στον πυρετό της καθημερινότητας.
Η πρόταση του Άγγελου να πάνε διακοπές ήταν απρόσμενη. Η Μαρίνα δίστασε, ανησυχώντας για τις υποχρεώσεις και το μέλλον.
—Δεν ξέρω αν είναι καλή ιδέα, ψιθύρισε καθώς ετοίμαζαν τις βαλίτσες.
—Κανείς δεν ξέρει, απάντησε ο Άγγελος. Αλλά νομίζω πως χρειάζεται να ξεφύγουμε για λίγο, να πάρουμε δύναμη για το μετά.
Οι πρώτες μέρες στις διακοπές ήταν δύσκολες. Ο καιρός ήταν κρύος, τα κύματα ασταθή, αλλά η ησυχία τους έκανε καλό.
Καθώς περπατούσαν στην άμμο, η Μαρίνα έπιασε το χέρι του Άγγελου.
—Δεν είναι όπως στις ταινίες, είπε χαμογελώντας αχνά.
—Όχι. Είναι καλύτερο, γιατί είναι αληθινό.
Και για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσαν πως υπήρχε κάτι σταθερό μέσα στον ασταθή κόσμο τους.
Αλεξάνδρα Καραφώτη
