Οι πληγές μου με φώναζαν με το όνομά μου

Δεν θυμόταν πια πότε άρχισε να φοβάται το βάθος μέσα της. Ήταν σαν να το απέφευγε με κάθε τρόπο: με υπερβολική δουλειά, με σχέσεις που κρατούσαν όσο η σιωπή σε έναν ανελκυστήρα, με προγραμματισμένες διακοπές και λίστες για το σούπερ μάρκετ. Όλα στην ώρα τους, όλα τακτοποιημένα — εκτός από εκείνη. Κάτω από τη φωνή της, κάτω από το χαμόγελο, κάτι στεκόταν άκαμπτο, σαν πέτρα που δεν άντεχε άλλο νερό.

Η Αλίκη δεν ήταν από εκείνες που πίστευαν σε πνεύματα. Είχε σπουδάσει οικονομικά, ήξερε απ’ έξω τους δείκτες των αγορών, μπορούσε να εξηγήσει την κρίση του 2008 σε τέσσερα διαγράμματα. Και όμως, όταν άκουσε για πρώτη φορά τη λέξη ayahuasca από το στόμα μιας άγνωστης στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης, κάτι μέσα της ανασηκώθηκε — όχι από περιέργεια, αλλά από βαθιά, σχεδόν αρχαία μνήμη. Μια λέξη-κλειδί που ξεκλείδωνε κάτι που πάντα ήταν εκεί.

Τον επόμενο μήνα βρέθηκε σε ένα ξύλινο καταφύγιο κάπου στα βουνά της Νότιας Ισπανίας, χωρίς κινητό, χωρίς καθρέφτες, χωρίς απαντήσεις. Μόνο με μία ερώτηση: «Αν αφήσω για λίγο τον έλεγχο, θα θυμηθώ ποια είμαι;».

Η νύχτα έπεσε σαν προαίσθημα. Δεν ήταν απλώς σκοτάδι — ήταν η αίσθηση πως κάτι αόρατο ξυπνούσε. Ο αέρας σταμάτησε να φυσά. Τα δέντρα σώπασαν. Το φως της φωτιάς, χορευτικό και ζωντανό, έριχνε σκιές που έμοιαζαν με ψυχές που περίμεναν σειρά.

Η Αλίκη κάθισε στην άκρη του κύκλου, με τα χέρια στα γόνατα και την αναπνοή κομμένη. Δεν ήταν φόβος αυτό που ένιωθε. Ήταν κάτι απείρως πιο αρχέγονο: σαν το σώμα της να θυμόταν κάτι που το μυαλό της είχε καταπιεί εδώ και αιώνες. Σαν η ψυχή της να ήξερε ότι απόψε θα ξεσκίσει τον τοίχο.

Ο σαμάνος στάθηκε απέναντί της — η μορφή του σχεδόν διάφανη, σαν να φορούσε το δέρμα ενός άλλου κόσμου. Φύσηξε μέσα σε ένα φύλλο καπνού, ψιθυρίζοντας λόγια σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε, μα ένιωθε μέσα στα κόκαλά της. Ήταν προσευχή; Ήταν ξόρκι; Ήταν κάλεσμα;

Το κύπελλο ήταν μικρό. Το περιεχόμενο σκοτεινό σαν το αίμα της γης. Η γεύση του, στυφή, όξινη και παράξενη — σαν να έπινε το μεδούλι από κάποιο αρχαίο μυστικό. Και τότε περίμενε.

Πέρασαν λεπτά ή αιώνες — δεν ήξερε. Ξαφνικά, η γη αναστέναξε. Το κορμί της έγινε διάφανο. Ο χρόνος έσπασε. Η πραγματικότητα άρχισε να στάζει από τις ρωγμές του ορίζοντα.
Κλείνοντας τα μάτια, ένιωσε τον εαυτό της να φεύγει πίσω από το σώμα, σαν πέπλο που τραβιέται αργά. Ένα ποτάμι την τύλιξε — όχι νερό, μα χρόνος. Την πήρε μαζί του χωρίς ερώτηση. Εικόνες άρχισαν να σχηματίζονται: το πρόσωπο της μητέρας της όταν ήταν παιδί· ένα κουτί που δεν άνοιξε ποτέ· εκείνος ο διάδρομος στο σχολείο όπου κάποτε την κορόιδεψαν και δεν μίλησε.

Ύστερα, η μορφή της διπλώθηκε προς τα μέσα. Ήταν κομμάτια. Παιδί. Κορίτσι. Γυναίκα. Και όλα έκλαιγαν για εκείνη που τα ξέχασε.

Μέσα από έναν πράσινο καπνό, αναδύθηκε ένα πλάσμα με μάτια-ήλιο και στόμα χωρίς γλώσσα. Την πλησίασε. Δεν μιλούσε — της μετέδιδε εικόνες απευθείας στον νου. Έδειχνε πληγές. Πληγές από άλλες ζωές. Πληγές που δεν ήξερε ότι είχε. Πληγές που ήταν λόγια που ποτέ δεν ειπώθηκαν.

Η Αλίκη προσπάθησε να φωνάξει. Αλλά δεν είχε φωνή. Είχε μόνο καρδιά που έκαιγε, και βλέμμα που έλιωνε τον χρόνο.
«Θέλεις αλήθεια να θυμηθείς;» ρώτησε κάτι μέσα της.
«Ναι», απάντησε με δάκρυα.

Και τότε ήρθαν τα χρώματα. Όχι όπως τα ξέρουμε. Ήταν αισθήματα με μορφή. Ένα μπλε που έμοιαζε με αποδοχή. Ένα κόκκινο που πονούσε σαν ενοχή. Ένα χρυσό που την κοίταζε με τρυφερότητα.

Έπειτα ήρθε ο εμετός. Βίαιος. Βαθύς. Μα δεν ήταν σωματικός. Ήταν η ψυχή της που ξερνούσε όλες τις φορές που σιώπησε, όλες τις στιγμές που έκρυψε τη ντροπή πίσω από χαμόγελο.

Μέσα στα σπασμένα κομμάτια του εαυτού της, κάτι γεννήθηκε. Μια φωνή. Όχι θεϊκή, ούτε ανθρώπινη. Μια εσωτερική παρουσία που είπε: «Δεν είσαι το τραύμα σου. Είσαι εκείνη που άντεξε να το κουβαλάει. Ώρα να το αφήσεις».

Και τότε εμφανίστηκε η μικρή Αλίκη. Ξυπόλητη, με μαλλιά μπερδεμένα και μάτια διάφανα, την κοιτούσε από απέναντι, ήσυχα, χωρίς παράπονο. Δεν μιλούσε. Μόνο άπλωσε το χέρι και ψιθύρισε, χωρίς φωνή αλλά με βεβαιότητα: «Μην με ξεχάσεις πάλι». Η Αλίκη έσκυψε, την αγκάλιασε σφιχτά — και μέσα στην ένωση αυτή, κάτι έκλαψε και κάτι συγχωρέθηκε. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε ολόκληρη.

Το φως της αυγής δεν μπήκε απότομα. Ήρθε σαν ανάσα μετά από βαθύ λυγμό, απαλά, προσεκτικά, σαν να μην ήθελε να διαταράξει ό,τι ιερό είχε συμβεί τη νύχτα. Η φωτιά είχε σχεδόν σβήσει. Μόνο λίγες στάχτες λαμπύριζαν σαν κουρασμένα αστέρια.

Η Αλίκη άνοιξε τα μάτια. Ήταν ακόμα εκεί, στο ίδιο στρώμα, με τα ίδια ρούχα, τους ίδιους ανθρώπους γύρω της. Αλλά τίποτα δεν ήταν ίδιο. Το σώμα της ένιωθε πιο βαρύ — όχι από κόπωση, αλλά από παρουσία. Ένιωθε πως κατοικούσε τον εαυτό της για πρώτη φορά.

Περπάτησε ξυπόλητη έξω. Το χώμα ήταν υγρό και δροσερό, σαν υπόσχεση. Έσκυψε, άγγιξε τη γη με τις παλάμες της και ψιθύρισε: «Ευχαριστώ που με κράτησες». Δεν ένιωθε θεραπευμένη. Ούτε φωτισμένη. Ένιωθε αληθινή. Πιο πολύ απ’ ό,τι είχε υπάρξει ποτέ. Και αυτό της έφτανε.
Ο κόσμος δεν είχε αλλάξει. Εκείνη όμως ναι.

Το πρωί κύλησε χωρίς λέξεις. Κανείς δεν μιλούσε βιαστικά. Ήταν σαν η ανθρώπινη φωνή να είχε βαρύνει μέσα τους από την αλήθεια της νύχτας. Κάθονταν σε μικρές ομάδες, με ζεστό νερό στα χέρια και βλέμματα ήρεμα, λυμένα από αγωνία. Σαν να είχαν όλοι επιστρέψει από μια ήπειρο που δεν υπάρχει σε χάρτες.

Η Αλίκη κάθισε σε έναν κορμό έξω από την καλύβα, αγκαλιάζοντας τα γόνατά της. Ένιωθε ένα παράξενο άδειασμα — σαν να μην είχε τίποτα να πει, αλλά όλο της το είναι ήταν πια λόγος.

Δίπλα της ήρθε και κάθισε ο Ματέο — ένας άντρας από την Ουρουγουάη, με μάτια σκοτεινά και ήσυχα. Δεν είχε ανταλλάξει λέξη μαζί του πριν. Εκείνος κρατούσε ένα κεραμικό φλιτζάνι με χαμομήλι και της πρόσφερε ένα δεύτερο. Η Αλίκη το δέχτηκε με ένα γλυκό νεύμα. Η ζεστασιά πέρασε στις παλάμες της σαν ήπια αγκαλιά.
Για λίγο, απλώς κοιτούσαν το φως ανάμεσα στα φύλλα.

«Ήταν η πρώτη σου φορά;» ρώτησε εκείνος, ήσυχα.
Η Αλίκη ένευσε. Δεν χρειαζόταν εξηγήσεις.

Ο Ματέο πήρε μια μικρή γουλιά και είπε, σαν να μιλούσε στον αέρα: «Κάθε φορά νόμιζα ότι θα πεθάνω. Αλλά τελικά… κάθε φορά πέθαινε κάτι που με εμπόδιζε να ζήσω».

Η Αλίκη τον κοίταξε. Κι εκεί, χωρίς να το προσπαθεί, δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. Όχι από λύπη, αλλά από αυτό το σπάνιο, καθαρό συναίσθημα που μοιάζει με λέξεις όπως “κατανόηση” και “σπίτι”.
«Κι εγώ νόμιζα ότι ήρθα να βρω απαντήσεις», του είπε σιγανά. «Αλλά μόνο όταν δεν τις έψαχνα, ήρθαν. Όχι σαν λέξεις. Σαν σιωπή που με κοίταζε».
Ο Ματέο χαμογέλασε.
«Η ayahuasca δεν σου δίνει τίποτα που δεν είχες ήδη. Απλώς σου το δείχνει χωρίς το πέπλο».

Έμειναν εκεί, δίπλα-δίπλα, όχι για να πούνε κάτι παραπάνω. Αλλά γιατί μερικές ψυχές, όταν αναγνωρίζονται, δεν έχουν ανάγκη άλλης επιβεβαίωσης.

Η Αλίκη έγειρε το κεφάλι της πίσω και κοίταξε τον ουρανό. Της φάνηκε λίγο πιο κοντά σήμερα. Όχι γιατί ο κόσμος είχε μικρύνει.
Αλλά γιατί εκείνη είχε γυρίσει στον εαυτό της.

Η Αλίκη δεν γύρισε πίσω ίδια. Δεν έγινε κάποια «άλλη», δεν άφησε τη ζωή της, δεν βρήκε μαγικές λύσεις. Αλλά κάθε πρωί που έβγαινε στον ήλιο, δεν προσπαθούσε πια να αποδείξει την ύπαρξή της.
Δεν ήθελε να είναι τέλεια. Ήθελε να είναι παρούσα.

Η ayahuasca δεν της απάντησε σε όλα. Αλλά της έδωσε τη δύναμη να αντέξει τις ερωτήσεις. Να κοιτάξει μέσα της χωρίς να καίγεται. Να σταθεί μπροστά στα λάθη της χωρίς να διαλύεται. Να αγκαλιάσει τη μικρή Αλίκη — και να της υποσχεθεί πως δεν θα την προδώσει ξανά.

Κάθε φορά που κάτι την τρόμαζε, ακουμπούσε το χέρι στο στήθος της και θυμόταν:
«Εκεί μέσα υπάρχει δρόμος. Και εγώ ξέρω πια πώς να περπατήσω χωρίς να τρέχω».

Αφροδίτη Αυγερινού

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading