Καλησπέρα… ναι, είμαι ύποπτη

Η Μυρτώ ήταν απ’ αυτούς τους ανθρώπους που ζουν με μια ελαφριά, σταθερή βεβαιότητα ότι δεν πρόκειται να χάσουν ποτέ τίποτα. Ούτε πράγματα, ούτε ευκαιρίες, ούτε υπομονή — μέχρι που έχασε το δίπλωμα οδήγησης. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά.

Ήταν σίγουρη πως το είχε αφήσει στην τσάντα της. Ή στο αυτοκίνητο. Ή στην τσάντα της μέσα στο αυτοκίνητο. Τελικά, δεν ήταν ούτε εκεί, ούτε πουθενά. Εξατμίστηκε. Σαν κάτι πρώην που δεν αφήνουν ούτε σημείωμα.

Έτσι βρέθηκε, ένα πρωί με ζέστη και νεύρα, στο Αστυνομικό Τμήμα, κρατώντας μια σακούλα με νερό, το κινητό της, ένα στυλό που δεν γράφει και μια έκφραση στο πρόσωπο που έλεγε ξεκάθαρα: “μη μου μιλήσεις αν δεν είσαι ο Θεός ή ο καφές μου”.

Δεν είχε σκοπό να κάνει τίποτα πέρα από το αυτονόητο: να δηλώσει την απώλεια, να πάρει ένα χαρτί, να φύγει. Να μη συζητήσει, να μην αστειευτεί, να μην προσέξει κανέναν.
Αλλά μερικές φορές, εκεί που δεν ψάχνεις τίποτα — βρίσκεις κάτι.
Ή κάποιον.

Η ουρά ήταν μικρή, αλλά ο χρόνος κινούταν με ταχύτητα χειρόγραφου στα ΚΕΠ. Η Μυρτώ έστεκε μπροστά σε μια αφίσα που προειδοποιούσε ότι η «κατάθεση ψευδών στοιχείων τιμωρείται βάσει του νόμου» — και σκεφτόταν ότι θα ‘πρεπε να υπάρχει και σχετική προειδοποίηση για όσους υπόσχονται ότι “σε πέντε λεπτά θα τελειώσεις”.

– Επόμενη! είπε μια φωνή που έσκασε ξαφνικά, σαν φλας κάμερας.

Η Μυρτώ προχώρησε. Άνοιξε την τσάντα της με το γνωστό εκείνο ύφος «ψάχνω κάτι σημαντικό αλλά δεν ξέρω σε ποιο σύμπαν το έχω βάλει» και ακούμπησε μπροστά ένα τσαλακωμένο αντίγραφο της ταυτότητας, δυο αποδείξεις από φούρνο, και μια καραμέλα που είχε λιώσει πάνω σε ένα post-it με σημειωμένο: “ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΤΟ ΔΙΠΛΩΜΑ”.

Και τότε τον είδε. Ή μάλλον, τον άκουσε πρώτα.

– Χμμ. Ήρθε το δίπλωμα για να δηλώσει την απώλεια της κατόχου του;

Σήκωσε το βλέμμα. Ψηλός, με στολή. Σήμα στο πέτο και βλέμμα κοφτερό. Χείλη που έμοιαζαν να έχουν προπονηθεί στο μισό χαμόγελο — αυτό που δεν σε καθησυχάζει ακριβώς, αλλά σου τραβάει την προσοχή.

– Ήρθα να δηλώσω την απώλεια, είπε η Μυρτώ, κρατώντας τον τόνο της κάπου ανάμεσα σε ευγένεια και “μη με τσαντίσεις”.

– Κι εγώ ήρθα να την καταγράψω. Ξεκινήσαμε καλά, είπε εκείνος, και της έδωσε μια φόρμα.

Η Μυρτώ πήρε το στυλό και κάθισε να γράψει. Κάθε φορά που της ξέφευγε το μελάνι, τον άκουγε να ξεφυσάει ελαφρά. Όχι ειρωνικά. Περίεργα. Σαν να διάβαζε κάτι πάνω της που δεν έγραφε κανείς στα χαρτιά.

– Επώνυμο, όνομα, πατρώνυμο… Εσύ πού ήσουν όταν τα έκανα όλα αυτά στο δημοτικό; μουρμούρισε.

– Μάλλον σε κάποιο Τμήμα… έτοιμος να δεχτώ δηλώσεις απώλειας, είπε εκείνος κι αυτήν τη φορά το χαμόγελο ήρθε ολόκληρο

Με συνοπτικές διαδικασίες, η αίτηση ολοκληρώθηκε. Ο Ιωάννης της έδωσε πίσω τα χαρτιά με προσοχή, ευγένεια και την απόσταση που κρατούν συνήθως οι άνθρωποι που φοράνε στολή και δεν λένε ποτέ περισσότερα απ’ όσα χρειάζονται.

– Αυτά ήταν. Καλό υπόλοιπο, της είπε, ευγενικά, σχεδόν μηχανικά.

– Ευχαριστώ… καλή συνέχεια κι εσείς, απάντησε η Μυρτώ, μα δεν ήξερε αν αναφερόταν στο ωράριο ή στη ζωή του γενικά.

Βγήκε από το Τμήμα κρατώντας τη δήλωση στο ένα χέρι και το κινητό στο άλλο. Δεν ήξερε γιατί, αλλά δεν της έκανε καρδιά να ανοίξει ακόμα τη μουσική. Ούτε να καλέσει κάποιον. Ήθελε απλώς να περπατήσει λίγο, να επεξεργαστεί όσα δεν ειπώθηκαν.

Ο Ιωάννης ήταν… αξιοπρεπώς αδιάφορος. Ούτε ένα υπονοούμενο, ούτε ένα βλέμμα παραπάνω. Και κάπως έτσι, ακριβώς μ’ αυτή την ουδετερότητα, της κόλλησε στο μυαλό. Ίσως γιατί δεν προσπάθησε. Ίσως γιατί δεν χαμογέλασε για να της αρέσει. Ίσως απλώς επειδή εκείνη τη μέρα, μέσα στην αποστειρωμένη ρουτίνα του πρωινού της, κάτι λειτούργησε σαν διακόπτης.
Ένα πράγμα ήξερε σίγουρα: δεν θα άφηνε αυτή τη γνωριμία να τελειώσει μ’ ένα «καλό υπόλοιπο».
Όχι η Μυρτώ. Όχι τόσο εύκολα.

Η Μυρτώ τον σκεφτόταν συνέχεια. Σαν τραγούδι που κολλάει χωρίς να ξέρεις τους στίχους. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που την τράβηξε τόσο —η φωνή του, η σιγουριά του, ή απλώς το ότι δεν της έδωσε καμία σημασία. Μα όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο φούντωνε μέσα της η τρέλα να τον ξαναδεί. Να βρει έναν τρόπο. Να σκεφτεί κάτι έξυπνο, αθώο, δικαιολογημένο. Κι όσο πιο πολύ το σκεφτόταν, τόσο της φαινόταν λογικό να… πάει στο αστυνομικό τμήμα ή να την πάνε…

Το επόμενο πρωί ήταν πλέον επίσημο: η Μυρτώ είχε χάσει κάθε επαφή με τη λογική. Όχι ότι είχαν και ποτέ συγκλονιστική σχέση, αλλά τώρα… την είχε διαγράψει από το κινητό της. Γιατί ποια λογική γυναίκα, μορφωμένη, ανεξάρτητη και σχετικά ισορροπημένη (ανάλογα τη μέρα και τον υδράργυρο), πήγαινε ξανά στο αστυνομικό τμήμα για να ρωτήσει πότε θα παραλάβει ένα δίπλωμα που ήξερε ότι δεν παραλαμβάνεται ποτέ από το αστυνομικό τμήμα;
Η απάντηση ήταν μία: η Μυρτώ…

Μπήκε μέσα με βλέμμα χαμένου κουταβιού που προσπαθεί να δείξει αξιοπρέπεια. Είχε προετοιμάσει και μια ατάκα στον καθρέφτη του μπάνιου, αλλά στον δρόμο την ξέχασε γιατί πέρασε από έναν καθρέφτη αυτοκινήτου και είδε πως είχε κραγιόν στα δόντια. “Τουλάχιστον να με θυμάται για κάτι” σκέφτηκε. “Ακόμα κι αν είναι για το κραγιόν στα δόντια”.

Πλησίασε το γραφείο. Ο Ιωάννης εκεί. Ίδιος. Σαν να μην είχε περάσει ούτε λεπτό από την προηγούμενη φορά. Τι θαύμα, σκέφτηκε. Αυτός ο άντρας δεν τσαλακώνεται ούτε στον ύπνο.

– Καλημέρα σας, είπε με μια φωνή που προσπαθούσε να ακουστεί φυσική αλλά βγήκε πιο ψεύτικη κι από χειροκρότημα σε σχολική γιορτή.

– Καλημέρα, της απάντησε τυπικά.

– Ήρθα να ρωτήσω… σχετικά με το δίπλωμά μου. Πότε περίπου θα… το έχω;

Εκείνος σήκωσε το βλέμμα. Ήρεμα. Με αυτό το βλέμμα του ανθρώπου που έχει δει και χειρότερα. Όπως όταν προσπαθείς να βγάλεις άκρη με τον εκτυπωτή του τμήματος.

– Δεν εκδίδονται τα διπλώματα από εδώ. Θα σας ενημερώσουν από τη Διεύθυνση Μεταφορών.

– Ναι, ναι, το ξέρω, απλώς ήθελα να σιγουρευτώ… μην έχει αλλάξει κάτι δραστικά στο σύστημα από εχτές . Ήθελα… μια επαφή με την κατάσταση.

– Δεν έχει αλλάξει κάτι, είπε ευγενικά. Ούτε εκείνος.

– Τέλεια. Και τώρα που έχω αυτή την πολύτιμη πληροφορία… να σας αφήσω να συνεχίσετε το έργο σας, είπε και έκανε να φύγει. Αλλά δεν έφυγε.

Κόλλησε λίγο. Το μυαλό της ούρλιαζε: “ΦΥΓΕ!” Το σώμα της έλεγε: “Περίμενε, μπορεί να σε ρωτήσει πού πας”.

Δεν τη ρώτησε.

Έκανε μεταβολή, βγήκε έξω και στάθηκε στο πεζοδρόμιο σαν να περιμένει ταξί σε ταινία των ’60s. Ήθελε να γελάσει. Με τον εαυτό της, με την κατάσταση, με την παράνοια του έρωτα που κάνει γυναίκες με μεταπτυχιακά να παρακαλάνε για λίγη γραφειοκρατία.

“Δεν πειράζει, Μυρτώ. Σήμερα απέτυχες. Αύριο μπορείς να χάσεις την πινακίδα. Ή την αξιοπρέπειά σου. Ή και τα δύο μαζί”.

Κι έφυγε χαμογελώντας. Γιατί κάπου μέσα της… ήξερε πως αυτή ήταν μόνο η αρχή.

Το σχέδιο ήταν απλό: να αφήσει τυχαία το κινητό της στο παγκάκι απέναντι από το Αστυνομικό Τμήμα, να περιμένει πέντε λεπτά και μετά να καλέσει από το σταθερό του σπιτιού της ρωτώντας αν “κάποιος το βρήκε”. Το δύσκολο δεν ήταν η εκτέλεση. Ήταν το να μη γελάει η ίδια όσο το έκανε.

Φόρεσε μαύρα γυαλιά, έπιασε τα μαλλιά ατημέλητα-προσεγμένα και κάθισε στο παγκάκι με ύφος «σκέφτομαι τα υπαρξιακά μου αλλά έχω ωραία γάμπα». Το κινητό το άφησε διακριτικά δίπλα, σαν να ήταν περαστικό πορτοφόλι, και σηκώθηκε δήθεν αφηρημένα. Πήγε μέχρι τη γωνία και μετά έφυγε τρέχοντας σαν τον Γκάρφιλντ με hangover για το σπίτι της.

Στο σταθερό:

– Αστυνομικό Τμήμα, παρακαλώ.

– Ναι, καλησπέρα… ήθελα να ρωτήσω… μήπως κάποιος βρήκε ένα κινητό έξω από το Τμήμα σας; Το άφησα… κατά λάθος. Νομίζω. Ή και επίτηδες. Δεν είμαι σίγουρη πια.

– Πότε το αφήσατε;

– Εχμ… τώρα. Πριν λίγο. Ίσως με είδε και κάποιος.

– Περιμένετε λίγο…

[παύση – η πιο έντονη της ζωής της]

– Ναι, βρέθηκε. Το έφερε κάποιος μέσα. Έχει κόκκινη θήκη και το wallpaper είναι μια γάτα με γυαλιά ηλίου;

– Ναι! Εγώ είμαι! Δηλαδή, δικό μου είναι!

– Μπορείτε να περάσετε να το παραλάβετε.

– Με όλη μου την καρδιά.

Πέρασε με το χαμόγελο του ανθρώπου που χρωστάει νοίκι, αλλά μόλις του είπαν “σου το χαρίζουμε”. Ο Ιωάννης της το παρέδωσε.

– Δικό σας, είπε απλά.

– Ναι, τι να πω… Με εγκατέλειψε η τεχνολογία. Ή με πρόδωσε το μυαλό μου. Ή και τα δύο.

– Καλό είναι να προσέχουμε τα πράγματά μας.

– Εγώ τα προσέχω. Απλώς… καμιά φορά τ’ αφήνω για να τα ξαναβρώ. Έτσι, να δω αν αξίζει.

Ο Ιωάννης την κοίταξε χωρίς να απαντήσει. Αλλά —το είδε— έκανε το ένα φρύδι του να ανασηκωθεί. Σαν αντίδραση. Σαν μικρή ρωγμή στο μπετόν της ψυχραιμίας του.
Και για τη Μυρτώ, αυτό ήταν σχεδόν σαν φιλί.

Η λογική είχε πια ξεκουραστεί οριστικά. Η Μυρτώ δεν τη ρωτούσε πια πριν κάνει κάτι. Την είχε αφήσει στο σαλόνι, μαζί με την αξιοπρέπεια και κάτι απλήρωτους λογαριασμούς.

Έτσι, όταν αποφάσισε να πάει στο Τμήμα χωρίς να έχει χάσει τίποτα, έπρεπε να εφεύρει… μια απειλή.
Μια μικρή, διακριτική ενόχληση. Έναν γείτονα που την κοιτάζει “περίεργα”. Συχνά. Από το μπαλκόνι του. Ίσως να κρατάει και… κάτι. Ένα ποτήρι; Ένα τηλεκοντρόλ; Ποιος ξέρει.

– Καλησπέρα, είπε με σοβαρό ύφος. Θα ήθελα να κάνω μια αναφορά.

– Ναι, πείτε μου.

– Έχω έναν γείτονα… απέναντι. Κάθεται στο μπαλκόνι του και με κοιτάζει… συστηματικά.

– Δηλαδή;

– Δηλαδή… κάθε φορά που βγαίνω στο δικό μου μπαλκόνι, είναι ήδη εκεί. Με κοιτάζει. Δεν μιλάει. Δεν κάνει κάτι. Αλλά με κοιτάζει. Με βλέμμα… ύποπτο.

– Έχει γίνει κάποια προσβλητική πράξη;

– Όχι. Αλλά ένιωσα… κάτι να με διαπερνά. Πιο πολύ ψυχικά. Ίσως να μην έγινε τίποτα. Ίσως απλώς… να θέλω να το καταγράψω. Για να υπάρχει.

Ο αστυνομικός την κοίταξε δύσπιστα. Ο Ιωάννης, από δίπλα, την αναγνώρισε.

– Εσείς είστε με το δίπλωμα, το κινητό…

– Ναι. Και τώρα, με το βλέμμα.

– Κάποια άλλα παράπονα;

– Όχι ακόμα. Αλλά αν συνεχίσει να με κοιτάζει, μπορεί να αναγκαστώ να του στείλω μήνυμα. Ή γλάστρα.

Ο Ιωάννης δεν άντεξε. Γέλασε. Δειλά, αλλά το έκανε. Κρατήθηκε όσο μπορούσε, αλλά το χαμόγελο ξέφυγε.

– Θα το καταγράψουμε, είπε. Αν υπάρξει νέα ενόχληση, ξαναπεράστε.

– Περνάω έτσι κι αλλιώς. Προληπτικά.

Η Μυρτώ είχε εξαντλήσει κάθε πιθανή πρόφαση για να πάει στο Τμήμα. Ήξερε το πρωτόκολλο απ’ έξω, είχε μάθει απ’ το Google ποια υπηρεσία βγάζει τι, και είχε φτάσει σε σημείο να βλέπει αστυνομικά σήριαλ μόνο και μόνο για να πάρει ιδέες.

Και τότε, ένα απόγευμα – μετά από τρία stories της φίλης της με τον τίτλο “Μην παρακαλάς για αγάπη, κορίτσι μου”, αποφάσισε να πράξει το αδιανόητο. Θα έκανε κάτι για να την πάνε στο τμήμα.

Όχι, δεν θα έκλεβε. Ούτε θα έβριζε δημόσιο υπάλληλο. Θα έκανε παράνομη στάθμευση μπροστά στο Τμήμα. Σε διπλοκίτρινη. Με αλάρμ. Και πόρτα ανοιχτή.

Κι έτσι έγινε. Φόρεσε τα καλά της (το “τυχαία όμορφη” φόρεμα που κάνει πλάτη-μέση και αφήνει υποψία ντεκολτέ), έβαλε κόκκινο κραγιόν για τσαμπουκά, και πάρκαρε το Clio της σε ράμπα αναπήρων μπροστά ακριβώς από το Αστυνομικό Τμήμα. Βγήκε, έκανε πως τηλεφωνεί. Περίμενε. Σε δύο λεπτά, εμφανίστηκε ένας νεαρός αστυνομικός.

– Δεσποινίς, το όχημα είναι παράνομα σταθμευμένο.

– Αχ! Ναι; Πω πω! Ε, να, μίλαγα στο τηλέφωνο με τη μαμά μου που είχε κρίση πανικού, με πιάνει πανικός κι εμένα, καταλαβαίνετε τώρα, γυναίκες!

– Θα πρέπει να σας συνοδεύσουμε μέσα για βεβαίωση παράβασης.

– Ωραία… Εννοώ, λυπάμαι πολύ, φυσικά. Ό,τι πρέπει να γίνει… να γίνει.

Μπαίνει μέσα. Τρέμει. Από ντροπή, από αδρεναλίνη, και λίγο από χαρά.

Και τότε τον βλέπει.

Ο Ιωάννης.

Την κοιτάζει.

– Πάλι εσείς;

– Ε… ναι. Είπα να κάνω μια δυναμική επιστροφή. Κι αφού δε μ’ έφερνε η μοίρα, είπα να φέρω τον εαυτό μου με βεβαίωση παράβασης.

Ο Ιωάννης την κοίταξε. Πρώτη φορά δεν κατάφερε να μείνει ανέκφραστος. Ένα χαμόγελο ξέφυγε.

– Είστε καλά;

– Δεν είμαι. Αλλά είστε εσείς εδώ, οπότε κάτι πάει να φτιάξει.

– Θα σας γράψω.

– Με κεφαλαία γράμματα, παρακαλώ. Αν είναι να γραφτώ στην Ιστορία, ας είναι σωστά.

Έγραψε το πρόστιμο. Η Μυρτώ το πήρε με καμάρι. Σαν έπαθλο. Όχι γιατί της άρεσε το κράτος – αλλά γιατί ήταν η πρώτη φορά που τον είδε να χαμογελάει για εκείνη. Κι όταν βγήκε έξω, κοίταξε το χαρτί και μονολόγησε:

– 150 ευρώ για ένα χαμόγελο; Ήμουν που ήμουν χρεωμένη συναισθηματικά. Τουλάχιστον τώρα ξέρω και το ποσό.

Η Μυρτώ εξαντλώντας κάθε πιθανή πρόφαση για να ξαναμπεί στο Τμήμα, πλέον είχε μπει στη φάση “φέρτε μου έναν συνεργό και θα σας στήσω δράμα επιπέδου Netflix”. Και φυσικά, το κάστινγκ ήταν έτοιμο: η Στέλλα, η πιο ψύχραιμη φίλη της —και λίγο μαζόχα— ήταν ο άνθρωπος-κλειδί.

– Θες να πας να δηλώσεις ότι έχασες το δίπλωμά σου;

– Μυρτώ, θες να πεις ότι εσύ θες να ξαναδείς τον μπάτσο σου και με σέρνεις στον βούρκο;

– Ακριβώς. Και ευχαριστώ που το βλέπεις τόσο καθαρά.

Προετοιμασία; Άψογη. Η Στέλλα εμφανίστηκε με βλέμμα “είμαι σε σοκ”, ενώ η Μυρτώ είχε το ύφος «έχω συνοδέψει πολύ χειρότερες καταστάσεις, μη ρωτάτε».

Μπαίνουν στο Τμήμα. Στήνουν το σκηνικό.

Αλλά… Ο Ιωάννης δεν ήταν εκεί.

Στη θέση του, ο Νεκτάριος: μικρόσωμος, αγέλαστος και με φωνή που ακουγόταν σαν να τον ενοχλούν τα φωνήεντα.

– Καλησπέρα σας. Απώλεια διπλώματος;

Η Μυρτώ κατάπιε την απογοήτευση. Μπροστά στον Νεκτάριο, ακόμα και το πάθος της για τον Ιωάννη έμοιαζε υπερβολή.

– Ναι, η φίλη μου… το ξέχασε… το άφησε σε… λεωφορείο. Με ανοιχτή πόρτα.

Ο Νεκτάριος συμπλήρωνε το έντυπο με ρυθμούς Εφορίας ’98. Η Μυρτώ περίμενε να εμφανιστεί ο Ιωάννης από κάπου, έστω να περάσει από πίσω με καφέ. Τίποτα.

– Ο κύριος Ιωάννης… είναι σε άδεια; ρώτησε δήθεν τυχαία.

– Όχι, όχι. Εκτός για σήμερα. Πήγε στο μαιευτήριο.

Η Μυρτώ ένιωσε ένα μαχαίρι να μπαίνει στο συκώτι της.

– Α… μάλιστα. Μάλιστα. Καλά, να του πείτε… να του ζήσει, είπε με φωνή που ακουγόταν σαν να πνίγεται εσωτερικά σε φούξια τούλι μπομπονιέρας.

Στην έξοδο, η Στέλλα την κρατούσε από το μπράτσο.

– Μη βγάλεις βιαστικά συμπεράσματα, της είπε ήρεμα.

– Έγινε πατέρας. Δεν είναι βιαστικό. Είναι τετελεσμένο. Σήμερα γεννήθηκε το παιδί του κι εγώ πήγα να του πω “μήπως θυμάστε το πρόσωπό μου;”. Δηλαδή… τι άλλο να κάνω; Να βαφτίσω το μωρό;

– Μυρτώ. Σταμάτα. Δεν ξέρεις τίποτα.

– Ξέρω ότι έπεσε αυλαία. Το έρωτας-με-στολή τέλειωσε. Δεν πειράζει. Θα το ζήσω κι αυτό. Με αξιοπρέπεια.

Μέχρι το βράδυ είχε ήδη ψάξει πώς ξεγράφεται κάποιος από την καρδιά σου χωρίς να χρειαστεί ψυχοθεραπεία ή τσίπουρο.

Την επόμενη μέρα, η Μυρτώ πήγε στο κυλικείο του μαιευτηρίου. Όχι επειδή είχε γεννήσει κάποια φίλη της. Ούτε γιατί είχε κάποια δουλειά εκεί. Απλώς… έτσι ένιωσε. Κάθισε με ένα νερό και ένα κουλούρι, δήθεν απασχολημένη με το κινητό της, αλλά το βλέμμα της σκάναρε τον χώρο σαν σκύλος εκπαιδευμένος στον εντοπισμό στολής.

Και τότε, τον είδε. Ο Ιωάννης περπατούσε χαλαρά στο διάδρομο, χωρίς στολή, με τζιν, t-shirt και… ένα αρκουδάκι αγκαλιά. Χαμογελούσε. Η Μυρτώ πάγωσε. Σφίχτηκε. Άνοιξε την τσάντα της και έκανε ότι ψάχνει. (Δεν έψαχνε. Ξεσκούριαζε αντίδραση). Εκείνος την είδε. Έκανε μια στάση. Και πλησίασε.

– Εσείς εδώ; είπε με ειλικρινή έκπληξη.

– Ναι… είχα μια… γνωστή που γέννησε… νομίζω. Τέλος πάντων, βρέθηκα εδώ. Συμπτωματικά. Εσείς;

– Η αδερφή μου γέννησε. Πρώτη φορά θείος. Νιώθω θεός!

Η Μυρτώ δεν κατάλαβε αμέσως. Περίμενε να πει “πλάκα κάνω”.

– Συγγνώμη… η αδερφή σας;

– Ναι. Είπα να φέρω ένα αρκουδάκι. Έχω αδυναμία στην ανιψιά μου ήδη. Μάλλον είμαι από αυτούς τους θείους που κακομαθαίνουν τα παιδιά.

Η Μυρτώ σταμάτησε να αναπνέει για 1,7 δευτερόλεπτα.

– Α, όχι… γιατί είχα μείνει με την εντύπωση πως… δεν έχει σημασία. Να σας ζήσει.

– Ευχαριστώ, είπε εκείνος και… χαμογέλασε. Αυτή τη φορά πραγματικά.

Η Μυρτώ δεν ήξερε αν έπρεπε να πανηγυρίσει ή να κλάψει από ντροπή για τα σενάρια που είχε στήσει στο μυαλό της. Αλλά είπε το μόνο που της ήρθε αυθόρμητα:

– Ok. Άρα υπάρχει ακόμη ελπίδα στον πλανήτη.

– Για τα παιδιά;

– Για την Μυρτώ, ψιθύρισε.

Ήταν Παρασκευή απόγευμα. Το φεγγάρι ήταν σχεδόν γεμάτο, η υπομονή της Μυρτώς σχεδόν άδεια, και η αυτοσυγκράτησή της… είχε διαλυθεί εντελώς. Τόσες μέρες, τόσα σχέδια, τόσες δήθεν απώλειες. Είχε δηλώσει τα πάντα: δίπλωμα, κινητό, λογική, αυτοσυγκράτηση. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο να χάσει. Ώρα για άμεση δράση. Πήρε ένα χαρτί, έγραψε:

Καλησπέρα σας. Είδα έναν ύποπτο άντρα να με παρακολουθεί επανειλημμένα έξω από το σπίτι μου. Ή μπορεί και να ήταν η σκιά μου. Δεν είμαι σίγουρη. Αλλά ένιωσα περίεργα. Και τρομαγμένη. Και μόνη. Είμαι έτοιμη να καταθέσω. κάτι που δεν είναι ποινικό αδίκημα, αλλά θα έπρεπε να καταγράφεται κάπου: έχω ερωτευτεί κάποιον που δεν με ξέρει. Και που τον βλέπω πίσω από ένα γραφείο. Και παριστάνω κάθε φορά τη χαμένη, μπας και με προσέξει. Και σήμερα, δεν ήρθα να δηλώσω απώλεια. Ήρθα να δηλώσω αυτό.

Το δίπλωσε και το έκρυψε στον κόρφο της. Κυριολεκτικά. Αν ήταν να εκτεθεί, θα το έκανε με θεατρικότητα.

Φόρεσε το αγαπημένο της φόρεμα – αυτό που λέει «δεν είμαι για τα ψώνια, είμαι για τα σενάρια» – και περπάτησε με σταθερό βηματισμό προς το Τμήμα.

Μπήκε. Ήταν εκεί. Ο Ιωάννης.

Μόνος.

– Καλησπέρα, είπε εκείνη, με φωνή ψύχραιμη απ’ έξω, σεισμική από μέσα.

– Καλησπέρα, απάντησε εκείνος, ελαφρώς προσεκτικά.

– Ήρθα… να καταγγείλω κάτι.

– Τι συνέβη;

– Εμένα. Συνέβη εγώ.

– Συγγνώμη;

– Ναι… βλέπετε… με έχουν δει αρκετές φορές εδώ, το ξέρω. Εμφανίζομαι συχνά. Με διάφορες απώλειες, διάφορα ζητήματα. Αλλά σήμερα δεν ήρθα για να πω ψέματα.

Ο Ιωάννης την κοίταξε κανονικά πια. Όχι όπως κοιτάς κάποιον που περιμένεις να τελειώσει για να περάσεις στον επόμενο. Την κοιτούσε… σαν να είχε ερωτήσεις.

– Ωραία. Σας ακούω.

Η Μυρτώ πήρε βαθιά ανάσα.

– Υπάρχει κάποιος που με απασχολεί. Από την πρώτη μέρα που μπήκα εδώ. Στην αρχή το έκρυψα, το έπαιξα κουλ, μετά το έπαιξα… τρελή. Μετά το έπαιξα πολύ τρελή. Αλλά τώρα, λέω να το πω. Γιατί ο έρωτας… θέλει και λίγη ξεφτίλα. Και νομίζω πως έδωσα ήδη αρκετή. Σειρά έχει λίγη αλήθεια.

Και τότε… έβγαλε το ραβασάκι. Και του το έδωσε. Απλώς. Σαν να παρέδιδε ποινικό μητρώο.

Ο Ιωάννης το πήρε.

Το διάβασε.

Το κράτησε.

Την κοίταξε.

– Θέλετε να καθίσετε λίγο; ρώτησε.

Η Μυρτώ δεν απάντησε, κάθισε απέναντί του εκείνο το βράδυ, χωρίς στημένο βλέμμα, χωρίς ατάκα από πριν. Ο Ιωάννης της έφερε ένα ποτήρι νερό. Πραγματικό νερό, όχι συγκινησιακό υπονοούμενο, αλλά για πρώτη φορά της φάνηκε ό,τι πιο ερωτικό υγρό μετά το κρασί.

Μίλησαν. Όχι πολύ. Όχι υπερβολικά. Μόνο όσο χρειάστηκε. Και όταν σηκώθηκε να φύγει, εκείνος της είπε:

– Μισό λεπτό. Δεν μπορείτε να φύγετε έτσι.

– Γιατί; Έκανα κάτι; είπε με το γνωστό της ύφος «αν ναι, παραδέχομαι τα πάντα».

– Θα πρέπει να σας συλλάβω.

– Συγγνώμη;

Ο Ιωάννης σηκώθηκε. Πλησίασε. Χαμογελούσε με το πιο ήσυχο, αντρικό, δικό του χαμόγελο.

– Για διατάραξη συναισθηματικής τάξης. Παράνομη είσοδο στην καθημερινότητά μου. Επαναλαμβανόμενη παρενόχληση σκέψης. Και κυρίως… για κλοπή ενδιαφέροντος.

– Οπότε… τι ποινή προβλέπεται;

– Καταδικάζεστε σε… σχέση. Ακαθόριστης διάρκειας. Χωρίς αναστολή.

Η Μυρτώ γέλασε δυνατά.

– Και πού με πάτε;

– Όχι μακριά. Αλλά κάπου που δε χρειάζεται πια να προσποιείστε ότι χάσατε κάτι. Γιατί από δω και πέρα, θα τα βρίσκουμε όλα μαζί.

Και έτσι ξεκίνησαν. Όχι με βιολιά, ούτε με ροδοπέταλα. Αλλά με μηνύματα γεμάτα ειρωνεία, ραντεβού που ξεκινούσαν με «θα με συλλάβετε πάλι», και ένα φιλί που δόθηκε σε πάρκινγκ, ανάμεσα σε καρότσια σούπερ μάρκετ, με τη Μυρτώ να ψιθυρίζει:

– Πού να το φανταζόμουν ότι η πιο ηλίθια δήλωσή μου… θα ήταν και η πιο ειλικρινής.

Και κάπως έτσι, η κοπέλα που έχασε το δίπλωμά της, βρήκε τον Ιωάννη της.

Και κυρίως… τον εαυτό της.

Με γελοιοποίηση, με τρέλα, με πείσμα.

Όπως αξίζει σε κάθε σωστή, καθαρόαιμη ερωτευμένη Μυρτώ .

Αφροδίτη Αυγερινού

One response to “Καλησπέρα… ναι, είμαι ύποπτη”

  1. Πάρα πολύ καλό!!! Γέλασα απίστευτα με τις απίστευτες περιγραφές συναισθημάτων και με το είδος του χιούμορ που μου αρέσει!!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading